Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague annulment reasons and lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and an individual against a First Instance Court judgment. The appellants argued that the lower court incorrectly rejected their annulment claim due to vagueness and procedural errors regarding the burden of proof. The court held that the annulment reasons were already rejected as inadmissible and substantively unfounded by the lower court, rendering the appeal legally interest-free.
Legislator headnote
AI generatedArticles 583 et seq. and 585 of the Code of Civil Procedure; The annulment petition must contain clear and specific grounds; new grounds submitted late are inadmissible; an appeal lacks legal interest if the contested judgment is fully supported by a non-impacted subsidiary ground.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 531 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 531/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ν. Μ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπαδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-02-2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 704/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-05-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι (ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου άσκησης της ανακοπής, το οποίο έχει εφαρμογή σε κάθε μορφή ανακοπής, όπως και στην προκειμένη ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, αφού δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση, "Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα αναφερόμενα στα άρθρα 118 έως 120 στοιχεία και τους λόγους της.
Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνον με πρόσθετο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ημέρες ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι α) το δικόγραφο της ανακοπής και των προσθέτων λόγων αυτής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή σαφείς και ορισμένες αντιρρήσεις και ενστάσεις (λόγους) ανακοπής κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, και β) νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των προσθέτων λόγων αυτής κρίνονται απαράδεκτοι, γιατί δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, η οποία ασκείται κατά της απορριπτικής απόφασης της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, οι οποίοι αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικώς το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1094/2020).
Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1 εδ. α` και 2, 628 παρ. 1 στοιχ. α, 629 εδ. α`, 632, παρ. 1 εδ. α` και 633 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη υπόθεση χρόνο, στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται καθολικά η υπόθεση, αλλά στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι προσδιορίζουν την έλλειψη είτε των διαδικαστικών (τυπικών) είτε των ουσιαστικών προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής.
Iσχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και αντικειμενικά ήταν αδύνατη η προβολή τους για το λόγο ότι τα περιστατικά που τις στηρίζουν συντελέστηκαν μετά την έκδοση αυτής.
Άρα δεν είναι λογικώς δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της έκδοσής της. Έτσι, τα επιγενόμενα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικά, όπως η απόσβεση της απαίτησης εν όλω ή εν μέρει, με καταβολή του χρηματικού ποσού αυτής, μπορούν να προταθούν μόνο μέσω της κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτέλεσης (ΑΠ 1094/2020, ΑΠ 1371/2018, ΑΠ 1344/2017).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες οι οποίες ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, και όχι σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 1371/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Κατόπιν της από 14-1-2013 αίτησης της αναιρεσίβλητης προς το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, εκδόθηκε η με αριθμό 9/2013 διαταγή πληρωμής αυτού, με την οποία οι αναιρεσείοντες, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, στην αναιρεσίβλητη, ως χρεωστικό υπόλοιπο σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και των πρόσθετων πράξεων αυτής, που καταρτίστηκαν μεταξύ της αναιρεσίβλητης τράπεζας και της πιστούχου πρώτης αναιρεσείουσας και του δεύτερου αναιρεσείοντος ως εγγυητή, ευθυνόμενου ως αυτοφειλέτη, το ποσό των 844.942,16 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.
Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 19-2-2013 ανακοπή τους, με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, επικαλούμενοι ως λόγους ανακοπής: α. ότι η σύμβαση με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη δ/γή πληρωμής, δεν ήταν σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό) αλλά σύμβαση δανείου, β.
ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε από κατά τόπον αναρμόδιο δικαστήριο, και γ. ότι ο με αριθμ. 4 παρ. 2 όρος της σύμβασης, με τον οποίο το επιτόκιο υπολογίστηκε με βάση το έτος 360 ημερών και όχι 365, είναι άκυρος κατά τα ειδικότερα σ' αυτόν αναφερόμενα. Μετά την έκδοση επί της ανακοπής, ερήμην των ήδη αναιρεσειόντων, της με αριθμ. 44/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή και επικυρώθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 5-7-2016 έφεσή τους και με σχετικό λόγο έφεσης, πρότειναν, λόγο ανακοπής (ένσταση) μερικής εξόφλησης της οφειλής της πρώτης αναιρεσείουσας και ισόποσης ελευθέρωσης του εγγυητή δεύτερου αναιρεσείοντος (και της μη διάδικης εγγυήτριας εταιρίας με την επωνυμία "..."), λόγω κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής της Τράπεζας Πειραιώς, συνολικού ύψους 196.000,00 ευρώ που κατέπεσε ασφαλίζοντας χρέη της πρώτης αναιρεσείουσας από την ένδικη σύμβαση πίστωσης, επιδιώκοντας την ανάλογη μείωση της επιδικασθείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης.
