Legislator Case Law & Legislation
531/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding mental distress damages awarded to deceased worker's family.

Case Number 531/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an oil processing company against a labor tribunal's judgment awarding significant mental distress damages to the family of a deceased worker. The lower court found the company liable for the sudden death of a healthy employee and ordered payments to his widow and children based on their emotional suffering and financial dependence. The appellate court rejected the company's arguments, ruling that the awarded amounts were not disproportionate and fell within the court's discretionary power.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code; The Supreme Court held that when a worker's death causes mental distress to close relatives, the employer may be held liable for damages if fault and causation are established, and the awarded compensation must not exceed reasonable limits based on common practice and the specific circumstances of the case.

Keywords

AI generated
labor dispute damages mental distress compensation deceased worker liability discretionary power limits proportionality principle family dependency supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 330, 914 of the Civil Code
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 495, 614 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 531 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 531/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΙΟΥΡΓΙΑ Ν. Α.Ε.", που εδρεύει στον Πύργο και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Ν. του Δ., 3) Δ. Ν. του Ι., 4) Π. Ν. του Ι., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαμπρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Β., χήρας Κ. Ν., 2) Μ. Ν. του Κ., 3) Ι. Ν. του Κ., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κονδύλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/8/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 293/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 311/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/4/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αρθμ. 311/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αρθμ. 293/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, 30.000 ευρώ στην πρώτη αναιρεσίβλητη και 30.000 ευρώ στον καθένα από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους και αναγνώρισε την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, 40.000 ευρώ στην πρώτη αναιρεσίβλητη και 30.000 ευρώ στον καθένα από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο του συζύγου της πρώτης και πατέρα των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552 ,553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 του A.K. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 AΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Εξάλλου από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 932 AΚ και 16 του Ν 551/1915, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτό οι γενικές διατάξεις (Ολ ΑΠ 1117/1986).

Επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή του προστηθέντος απ' αυτόν (άρθρο 932 AΚ) με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 AΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 του Ν 515/1915 (ΑΠ 35/2010, ΑΠ 1042/2008).

Πταίσμα του εργοδότη μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν απ' αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ (ΑΠ 1577/2014, ΑΠ 906/2012). Περαιτέρω από τα άρθρα 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως αιτιολογίες δε νοούνται τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1577/2014, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, της αποκλειστικής τους υπαιτιότητας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η απόφαση α) ενώ δέχεται ότι η μη επισκευή του φρένου - λάμας της επίδικης πόρτας όταν αυτή άρχισε να λυγίζει αποτελεί την αιτία της αποκολλήσεώς της και της καταπλακώσεως του παθόντος, στη συνέχεια αντιφάσκει δεχόμενη ότι η ακαταλληλότητα του φρένου - λάμας που είχε τοποθετηθεί από τον παθόντα αποτελεί την αιτία της αποκολλήσεώς της και της καταπλακώσεως του παθόντος, β) ενώ δέχεται ότι οι ίδιοι γνώριζαν τη βλάβη και την αστάθεια της πόρτας, αφού στο παρελθόν είχε βγει από τα όρια της κολώνας και δεν μερίμνησαν να την αποκαταστήσουν, στη συνέχεια αντιφάσκει δεχόμενη ότι τον Αύγουστο του 2013 είχε αποκατασταθεί από τον παθόντα η βλάβη της μεταλλικής λάμας ,γεγονός που αποδεικνύει ότι είχαν μεριμνήσει για την αποκατάσταση της βλάβης και είχαν αναθέσει τη συντήρηση και τον έλεγχο της πόρτας στον θανόντα, γ) ενώ δέχεται ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν πως ο παθών δεν είχε την κατάλληλη εκπαίδευση για τη συντήρηση και αποκατάσταση της βλάβης της μεταλλικής λάμας, στη συνέχεια αντιφάσκει δεχόμενη ότι ο θανών τον Αύγουστο του 2013 είχε αποκαταστήσει την ίδια βλάβη, δηλ.

είχε ηλεκτοσυγκολλήσει νέα λάμα στη θέση της παλαιάς, εργασία που ανήκε στα καθήκοντά του ως ηλεκτρολόγου. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561παρ.2ΚΠολΔ), το Εφετείο, ως προς το ανωτέρω ζήτημα δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζομένου οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, διότι αυτοί αν και ως μέλη του Δ.

Σ. της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, με τα ως άνω καθήκοντα, είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την ασφαλή τοποθέτηση και κίνηση της πόρτας, που είτε προβλέπονταν από το νόμο είτε επιβάλλονταν από την υποχρέωση πρόνοιας για τους εργαζόμενους τους, παρέλειψαν να λάβουν αυτά για την αποτροπή της κατάπτωσης αυτής, με συνέπεια το θάνατο του.

