Legislator Case Law & Legislation
532/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite specific civil code articles regarding mixed use of leased property.

Case Number 532/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a lease dispute. The appellant argued the lower court failed to consider evidence of mixed residential and professional use of the property and misapplied substantive law rules. The court found the appeal inadmissible because the appellant did not specify which articles of the substantive law were violated or explain the exact logical error in the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal for retrial based on alleged violation of substantive law is inadmissible if the appellant fails to identify the specific legal provisions breached and define the precise interpretative or subsumption error committed by the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal for retrial inadmissible appeal substantive law violation mixed use of property Code of Civil Procedure specific citation requirement logical error standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 532 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 532/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Ιανουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και τις από 20 και 27 Φεβρουαρίου 2003 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1303/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2196/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του και τους από 30 Δεκεμβρίου 2005 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών, όχι όμως και η αμφισβήτηση της βαρύτητας αποδεικτικών μέσων, ούτε τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.

Εν προκειμένω, με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους του κύριου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτοί εκτιμώνται, αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, που ο αναιρεσείων επανέφερε στην έκκλητη δίκη με την από 14-6-2004 έφεσή του και με τους δια των προτάσεών του ασκηθέντες πρόσθετους λόγους και που αφορούσαν στην υποστηριζόμενη από τον ίδιο ύπαρξη σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης για τη χρήση του μισθίου ακινήτου προεχόντως ως δικηγορικού γραφείου του και δευτερευόντως ως κατοικίας του, ήτοι αντιστοίχως:

α) ότι με σιωπηρή μεταξύ των διαδίκων τροποποίηση του σχετικού όρου της από 22-7-1999 μισθωτικής συμβάσεως συμφωνήθηκε το μίσθιο να χρησιμοποιείται ως άνω, αφού από την κατάρτιση της αρχικής μισθώσεως και επί τέσσερα έτη ο αναιρεσείων (μισθωτής) προέβαινε στη μικτή αυτή χρήση, γεγονός που η αναιρεσίβλητη (εκμισθώτρια) γνώριζε και απεδέχετο αδιαμαρτυρήτως, μέσω του δικηγόρου Γ.

Ζ., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπός της κατά τη σύναψη της μισθώσεως και καθόλη τη διάρκεια αυτής, β) ότι η ενώπιον της συμβολαιογράφου Ν. Κ. δοθείσα …01/17-9-2003 ένορκη βεβαίωση του ανωτέρω δικηγόρου είναι ψευδής ως προς τα κατατεθέντα από αυτόν περιστατικά, τα οποία αναφέρονται στο δικόγραφο της εφέσεως και γ) ότι από δεκαπενταετίας και πλέον ο αναιρεσείων μισθώνει διαμερίσματα χρησιμοποιούμενα από αυτόν προεχόντως ως δικηγορικό γραφείο και δευτερευόντως ως κατοικία, γεγονός που αποδεικνύεται από τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα και μαρτυρικές καταθέσεις.

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω υπό στοιχείο α' ισχυρισμό, τον οποίο και απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, δεχθέν ανελέγκτως ότι η αναιρεσίβλητη και οι ως αντιπρόσωποί της ενεργούντες Δ. Ρ. (πατέρας της) και Γ. Ζ. αγνοούσαν την εκ μέρους του αναιρεσείοντος χρησιμοποίηση του μισθίου προεχόντως, όπως ισχυρίζετο ο ίδιος, ως δικηγορικού γραφείου και όχι αποκλειστικώς ως κατοικίας, όπως είχε ορισθεί στο από 22-7-1999 μισθωτήριο έγγραφο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι υπό στοιχεία β' και γ' ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" και η παράλειψη του Εφετείου να τους λάβει υπόψη δεν ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφού ο μεν πρώτος συνιστά αμφισβήτηση της αποδεικτικής αξίας της ως άνω ένορκης βεβαιώσεως, ο δε δεύτερος αποτελεί επιχείρημα, που ο αναιρεσείων αντλεί από τα αποδεικτικά μέσα, για να στηρίξει τον ισχυρισμό του, περί υπάρξεως σιωπηρής συμφωνίας για την ως άνω μικτή χρήση του μισθίου.

Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ).

ΙΙ.- Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ'ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.

Εν προκειμένω, το εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι την αποδεικτική του κρίση, για την αρχικώς συμφωνηθείσα και ουδέποτε τροποποιηθείσα σιωπηρώς χρήση του μισθίου μόνο ως κατοικίας του αναιρεσείοντος, για την καταλληλότητα αυτού προς χρήση του ως κατοικίας, για τη μη ύπαρξη ανάγκης ελαιοχρωματισμού του μισθίου και για την έλλειψη μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας περί επιβαρύνσεως της αναιρεσίβλητης με τη δαπάνη του ελαιοχρωματισμού αυτού, σχημάτισε, μεταξύ άλλων, από την ενώπιον του πρωτοδικείου ένορκη μαρτυρική κατάθεση του Β.

