Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific grounds and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal as inadmissible because the petition failed to cite specific grounds for review required by law. The appellant argued procedural violations and lack of constitutional rights but did not reference any of the limited statutory grounds for appeal. Consequently, the court ruled the appeal void and ordered the appellant to bear the procedural costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 476(1), 510(1), 148-153, 473(2), 474(4), 510(1), 512(1) of the Code of Criminal Procedure; An appeal is inadmissible if it lacks one of the specific grounds for review enumerated in Article 510(1) of the Code of Criminal Procedure.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 531 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 531/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μανούση, για αναίρεση της αποφάσεως 4810/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Χ. Κ. του Ι., κάτοικο ..., που δεν εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμό 146/2-12-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε
Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε:
α)να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και
β)να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης του ως άνω αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου
ΙΙ)Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, <<όταν το ένδικο μέσο που ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή δεν είχε έννομο συμφέρον ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο ή όταν τούτο ασκείται για δεύτερη φορά ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο [ως συμβούλιο] που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει αυτόν που άσκησε το ένδικο μέσο ή τον συνήγορο αντίκλητό του, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, εκτός αν η διατύπωση που δεν έχει τηρηθεί για την άσκησή του είναι τυπική και μπορεί να συμπληρωθεί ...>>.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 148 έως 153, 473 παρ. 2, 474 παρ. 4, 476 παρ. 1, 510 παρ. 1 και 512 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι για το κύρος και κατ' ακολουθία για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά απόφασης, πρέπει στη δήλωση άσκησής της και στην έκθεση που συντάσσεται από τον αρμόδιο δικαστικό γραμματέα, να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι, για τους οποίους ασκείται η αναίρεση.
Αν δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους αναφερόμενους περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ διαδικασία [ΑΠ 613/2023, ΑΠ 262/2020]. Απλή παράθεση του κειμένου της διάταξης που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και χωρίς προσδιορισμό της επικαλούμενης νομικής πλημμέλειας δεν αρκεί, ενώ δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση αορίστου και ασαφούς λόγου με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή με το υποβαλλόμενο μετά τη συζήτηση της αίτησης υπόμνημα, ή με την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αφού και αυτοί προϋποθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 509 ΚΠΔ, την ύπαρξη παραδεκτής αίτησης αναίρεσης [ολΑΠ 2/2002], ούτε και αν πρόκειται για λόγους που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠΔ, αφού και η αυτεπάγγελτη έρευνα αυτών προϋποθέτει παραδεκτή αίτηση αναίρεσης [ΑΠ 613/2023, ΑΠ 408/2020].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, <<Όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη [ΑΠ 417/2023]. Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που όπως απαγγέλθηκαν είναι εκκλητές, δηλαδή υπόκεινται στο ένδικο μέσο της έφεσης, δεν υπόκεινται σε αναίρεση. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση ακόμη που η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης [ΑΠ 417/2023, ΑΠ 352/2019]. Έτσι, αν η υπόθεση πουν αναφέρεται σε ορισμένο έγκλημα διήλθε και από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν άσκησης έφεσης από τον κατηγορούμενο κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής απόφασης, με το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου [ΑΠ 417/2023, ΑΠ 781/2019]
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 501 παρ. 1 ΚΠΔ, εάν η έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απέρριψε την έφεση και όχι ην πρωτοβάθμια απόφαση [ΑΠ 417/2023, ΑΠ 584/2020]. Η απόφαση αυτή προσβάλλεται με αίτηση αναίρεσης για οποιοδήποτε λόγο από τους μνημονευόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ, οι οποίοι πρέπει να αναφέρονται σε πλημμέλειες της ανωτέρω εφετειακής απόφασης που απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη και όχι σε πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης ή σε άλλα άσχετα με την απορριπτική αυτή κρίση του Εφετείου θέματα [ΑΠ 417/2023, ΑΠ 781/2019].
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 341 παρ.2 εδ. δ' ΚΠΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά και στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 ΚΠΔ, η αίτηση για ακύρωση της διαδικασίας εισάγεται, χωρίς να κλητευθεί εκείνος που την υπέβαλε, στην πρώτη δικάσιμο του δικαστηρίου που δίκασε, <<το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα>>. Κατά δε το άρθρο 546 ΚΠΔ, αμετάκλητη [μεταξύ άλλων] είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απόφαση που εκδίδεται επί της αιτήσεως ακυρώσεως της διαδικασίας δεν υπόκειται σε αναίρεση, ανεξαρτήτως αν το δικαστήριο απέρριψε τη σχετική αίτηση ως ανυποστήρικτη ή ως απαράδεκτη ή αβάσιμη. Η δε προαναφερόμενη διάταξη [341 παρ.2 εδ. δ' ΚΠΔ], ως ειδική, κατισχύει της διάταξης του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, η οποία ορίζει ότι κατά της απόφασης, που απορρίπτει το ένδικο μέσο της έφεσης ως απαράδεκτο [με το οποίο προσομοιάζει και η αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας], επιτρέπεται μόνο αναίρεση [ΑΠ 1308/2023, ΑΠ 575/2021, ΑΠ 771/2021].