Συγκεκριμένα, αυτοί δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν και μπορούσαν ως μέσοι συνετοί επαγγελματίες, ώστε η επίδικη πόρτα να κατασκευαστεί κατά τρόπο που η πτώση, κατάρρευση ή ο εκτροχιασμός της να αποτρέπεται κατά τη διάρκεια της κανονικής λειτουργίας της σε περίπτωση επαφής με στάσιμα εμπόδια ή σε περίπτωση που αποτύχει ένα στοιχείο αναστολής κίνησης και δεν μερίμνησαν ώστε να κατασκευάσουν μία πόρτα που να διαθέτει σύστημα ασφαλείας, ώστε να την εμποδίζει να βγαίνει από την τροχιά της και να πέφτει, παρά την ρητή υποχρέωσή τους από τις προαναφερόμενες στην' υπό στοιχείο Α μείζονα σκέψη διατάξεις του π.δ.16/1996 (άρθρ.3, 10 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 άρθρ.12), όπως παρεκτάματα ή αντηρίδες αντιστήριξης με πρόσθετους βοηθητικούς τροχούς.

Επίσης δεν επιμελήθηκαν για την τοποθέτηση μηχανισμού επιβράδυνσης στο κλείσιμο της πόρτας (μοτέρ), το οποίο και ήταν απαραίτητο λόγω του μεγάλους βάρους αυτής (περίπου 600 κιλών). Αντίθετα, το σύστημα ασφαλείας έναντι πτώσης από την οριζόντια θέση σε περίπτωση εκτροχιασμού του φορείου κύλισης από τον οδηγό, τοποθετήθηκε σε μεταγενέστερο του ενδίκου ατυχήματος χρόνο.

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι δεν μερίμνησαν για την τακτική καλή συντήρηση και έλεγχο της σιδερένιας πόρτας στα επί μέρους εξαρτήματα και ιδίως σχετικά με την ικανότητα λειτουργίας της πόρτας και κυρίως δεν φρόντισαν για την επισκευή και αποκατάσταση της ως άνω σοβαρότατης βλάβης που είχε προκληθεί στην εσωτερική διατομή της προεξέχουσας ως άνω σιδερένιας λάμας, η οποία λόγω της ισχυρής οξείδωσης, όπως προαναφέρθηκε, είχε διαβρωθεί και ρηγματώσει και συγκρατούνταν διπλωμένη μόνο από ένα ελάχιστο μέρος μόλις μερικών χιλιοστών της διατομής της, με συνέπεια να μην έρχεται σε καμία επαφή με την κολώνα για να σταματήσει την κίνηση του συρόμενου μεταλλικού φύλλου στην προβλεπόμενη θέση ΣΤΟΠ και να αποτρέψει το ξεμοντάρισμα και την ανατροπή του.

Σχετικά δε με την ευθύνη αυτή των εναγομένων ενδεικτική είναι και η σημείωση στην υπ' αριθμ.2452/2014 ως άνω έκθεσης αυτοψίας στην οποία αναφέρεται ότι: "ο εργοδότης όχι μόνο δεν μερίμνησε για την άμεση αποκατάσταση της σοβαρότατης βλάβης στο ανατραπέν μεταλλικό φύλλο, η οποία εγκυμονούσε θανάσιμους κινδύνους για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά δεν διέκοψε και την χρήση του στο διάστημα αυτό για την είσοδο και έξοδο των εργαζομένων μέχρι την αποκατάσταση της βλάβης", ενώ στην "Ανακεφαλαίωση" αναφέρεται ότι το θανατηφόρο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί εάν είχαν τηρηθεί από τον εργοδότη οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τον σωστό σχεδιασμό και την σωστή και ασφαλή κατασκευή της πόρτας, τον τακτικό έλεγχο και την συντήρησή της, καθώς και για την άμεση επισκευή - αποκατάσταση της βλάβης της εκ κατασκευής ελαττωματικά τοποθετημένης, σπασμένης και διπλωμένης μεταλλικής λάμας που ήταν το μοναδικό στοπ του ανατραπέντος φύλλου.

