Supreme Court dismisses appeal against tax debt capping as it is a mandatory legal calculation, not a matter for judicial discretion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to cap a tax debt under Law 3259/2004. The appellant argued the court erred in classifying the contract and applying the statutory cap, but the court found the appeal inadmissible due to vagueness and substantively baseless. The court ruled that the debt capping operates automatically by law without room for agreement or judicial intervention, making the lower court's calculation a matter of mandatory legal application rather than discretionary fact-finding.
Legislator headnote
AI generatedArt. 39 of Law 3259/2004; The statutory capping of tax debts arising from loan contracts operates automatically by law, precluding any agreement between parties or judicial intervention in the calculation, thereby rendering appeals challenging the application of this mandatory rule inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 531 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 531/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Λ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πάρι Αναστασάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ A.E. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Σταθοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1733/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2011 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/12/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα ανέγνωσε την από 14/2/2023 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 24-12-2013 (51/16-1-2014) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 147/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 "Περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών κ.λπ." ορίζεται: 1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.
Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου... , 3..., 4... 5..., 6..., 7..., 8. Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος, 9.... 10... .11 ... 12.
Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του Ν. 2789/2000, όπως ισχύει. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο νόμος ρύθμισε ο ίδιος, αυτοτελώς και πλήρως, τόσο τις προϋποθέσεις όσο και το ύψος της ex lege επιτασσόμενης προσαρμογής των οφειλών από τόκους. Επομένως, η ρύθμιση των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως και δεν απαιτείται για την ενεργοποίησή της κάποια άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα η εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης από τον οφειλέτη προς την Τράπεζα.
Η προβλεπόμενη από την 2η παράγραφο του άρθρου 39 υποχρέωση των οφειλετών να υποβάλουν, μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία, αίτηση "για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση" συνιστά προϋπόθεση για την υπαγωγή αυτών στη ρύθμιση (χρόνος αποπληρωμής 5-7 ετών σε ισόποσες δόσεις κ.λπ., αναστολή εκτελέσεως) και όχι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της Τράπεζας να επανακαθορίσει την οφειλή στα όρια που ο νόμος διαγράφει (Α.Π. 11021/2021, Α.Π. 696/2021).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (Ολ.Α.Π. 9/2001) ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωση, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε αυτή περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Ολ.Α.Π. 10/2011, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος, για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα καθώς και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή, στην έννομη συνέπεια, που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 27/2008, Ολ.Α.Π. 28/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και, υπό τα οποία, συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την παραδεκτώς επισκοπούμενη (άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.) προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος για την εξυπηρέτηση των αγροτικών του δραστηριοτήτων... συνήψε με την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα τις κατωτέρω συμβάσεις παροχής πίστωσης:
α)..., β)..., γ) ..., δ)..., ε)... και στ) την 66/16-2-1993 σύμβαση παροχής πίστωσης ύψους 700.000 δραχμών. Ειδικά με την τελευταία αναφερόμενη 66/16.2.1993 σύμβαση, η οποία αποτυπώνεται σε ειδικό έντυπο της τράπεζας και τιτλοφορείται ως σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, συμφωνήθηκε η χορήγηση πίστωσης μέχρι του ποσού των 350.000 δραχμών, με δικαίωμα αύξησης του ανωτέρω ποσού πίστωσης στο διπλάσιο.
Με τον όρο 2 της σύμβασης ορίστηκε ότι για τη λήψη δανείων ο πιστούχος θα υπογράφει εντάλματα πληρωμής ή άλλα ειδικά έγγραφα από τα οποία θα αποδεικνύεται η χορήγηση των δανείων και στα οποία θα αναγράφονται οι ειδικότεροι όροι χορήγησής τους, η λήξη τους και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο ή ένδειξη. Επίσης με τον όρο 9 συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι η λογιστική παρακολούθηση των δανείων που θα χορηγηθούν με βάση την εν λόγω σύμβαση θα γίνεται στη μερίδα του πιστούχου και η χρέωση και εξόφλησή τους θα ενεργείται ως ακολούθως:
α) τα βραχυπρόθεσμα δάνεια θα παρακολουθούνται σε ενιαία υπομερίδα του οφειλέτη με τη μορφή ανοικτού τρεχούμενου λογαριασμού, ο οποίος λογαριασμός θα εκτοκίζεται με τα επιτόκια που συμφωνούνται στο άρθρο 2 της σύμβασης και ο τόκος θα πληρώνεται στην τράπεζα στις 30.6 και 31.12 κάθε χρόνου, οπότε και ο λογαριασμός θα εκκαθαρίζεται για έλεγχο του ύψους του και της κανονικής και εμπρόθεσμης εξυπηρέτησής του και ο πιστούχος υποχρεώνεται να εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο (κατάλοιπο) που προκύπτει με τον τρόπο αυτό και β) τα δάνεια μέσης και μακράς προθεσμίας θα παρακολουθούνται σε χωριστή το καθένα υπομερίδα και η εξόφλησή τους θα γίνεται με ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις που θα υπολογίζονται με το σύστημα της σύνθετης χρεωλυσίας...Με βάση τα ανωτέρω, ερμηνευόμενα όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και χωρίς προσήλωση τις λέξεις (ΑΚ 173, 200) αποδεικνύεται ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε και η επικουρική σύμβαση ανοικτού δανείου, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι κύριες συμβάσεις παροχής βραχυπρόθεσμων δανείων...