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού της κρινόμενης από 2-12-2024 αίτησης αναίρεσης, που ασκήθηκε με σχετική προς τούτο δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ι. Κ., ενώπιον της γραμματέως του εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Θ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας με απόντα τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του με αριθμό ΘΤ 1726/2023, με την οποία κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης μέσω διαδικτύου κατ' εξακολούθηση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα [30] μηνών με τριετή αναστολή.
Ακολούθως, κατά της ως άνω καταδικαστικής απόφασης, αναιρεσείων άσκησε την υπ' αριθ. 2050/21-9-2023 έφεσή του, μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ.4810/2024 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω ασκηθείσα εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος έφεση, ως ανυποστήρικτη, γιατί ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στο εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι <<...Αρχικώς η ως άνω έφεση εισήχθη για να εκδικασθεί την 19/4/2024.
Κατά τη δικάσιμο της ημερομηνίας αυτής η υπόθεση αναβλήθηκε για την 30/9/2024 κατ' αρθρ. 349 ΚΠΔ λόγω κωλύματος εμφάνισης στο ακροατήριο του κατηγορουμένου [ασθένεια]. Το κώλυμα αυτό, το ανήγγειλε στο Δικαστήριο, ως άγγελός του, η Σ. Π. του Π. Το Δικαστήριο με την 2292/2024 σχετική απόφασή του που ανέβαλε την εκδίκαση της εφέσεως για την ως άνω ημερομηνία, αφού ανακοίνωσε αυτήν στην ως άνω αναγγείλασα το κώλυμα του κατηγορουμένου, απεφάνθη να μην κλητευθεί ο κατηγορούμενος για την νέα μετ' αναβολή δικάσιμο [30/9/2024], για την ως άνω αιτία.
Στις 30/9/2024 και ενώ ο κατηγορούμενος, μετά την εκφώνηση της υποθέσεως από το έκθεμα [αρ. 3], ήταν απών, εμφανίστηκε ως άγγελος η Σ. Π. του Π. και δήλωσε κώλυμα εμφάνισης του κατηγορουμένου, προσκομίζοντας την από 08-10-2024, Ιατρική Γνωμάτευση, του ιατρού Π. Σ., ότι ο ως άνω κατηγορούμενος πάσχει από οσφυοισχιαλγία υποτροπιάζουσα και ήταν αδύνατον να εμφανιστεί στο Δικαστήριο.
Ως χρόνο ανάρρωσης είχε από 09-10-2024 έως 12-12-2024, ήτοι τέσσερις [4] ημέρες και ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενόψει του είδους της ως άνω ασθένειας και του ότι αυτή αντιμετωπίζεται με διακοπή, το δικαστήριο διέκοψε την εκδίκαση της υπόθεσης για την 13/10/2024. Κατά την τελευταία δικάσιμο, ο κατηγορούμενος και πάλι δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Ως εκ τούτων η ως άνω έφεσή του πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη>>. Στη συνέχεια, κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, με την υπ' αριθ. 5508/2024 απόφαση του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών με απόντα τον κατηγορούμενο που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σταυρούλα Μπονάτσου.
Κατά των αποφάσεων αυτών, ο αναιρεσείων άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης με το εξής περιεχόμενο: <<...Ειδικότερα: Ερήμην εξεδόθησαν οι ανωτέρω αποφάσεις, παρότι ο άγγελός μου παρουσιάστηκε με έγγραφα δικαιολογητικά της αδυναμίας μου να παραστώ στη δίκη και πρωτοβαθμίως και δευτεροβαθμίως, καθόσον πάσχω από νευροπαράλυση δυσκινησία κ.λπ.
Επίσης προσκομίστηκαν από την άγγελό μου Σ. Π. σε όλες τις δίκες και τις στάσεις αυτών τα νομιμοποιητικά έγγραφα για την αδυναμία εκ λόγων υγείας που προέκυπταν και στο δικό μου πρόσωπο ως κατηγορουμένου και στα πρόσωπα των συνηγόρων και δη λόγων υγείας που προέκυψαν [οξύτατο επεισόδιο αρθρίτιδας της Ι.
Κ., το οποίο την εμπόδιζε κινητικά να βρίσκεται στο δικαστήριο - Εφετείο, με πόνους στη μέση και στο πόδι - άκρα και κατά την εκδίκαση κυρίως της αίτησης ακύρωσης κατά της ερήμην απόφασης του Εφετείου, καθώς και της ερήμην του Πλημμελειοδικείου [ο συνήγορός μου Σταμάτιος Γεωργούλης εγκατέλειψε εκ σοβαρότατων προβλημάτων νεφρού].
