Supreme Court allows appeal against labor law judgment due to insufficient reasoning on employee status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding the plaintiff's employment status. The court found the lower court failed to adequately justify why the plaintiff's occasional activities at his wife's shop did not constitute permanent employment. Consequently, the judgment was annulled and the case remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The lower court must provide sufficient reasoning to determine if occasional activities constitute permanent employment, and failure to do so renders the judgment subject to appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 531 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 531/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "ΔΕΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σιώτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με γενικό αριθμό κατάθεσης ... αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1053/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1334/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-7-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-7-2014 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Μ. Σ., ισχυρίστηκε ότι ο Ν. Κ., υπάλληλος της ….., την οποία ακολούθως διαδέχθηκε ως καθολική διάδοχός της η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "...", προστηθείς από αυτήν στην οδήγηση του ΧΜ - 9825 φορτηγού αυτοκινήτου που ανήκε στην ιδιοκτησία της, έγινε υπαίτιος ατυχήματος στον τόπο, κατά τον χρόνο και υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, στο οποίο ο ίδιος (ενάγων), οδηγός της ΧΙ - 866 δίκυκλης μοτοσυκλέτας τραυματίστηκε σοβαρά κατά την σύγκρουση των δύο οχημάτων και υπέστη τις αναφερόμενες στην αγωγή σωματικές βλάβες, αποκλειστικά δε υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο ανωτέρω οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου.
Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε, μετά περιορισμό εν μέρει του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλλει, για το πέραν της 1-1-2016 και μέχρι την 31-12-2017 χρονικό διάστημα το ποσό των 13.650 ευρώ κάθε έτος ή αντιστοίχως το κατά μέσο όρο ποσό των 1.137,50 ευρώ κάθε μήνα, προσαυξανόμενο την 1η Ιανουαρίου αντιστοίχως κάθε έτους κατά ποσοστό επί του εκάστοτε κατά το αμέσως προηγούμενο έτος καταβαλλόμενου ποσού, β) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλλει σ' αυτόν για το πέραν της 1-1-2018 και μέχρι συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του στις 18-11-2030, το ποσό των 1.137,50 ευρώ κάθε μήνα, προσαυξανόμενο την 1η Ιανουαρίου αντιστοίχως κάθε έτους κατά ποσοστό 3% επί του εκάστοτε κατά το αμέσως προηγούμενο έτος καταβαλλόμενου ποσού και γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλλει σ' αυτόν για το πέραν της 18-11-2030 και μέχρι του θανάτου του χρονικό διάστημα, ποσό μηνιαίας αποζημιώσεως ίσης προς το γινόμενο των 1.385 ευρώ, προσαυξανόμενο από της εκδόσεως της αποφάσεως και μέχρι του θανάτου του κατά ποσοστό 3% ετησίως.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1053/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και α) υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα ποσά για το διάστημα από 1.1.2016 και μέχρι την 31.12.2017, και β) αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα ποσά για το διάστημα από 1.1.2018 και μέχρι την 31.12.2025, ενώ κατά τα λοιπά και δη ως προς τα αιτούμενα ποσά για το μετά την 1.1.2026 χρονικό διάστημα, απορρίφθηκε η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι διάδικοι τις από 20-7-2018 και 12-7-2018 αντίθετες εφέσεις, οι οποίες απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν με την υπ' αριθ. 1334/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η εναγομένη την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ` εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτού και του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 424/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 29-7-1985 και ώρα 11:45' ο Ν. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη Ανώνυμη Εταιρεία, και η οποία …..είχε προστήσει αυτόν στην οδήγησή του φορτηγού, εκινείτο επί της διπλής κατεύθυνσης Λ.
Ζ. Α. στη νήσο ..., από αποκλειστική υπαιτιότητά του (αμέλεια) συγκρούστηκε με την αντίθετα κινούμενη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, την οποία οδηγούσε ο ενάγων Μ. Σ., με συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του τελευταίου (ενάγοντος), ο οποίος έπαθε εγκεφαλική διάσειση, θλάση θώρακα με κάταγμα 1ης πλευράς, κάταγμα στυλοειδούς απόφυσης δεξιάς κερκίδας, θλαστικά τραύματα δεξιού γόνατος και βαριά κάκωση δεξιού άκρου ποδός, εξαιτίας της οποίας έγινε ακρωτηριασμός στο ύψος του μεταταρσίου.
O ενάγων κατά τον χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν ως σερβιτόρος στην κεντρική καφετέρια - παμπ της νήσου ... με την επωνυμία ..., με ημερήσιες αποδοχές σε ποσοστό 16 % επί των καθημερινών εισπράξεων του καταστήματος αυτού, πλέον των φιλοδωρημάτων. Όμως, αυτός από 29-7-1985 μέχρι και 20-6-1987 αδυνατούσε να εργαστεί ως σερβιτόρος και απώλεσε εισοδήματα ύψους 2.632.700 δραχμών (7.726,19 ευρώ).