Έτσι, οι αναιρεσείοντες, με το δικόγραφο της έφεσης πρότειναν, απαραδέκτως, για πρώτη φορά ως λόγο ανακοπής τη μερική εξόφληση της επιδικασθείσας απαίτησης της αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι, κατά τα ως άνω, στο δικόγραφο της ανακοπής δεν διαλαμβάνονταν τέτοιος λόγος ανακοπής ούτε και είχαν προβάλει τον ανωτέρω ισχυρισμό με πρόσθετο λόγο ανακοπής.
Το Εφετείο, αναφορικά με τον παραπάνω λόγο έφεσης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: " ...οι εκκαλούντες (αναιρεσείοντες) με την ένδικη έφεση βάλλουν κατά της εκκαλουμένης απόφασης το πρώτον ισχυριζόμενοι, πλέον των άλλων, ότι:
η απαίτηση με βάση την οποία έχει εκδοθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, έχει εξοφληθεί μερικώς, λόγω κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής, συνολικού ύψους 196.000,00 ευρώ, ότι αυτή η απαίτηση δεν είναι βέβαιη ... Οι παραπάνω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι, καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι αυτοί δεν είχαν προταθεί ως λόγοι ανακοπής κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής αλλά για πρώτη φορά προβλήθηκαν στο παρόν Δικαστήριο, με το δικόγραφο της έφεσης, με αποτέλεσμα να επιχειρείται ανεπίτρεπτα να προσβληθεί το πρώτον ενώπιον το δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η διαταγή πληρωμής με βάση αιτιάσεις που στηρίζονται σε περιστατικά, πρόσθετα των όσων αναφέρονται στο δικόγραφο της ανακοπής, τα οποία προβλήθηκαν με τους ως άνω λόγους έφεσης κατά της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης και όχι με πρόσθετους έστω λόγους ανακοπής.
Επί πλέον δε κατά το μέρος ειδικότερα που αφορά στον πρώτο ως άνω λόγο (μερικής εξόφλησης με την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής) επειδή από την επισκόπηση των προσκομισθέντων από τους ανακόπτοντες εγγράφων η τελευταία φέρεται να κατέπεσε στις 31-1-2013... ενώ η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είχε εκδοθεί ...στις 14-1-2013..., ο σχετικός λόγος θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, κατά πράξης εκτέλεσης, με βάση την ανωτέρω ως εκτελεστό τίτλο, αφού αφορά σε γεγονότα που γεννήθηκαν μετά από την έκδοση αυτής,....".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο το λόγο έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επιχείρησαν, με οψιγενή ισχυρισμό, να επεκτείνουν το αντικείμενο της δίκης που ανοίχθηκε με την ένδικη ανακοπή, στους λόγους της οποίας δεν περιλαμβάνεται η μερική εξόφληση της ένδικης απαίτησης, αφού ο παραπάνω ισχυρισμός (λόγος ανακοπής) προτάθηκε απαραδέκτως το πρώτον με την έφεση των αναιρεσειόντων, ενώ ούτε και περιεχόμενο πρόσθετου λόγου ανακοπής μπορούσε να αποτελέσει η φερόμενη μερική εξόφληση της απαίτησης, διότι δεν υπήρχε κατά το χρόνο κατά τον οποίο κρίνονται οι προϋποθέσεις εγκυρότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, αλλά μόνον λόγο ανακοπής της εκτέλεσης του άρθρου 933 επ.
της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την ανωτέρω διαταγή ως τίτλο εκτελεστό. Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο το λόγο ανακοπής κατά τη διαταγής πληρωμής που ασκήθηκε με το δικόγραφο της έφεσης και σε κάθε περίπτωση επειδή η μερική εξόφληση προέκυψε μεταγενέστερα από την έκδοση της ανακοπτόμενης δ/γής πληρωμής και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα θεωρούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράγματα αποτελούν και οι λόγοι ανακοπής (ενστάσεις) κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 387/2020, ΑΠ 631/2020, ΑΠ 368/2019).
Με τους ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν μη νομίμως ή απαραδέκτως (ΑΠ 360/2020, ΑΠ 748/2020, ΑΠ 1275/2009). Δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε, και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1293/2017, ΑΠ 431/2015), ακόμη και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/96, ΑΠ 1650/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το αριθμ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το λόγο ανακοπής (ένσταση) μερικής εξόφλησης, με την κατάπτωση εγγυητικής επιστολής, ύψους 196.000,00 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη το λόγο ανακοπής (ένσταση) μερικής εξόφλησης και τον απέρριψε για τυπικό λόγο (ως απαράδεκτο). Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.
Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές), από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 478/2021, ΑΠ 753/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ανακοπής και της έφεσης των αναιρειόντων προκύπτει, ότι αυτοί με τον τρίτο λόγο έφεσης επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τον τρίτο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο προέβαλαν ως άκυρο τον όρο της σύμβασης (άρθρ. 4 παρ.2 αυτής) με τον οποίο το επιτόκιο του δανείου υπολογίστηκε με βάση έτος 360 ημερών και όχι 365 ημερών.
Το εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν προσδιορίζεται κατά ποιο ποσό συνολικά επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας του υπολογισμού αυτού (προσδιορίζει γενικώς την επιβάρυνση σε ποσοστό 1,3889%), δεδομένου και ότι ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττει αυτή στο σύνολό της...
Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000, περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών [Athibor] που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1103/1997 αντικαθίστανται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, λαμβάνεται υπόψη, ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών, προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360.
Το ίδιο εφαρμόζεται ως προς τις υποχρεωτικές καταθέσεις πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατόπιν της πράξης 30/14-2000 [ΦΕΚ Α' 43/00] του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, κατά την οποία, το συνολικό ποσό της υποχρεωτικής κατάθεσης κάθε πιστωτικού ιδρύματος θα τηρείται εντόκως... Οι τόκοι λογίζονται με βάση το έτος 360 ημερών.
Και ναι μεν με την ΚΥΑ ΦΙ-983/7.21-3-1991, άρθρο 14 εδ. δ' [ΦΕΚ Β' 172/91], όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 3 α' της ΚΥΑ ΖΙ17818/13.2.9/32001 [ΦΕΚ Β' 255/2001], οι οποίες εκδόθηκαν προς εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με την κοινοτική οδηγία 87/103/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 90/88/ΕΟΚ και τη σύσταση 97/489 της Επιτροπής της ΕΕ, καθιερώνεται διάρκεια έτους 365 ημερών, 52 εβδομάδων και ίσων με αυτές 12 μηνών στην καταναλωτική πίστη, πλην όμως η ρύθμιση αυτή αφορά στις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως στις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και κατόχου πιστωτικής κάρτας ...
Ο προσβαλλόμενος αυτός όρος κατ' αρχήν δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, καθώς δεν είναι αντίθετος σε κάποια απαγορευτική ρήτρα που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρίθμηση συγκεκριμένων ΓΟΣ που θεωρούνται "PER SE" καταχρηστικοί, με βάση τα κριτήρια των εδαφίων α' και β της παρ. ό του άρθρου 2 του ν.2251/1 994 (περί καταναλωτών), ούτε περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, ενώ εν προκειμένω τηρήθηκε η αρχή της διαφάνειας.
Επομένως, η απαίτηση της καθ' ης, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και βέβαιη ήταν στο σύνολό της και εκκαθαρισμένη, καθώς αποτελούσε το οριστικό κατάλοιπο κλεισθείσας σύμβασης πίστωσης...". Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι ο παραπάνω λόγος ανακοπής των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με δύο επάλληλες αιτιολογίες που καθεμία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, και ειδικότερα με την πρώτη ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, και με τη δεύτερη, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση τηρήθηκε η αρχή της διαφάνειας και ο προσβαλλόμενος όρος δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος ούτε περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αόριστο τον παραπάνω λόγο της ανακοπής τους λόγω μη προσδιορισμού του ποσού, κατά το οποίο με την τοκογονία των 360 ημερών επιβαρύνθηκε η ένδικη απαίτηση, εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου περί κατανομής του βάρους αποδείξεως και συγκεκριμένα αντέστρεψε το δικονομικό βάρος απόδειξης σε βάρος των ανακοπτόντων, κατ' εκτίμηση δε, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση και για πλημμέλεια από τον αρ. 14α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον παραπάνω λόγο της ανακοπής τους.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες ουδόλως πλήττουν με λόγο αναίρεσης την δεύτερη επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, και, επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτών, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμησή του αναιρετικού αυτού λόγου δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας πλήρως στηρίζει η μη πληττόμενη ως άνω επικουρική αιτιολογία της απόφασης, με την οποία ο ανωτέρω λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 191 παρ. 2, 183, 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2019 αίτηση 1)της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και 2)του Ν. Μ. του Θ. για αναίρεση της με αριθμό 704/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