Τα ανωτέρω εμπόδισαν εμένα επειδή δεν έγιναν δεκτά να έχω ευπρόσωπη παράσταση στο ακροατήριο, προέκυψε δε έτσι ο λόγος της έλλειψης ακρόασης και σύμφωνα με το άρθρο 6 ΕΣΔΑ, για το οποίο δικαιούμαι να προσφύγω και στο ΑΕΔΑΔ για έλλειψη εκπροσώπησης, παραβίαση ισότητας δικαιωμάτων και αποδείξεων, παραβίαση προηγούμενης ακρόασης, κατάχρηση εξουσίας, καθόσον ερήμην μου αδικαιολόγητων εκδιδομένων αποφάσεων εναντίον και του Ελληνικού Συντάγματος, βρίσκομαι αδίκως κατηγορηθείς χωρίς ποτέ να ακουσθώ από τον φυσικό δικαστή μου και των συνηγόρων μου για λόγους τυπικούς υγείας..
Δηλαδή και κατά την προδικασία ζήτησα ακόμη και με Εισαγγελικές Παραγγελίες τα ειδικότερα στοιχεία του κ. Κ., όπως ποιες ήταν οι συνδικαλιστικές του θέσεις [ήταν μέλος των επιτροπών;], που ήταν τοποθετημένος από το Υπουργείο Παιδείας τα επίμαχα διαστήματα. Δεν απαντήθηκαν ποτέ οι Εισαγγελικές παραγγελίες.
Έτσι όμως παρεβιάσθη και η προδικασία και η προηγούμενη ακρόαση και δεν αιτιολογήθηκε και η απόφαση, μάλιστα καμία εκ των αποφάσεων, ούτε πρωτοδίκως, ούτε στο Εφετείο, ούτε επί της αιτήσεως ακυρώσεως, ώστε ερήμην μου όλη η διαδικασία μου στερήθηκαν όλα τα Συνταγματικά μου δικαιώματα. Γίνεται μνεία ότι συνελήφθησαν εκ νέου για διακίνηση ναρκωτικών στην περιοχή και στα δημόσια παιδαγωγικά ιδρύματα περιοχής ... - αποσάθρωση κυκλωμάτων - ενώ θα ζητήσω επικαιρο ... [δυσανάγνωστο] της εισαγγελικής.
Έτσι όμως παρεβιάσθη ο κανόνας του άρθρου 58 παρ. 1 Κ. Πολ. Δικ. Και η απόφαση κατέστη αναιρετέα. Επειδή νόμιμα εγείρω την παρούσα στο Δικαστήριό Σας, το οποίο είναι αρμόδιο σύμφωνα με το νόμο. Επειδή δεν έγινε δεκτός στο πρόσωπο της συνηγόρου στο Εφετείο λόγος αναβολής και έτσι ερήμην καθώς και στην αίτηση ακύρωσης απερρίφθη >>.
Από το περιεχόμενο αυτό της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι σε αυτήν δεν περιλαμβάνονται περιστατικά που να συγκροτούν κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, ενόψει μάλιστα του ότι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στη δικάσιμο της 19-4-2014 αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο της 30-9-2024, οπότε διεκόπη για τη δικάσιμο της 11-10-2024 και γνωστοποιήθηκε η διακοπή στην δικηγόρο του αναιρεσείοντος που είχε ζητήσει αναβολή, ο δε αναιρεσίων δεν παραστάθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στη τελευταία αυτή δικάσιμο ούτε ζήτησε αναβολή.
Συνεπώς, με το παραπάνω περιεχόμενο η αίτηση αναίρεσης, στη συζήτηση της οποίας παραστάθηκε ο αναιρεσείων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, και ήταν απών ο υποστηρίζων την κατηγορία Χ. Κ., ο οποίος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, όπως προκύπτει από το από 27-1-2025 αποδεικτικό επίδοσης με θυροκόλληση του επιμελητή εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ., παρουσία και του μάρτυρος Π. Δ., επιμελητή εισαγγελίας Αρείου Πάγου, και το από 31-1-2025 αποδεικτικό επίδοσης προς την πληρεξούσιο δικηγόρο του Αικατερίνη Ασημακοπούλου του ίδιου ως άνω επιμελητή της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, είναι αόριστη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης και της απόφασης επί της αίτησης ακύρωσης της διαδικασίας της δευτεροβάθμιας απόφασης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 Ν. 5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 146/2-12-2024 αίτηση του Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 4810/2024 απόφασης Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, καθώς και της υπ' αριθ. 1657, 1726/2023 απόφασης του ΘΤ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 5508/2024 απόφασης του Γ' Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαρτίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