Επίσης, ο ίδιος αδυνατούσε να εργαστεί ως σερβιτόρος και για τα διαστήματα 1-7-1987 έως 30-6-1992, 1-7-1992 έως 30-6-1995, 1-7-1995 έως 30-62000, από 1-7-2000 έως 30-6-2002, 1-7-2002 έως 30-6-2004, και 1-7-2004 έως 30-6-2015 με αντίστοιχη απώλεια εισοδημάτων, μετά δε από σχετικές αγωγές του ενάγοντος εκδόθηκαν για την απώλεια των εισοδημάτων του κατά τα διαστήματα αυτά οι με αριθμούς 2283/1998, 3491/2000, 2325/2002, 602/2004, 1419/2006 και 3645/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες επικυρώθηκαν με αντίστοιχες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών με αριθμούς 1567/1999, 8697/2001, 787/20038395/2004, 1417/2007 και 3897/2014.
Με τις τελεσίδικες αυτές αποφάσεις έγινε δεκτό με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος, και ότι εξαιτίας του τραυματισμού του και της αναπηρίας του δεν μπόρεσε να εργαστεί κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα και έτσι απώλεσε τα εισοδήματα από την εργασία του ως σερβιτόρος, ήτοι τα ποσά των 12.296.000 δραχμών, 10.890.000 δραχμών, 20.450.000 δραχμών 24.540 ευρώ, 30.880 ευρώ και 148.171,97 ευρώ αντίστοιχα.
Επίσης με δύναμη δεδικασμένου κρίθηκε με την 787/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ότι ο ενάγων δεν έλαβε σύνταξη αναπηρίας από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, καθόσον κατά τον χρόνο του τραυματισμού του δεν ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ ή άλλον ασφαλιστικό φορέα αλλά ούτε και μετέπειτα ασφαλίστηκε. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων εξαιτίας του ως άνω τραυματισμού του, δεν θα έχει την δυνατότητα να απασχοληθεί ως σερβιτόρος αλλά ούτε και σε άλλη παρεμφερή εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι 31-12-2025 και έτσι θα χάσει τα αντίστοιχα εισοδήματα από το μισθό που θα ελάμβανε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη, ισχυρίστηκε και επαναφέρει τον ισχυρισμό της με λόγο έφεσης, ότι ο ενάγων ήδη εργάζεται, και μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται στο εξής, στο κατάστημα - χαρτοπωλείο της συζύγου του, ως υπάλληλος, όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού της εναγόμενης, που συνιστά ένσταση εκ του άρθρου 300 ΑΚ, καθόσον περιστασιακή παρουσία του ενάγοντος στο χαρτοπωλείο της συζύγου του και συμπτωματική ενασχόληση με το αντικείμενο αυτού, όπως μεταφορά χαρτοκιβωτίων με εμπορεύματα ή η οδήγηση αυτόματου μοτοποδηλάτου και του ημιφορτηγού της επιχείρησης της συζύγου του, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση, χωρίς άλλα στοιχεία, ότι αυτός απασχολείται στην επιχείρηση αυτή μόνιμα και σταθερά και μάλιστα ότι αποκομίζει από αυτήν οποιοδήποτε εισόδημα.
Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση) της εναγόμενης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όπως άλλωστε έχει κριθεί και για προγενέστερα διαστήματα (βλ. την 1417/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών), χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε βελτίωση στην κατάσταση της υγείας του. Σε κάθε περίπτωση, επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν αρνήθηκε ή δε αναζήτησε οποιαδήποτε εργασία, στην οποία να μπορεί να ανταποκριθεί λαμβανομένης υπόψη της κατάστασής του, όπως αυτή του λογιστή, θυρωρού, υπαλλήλου γραφείου, προκειμένου να αποκομίσει κάποιο εισόδημα μειώνοντας τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες της κατάστασής του, όπως ισχυρίζεται η εναγόμενη, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού της, όπως και του αιτήματος της για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να αποδειχθεί ο βαθμός της ανικανότητάς του, που επαναφέρει με λόγο έφεσής της, ως αβασίμου, ανεξάρτητα από την αοριστία του δεδομένου ότι αυτή δεν εκθέτει αναγκαία για την θεμελίωση εκ του άρθρου 300 ΑΚ στοιχεία.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια ως άνω και απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό και αίτημα της εναγόμενης δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Επομένως, ο σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσής της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του και της εξ αυτού αναπηρίας του, απώλεσε τα εισοδήματα που θα αποκόμιζε κατά το διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2025, τα οποία μετά πιθανότητας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδισε ως σερβιτόρος και συγκεκριμένα το ποσό των 60 ευρώ την ημέρα κατά την θερινή περίοδο των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου, ήτοι 1.840 ευρώ το μήνα (92 ημέρες X 60 ευρώ) και το ποσό των 20 ευρώ την ημέρα κατά τους υπόλοιπους εννέα μήνες, ήτοι συνολικά 500 ευρώ το μήνα (25 ημέρες το μήνα Χ 20 ευρώ) ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και ως ουσία βάσιμη, και αφενός μεν υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα ποσά για το διάστημα από 1.1.2016 και μέχρι την 31.12.2017, αφετέρου δε αναγνωρίσθηκε ότι οφείλει αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα τα αναφερόμενα ποσά για το διάστημα από 1.1.2018 και μέχρι την 31.12.2025, ως αποζημίωση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αδυναμίας ή μη του ενάγοντος να απασχοληθεί ως σερβιτόρος ή σε άλλη παρεμφερή εργασία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι 31-12-2025 και συνακόλουθα της βασιμότητας ή μη της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης εκ του άρθρου 300 ΑΚ, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ.
Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχεται αρχικά ότι ο ενάγων εξαιτίας του ως άνω τραυματισμού του, δεν θα έχει την δυνατότητα να απασχοληθεί ως σερβιτόρος αλλά ούτε και σε άλλη παρεμφερή εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι 31-12-2025 και έτσι θα χάσει τα αντίστοιχα εισοδήματα από το μισθό που θα ελάμβανε κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, στη συνέχεια δέχεται, κατά την έρευνα του εκ του άρθρου 300 ΑΚ ισχυρισμού της εναγομένης ότι ο ενάγων ήδη εργάζεται και μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται στο εξής στο κατάστημα - χαρτοπωλείο της συζύγου του, ως υπάλληλος, ότι η περιστασιακή παρουσία του ενάγοντος στο χαρτοπωλείο της συζύγου του και η συμπτωματική ενασχόληση με το αντικείμενο αυτού, όπως μεταφορά χαρτοκιβωτίων με εμπορεύματα ή η οδήγηση αυτόματου μοτοποδηλάτου και του ημιφορτηγού της επιχείρησης της συζύγου του, δεν μπορεί να οδηγήσει στην κρίση, χωρίς άλλα στοιχεία, ότι αυτός απασχολείται στην επιχείρηση αυτή μόνιμα και σταθερά και μάλιστα ότι αποκομίζει από αυτήν οποιοδήποτε εισόδημα.
Δέχεται δηλαδή το Εφετείο, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο ενάγων έστω και περιστασιακά απασχολείται στο χαρτοπωλείο της συζύγου του, προβαίνοντας στη μεταφορά χαρτοκιβωτίων με εμπορεύματα, όπως και στην οδήγηση αυτόματου μοτοποδηλάτου και του ημιφορτηγού της επιχείρησης της συζύγου του. Παρά ταύτα αφενός μεν δέχεται ότι ο ενάγων δεν αποκομίζει κανένα εισόδημα από την άνω έστω και περιστασιακή απασχόλησή του στο χαρτοπωλείο της συζύγου του, αφετέρου δε δέχεται ότι ο ενάγων δεν αρνήθηκε ή δεν αναζήτησε οποιαδήποτε εργασία, στην οποία να μπορεί να ανταποκριθεί λαμβανομένης υπόψη της κατάστασής του, όπως αυτή του λογιστή, θυρωρού, υπαλλήλου γραφείου.
Δεν αιτιολογεί όμως επαρκώς το Εφετείο γιατί η έστω και περιστασιακή ενασχόληση του ενάγοντος στο χαρτοπωλείο της συζύγου του, με έργα όπως η μεταφορά χαρτοκιβωτίων με εμπορεύματα ή η οδήγηση αυτόματου μοτοποδηλάτου και του ημιφορτηγού της επιχείρησης της συζύγου του, δεν του αποφέρει κανένα εισόδημα και γιατί αποκλείει τη δυνατότητα αυτού για έστω και μειωμένη απασχόλησή του σε παρεμφερή εργασία, ενόψει της, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δυνατότητάς του να οδηγεί, παρά την βαριά κάκωση του δεξιού άκρου ποδός του, ακόμη και ημιφορτηγό αυτοκίνητο.
Κατά συνέπεια, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους καταλογίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων αυτών παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν εν όλω μεταξύ τους, λόγω εύλογης αμφιβολίας του αναιρεσίβλητου ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του Ν. 4871/1921, με ισχύ από 1.1.2022, το οποίο, σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών δικών).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1334/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