Κ., από την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών …83/17-12-2003 ένορκη βεβαίωση και από τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ενώ εξάλλου στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του μνημονεύει και αξιολογεί ειδικώς τις ως άνω μαρτυρική κατάθεση και ένορκη βεβαίωση, "σωρεία εγγράφων (πιστοποίηση Ο.Τ.Ε., βεβαίωση Δ.Σ.Α., βεβαίωση Ι' ΔΟΥ .., εκκαθαριστικά της ίδιας ΔΟΥ, φακέλους της αλληλογραφίας του κλπ) "και εξώδικα ή μη έγγραφα απευθυνόμενα στον δικηγόρο Γ.

Ζ. ή στον Δ.Σ.Α. Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το εφετείο, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως και στο πρόσθετο αναιρετήριο έγγραφα, ορισμένα από τα οποία άλλωστε μνημονεύονται πιο πάνω.

Η έλλειψη δε ειδικής μνείας και χωριστής αξιολογήσεως ορισμένων από τα εν λόγω έγγραφα δεν δημιουργεί αμφιβολία για τη συνεκτίμησή τους, ενόψει μάλιστα και των παραδοχών του εφετείου: α) ότι από τα εκ μέρους του αναιρεσείοντος προσκομισθέντα έγγραφα προκύπτει μεν η χρήση του μισθίου και ως δικηγορικού γραφείου, όχι όμως και η περιέλευση του γεγονότος αυτού σε γνώση της αναιρεσίβλητης και των αντιπροσώπων αυτής Δ.

Ρ. και Γ. Ζ., β) ότι η ύπαρξη ενδεχομένως προθέσεως του αναιρεσείοντος να χρησιμοποιήσει το μίσθιο και ως δικηγορικό γραφείο του, όπως είχε χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν άλλα μίσθια διαμερίσματα, δεν καταφάσκει την ύπαρξη συμφωνίας για όμοια χρήση και του επίδικου μισθίου, αφού η αναιρεσίβλητη και οι άνω αντιπρόσωπός της δεν έλαβαν ποτέ γνώση της προθέσεώς του αυτής ούτε συνήνεσαν σε μια τέτοια χρήση και γ) ότι η κατά τον αναιρεσείοντα ενεργηθείσα από αυτόν δαπάνη 260.000 δραχμών, για τον ελαιοχρωματισμό του μισθίου, βαρύνει τον ίδιο και όχι την αναιρεσίβλητη, γεγονός που προκύπτει από τον με αριθμό 6 όρο του μισθωτηρίου, χωρίς να αποδεικνύεται αντίθετη συμφωνία των διαδίκων.

Με βάση την τελευταία υπό στοιχείο γ' παραδοχή, η έκβαση της δίκης, ως προς την από 27-2-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος περί αποδόσεως σ'αυτόν της ως άνω δαπάνης, δεν επηρεάζετο από τα όσα η αναιρεσίβλητη αναφέρει στις ενώπιον του πρωτοδικείου και του Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις της, ότι δηλαδή στο μίσθιο διέμενε η ίδια από το έτος 1979 έως το έτος 1983, ότι έκτοτε και μέχρι το έτος 1999 χρησιμοποιούσαν τούτο σποραδικώς οι κατοικούντες στην … γονείς τους και ότι κατά το έτος 1979 έγιναν στο μίσθιο εργασίες ελαιοχρωματισμού και τοποθετήσεως ταπετσαρίας σε δύο δωμάτια.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι του πρόσθετου αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στο εφετείο η προβλεπόμενη στο άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των αναφερόμενων σ'αυτούς αποδεικτικών εγγράφων και των ως άνω παραδοχών της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ.- Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος ή μη κανόνα δικαίου. Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζονται, πλην άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείσα, η από τον αναιρεσείοντα αποδιδόμενη σ'αυτή έννοια και το φερόμενο ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος συμπέρασμα του δικαστηρίου.

Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο του προσθέτου αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το εφετείο, "κατά παράβαση των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου περί μικτής χρήσεως", απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο τον ως λόγο εφέσεως προταθέντα από αυτόν (αναιρεσείοντα) ισχυρισμό, ότι η χρήση του μισθίου είχε συμφωνηθεί εξαρχής με τη μισθωτική σύμβαση, άλλως με μεταγενέστερη σιωπηρή τροποποίησή της, ως μικτή, με προέχουσα την επαγγελματική χρήση.

Δεν αναφέρει όμως ο αναιρεσείων ποιές είναι οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου "περί μικτής χρήσεως", ποιά έννοια αποδίδει σ'αυτές ο ίδιος και σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή το υπαγωγικό σφάλμα του εφετείου. Ειδικότερα, ως προς το αποδιδόμενο υπαγωγικό σφάλμα, δεν αναφέρει γιατί το εφετείο, εφόσον δέχθηκε τη χρησιμοποίηση από αυτόν του μισθίου και ως δικηγορικού γραφείου, ώφειλε να υπαγάγει "τα πραγματικά περιστατικά στον προσήκοντα κανόνα του ουσιαστικού δικαίου περί μικτής χρήσεως και να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι η χρήσις ήτο μικτή, με προέχουσα την επαγγελματική", αλλ' ούτε και προσδιορίζει "τους κανόνες της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας", κατά τους οποίους, όπως υποστηρίζει, "υπερέχει η επαγγελματική χρήση".

Επομένως, ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης σε βάρος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-9-2005 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της 2196/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