Τέλος εξ αντιδιαστολής με τα δάνεια μέσης και μακράς προθεσμίας, στα οποία, αντίθετα από ότι συμφωνήθηκε για τα βραχυπρόθεσμα δάνεια, δεν τηρείται ανοιχτός λογαριασμός, αλλά συμφωνήθηκε να παρακολουθείται το καθένα σε χωριστή υπομερίδα και η εξόφλησή τους να γίνεται σε ετήσιες τοκοχρεωλυτικές δόσεις...
Επομένως..., ο εν λόγω ανοιχτός λογαριασμός πίστωσης που συμφωνήθηκε με την εκκαλούσα τράπεζα και τον εφεσίβλητο... περιλαμβάνεται στην έννοια του αλληλόχρεου λογαριασμού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά από την από 16.9.2004 αίτηση του εφεσιβλήτου για τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής του προς την εκκαλούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004, η τελευταία (εκκαλούσα) με το από 3488/7.12.2004 έγγραφό της του γνωστοποίησε ότι οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων που υπάγονται στο άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 3259/2004...
ανέρχονται στο ποσό των 66.074,79 ευρώ, οφειλή που μπορεί να αποπληρωθεί σε ετήσιες ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις σε διάρκεια μέχρι 10 έτη και με διετή περίοδο χάριτος... Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι τα συμβατικά ασφάλιστρα δεν εμπίπτουν στην έννοια του τέλους, φόρου ή εξόδων, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 39 του ν. 3259/2004 και ως εκ τούτου συνυπολογίζονται στη συνολική οφειλή.
Τέλος, όσον αφορά το αίτημα της αγωγής περί υπαγωγής της οφειλής του ενάγοντος-εφεσιβλήτου στις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και του προσδιορισμού της αποπληρωμής της σε διάρκεια επτά ετών εκ των οποίων τα δύο θα αποτελούν περίοδο χάριτος είναι απορριπτέο, δεδομένου ότι η ρύθμιση της οφειλής σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις χωρεί αυτοδικαίως εκ του νόμου, ο υπολογισμός της συνιστά ζήτημα αριθμητικών πράξεων και δεν προβλέπεται συμφωνία των μερών ή παρεμβολή του Δικαστηρίου.
Ενδεχόμενη δε προσφυγή στο Δικαστήριο μπορεί να γίνει μόνο ως προς τον προσδιορισμό της οφειλής και έχει κατ' ανάγκη αναγνωριστικό χαρακτήρα...". Με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης, κράτησε και δίκασε την αγωγή του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, την οποία απέρριψε, καθόσον, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, διέλαβε την κρίση ότι, μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκε η 66/16-2-1993 (επίμαχη) σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό και όχι δοσοληπτικό λογαριασμό, ενώ, ορθώς ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, έκρινε ότι η με βάση αυτές ρύθμιση της οφειλής χωρεί αυτοδικαίως εκ του νόμου και δεν προβλέπεται συμφωνία των μερών ή παρεμβολή του Δικαστηρίου.
Συνακόλουθα, όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων στο μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, εκτός του ότι τυγχάνει, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν παραθέτει το νομικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο, ως προς την εφαρμογή της ως άνω διάταξης, σε κάθε περίπτωση δε, τυγχάνει αβάσιμος.
Κατά τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα έκρινε την επίμαχη σύμβαση ως σύμβαση πιστώσεως ανοικτού λογαριασμού και όχι ως δανειακή τοιαύτη, τυγχάνουν απαράδεκτες, ως πλήττουσες την εσφαλμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 3 Β περ.δ' του Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24-12-2013 (51/16-1-2014) αίτηση του Ι. Β. του Λ. για αναίρεση της 147/2011 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