Η κακή συντήρηση της πόρτας, ο μη έλεγχος της καλής και ασφαλούς λειτουργίας της και η μη πλήρης και ασφαλής αποκατάσταση της βλάβης συνδέοντα] αιτιωδώς με το ατύχημα, οι δε εναγόμενοι όφειλαν γνωρίζοντας τη βλάβη αυτή και το πρόβλημα αστάθειας της πόρτας, αφού όπως προαναφέρθηκε είχε ξαναβγεί κατά το παρελθόν από τα όρια της κολώνας και τους εξ αυτής κινδύνους, να την αποκαταστήσουν, καθώς και να διακόψουν την χρήση της για την είσοδο και έξοδο των εργαζομένων μέχρι να αποκατασταθεί η ως άνω βλάβη" Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον περιέλαβε σ'αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεδομένου ότι από το αιτιολογικό της προκύπτουν με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 298 και 914 ΑΚ που εφάρμοσε.

Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι το ένδικο ατύχημα και ο θανάσιμος τραυματισμός του εργαζομένου οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) των αναιρεσειόντων, καθόσον αυτοί α)δεν φρόντισαν, όπως όφειλαν και μπορούσαν ως συνετοί επαγγελματίες, ώστε η επίδικη πόρτα να κατασκευασθεί κατά τρόπο που η πτώση, κατάρρευση ή ο εκτροχιασμός της να αποτρέπεται κατά τη λειτουργία της, αφού δεν μερίμνησαν ώστε να κατασκευάσουν την πόρτα, ώστε να διαθέτει σύστημα ασφαλείας, το οποίο να την εμποδίζει να βγαίνει από την τροχιά της και να πέφτει, παρά τη ρητή υποχρέωσή τους από τις διατάξεις του ΠΔ16/1996, β)δεν μερίμνησαν για την τακτική καλή συντήρηση και έλεγχο της σιδερένιας πόρτας στα επιμέρους εξαρτήματά της και κυρίως δεν φρόντισαν για την επισκευή και αποκατάσταση της σοβαρότατης βλάβης που είχε προκληθεί στην εσωτερική διατομή της σιδερένιας λάμας, η οποία, λόγω ισχυρής οξειδώσεώς της, είχε διαβρωθεί και συγκρατείτο διπλωμένη μόνο από ένα ελάχιστο μέρος της διατομής της, με συνέπεια να μην έρχεται σε επαφή με την κολώνα για να σταματήσει την κίνηση του συρόμενου μεταλλικού φύλλου στη θέση ΣΤΟΠ και να αποτρέψει το ξεμοντάρισμα και την ανατροπή του και γ)η κακή συντήρηση της πόρτας, ο μη έλεγχος της καλής και ασφαλούς λειτουργίας της και η μη πλήρης και ασφαλής αποκατάσταση της βλάβης συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, οι δε αναιρεσείοντες όφειλαν, γνωρίζοντας την βλάβη αυτή και το πρόβλημα αστάθειας της πόρτας, αφού είχε ξαναβγεί κατά το παρελθόν από τα όρια της κολώνας και τους εξ αυτής κινδύνους, να την αποκαταστήσουν, καθώς και να διακόψουν τη χρήση της για την είσοδο και έξοδο των εργαζομένων μέχρι να αποκατασταθεί η ως άνω βλάβη.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την εκ του ίδιου ως άνω άρθρου (559 αρθμ.19) πλημμέλεια ότι με αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον πρωτόδικο ισχυρισμό τους, τον οποίο επανέφεραν στο Εφετείο, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται ότι ανέθεσαν στον θανόντα να τοποθετήσει την βαριά βιομηχανικού τύπου πόρτα, χωρίς να έχει σχετική εξειδίκευση και ότι ο παθών δεν γνώριζε τους κινδύνους από την τοποθέτησή της και από την τομή που έκανε στη λάμα ούτε είχε την κατάλληλη εκπαίδευση για τη συντήρηση και αποκατάσταση της βλάβης της πόρτας, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι ο θανών, που δεν είχε γνώσεις και εμπειρία να προβεί στις εν λόγω εργασίες ,δεν είχε καμία υπαιτιότητα στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, ως προς τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του θανόντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Σχετικά δε με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα άλλως συνυπαιτιότητα του θανόντος, στον οποίο είχαν αναθέσει τόσο την τοποθέτηση της πόρτας όσο και τον έλεγχο και τακτική συντήρηση αυτής, διότι δεν επιμελήθηκε για την σωστή της τοποθέτηση, καθώς και την επισκευή της μεταλλικής διατομής της πόρτας παρότι αυτή είχε λυγίσει, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάθεση στον παθόντα της τοποθέτησης της ως άνω βαριάς βιομηχανικού τύπου πόρτας, παρότι γνώριζαν ότι δεν είχε επαρκή εμπειρία στην τοποθέτηση πορτών, αφού ουδέποτε είχε προϋπηρεσία σε τέτοια συνεργεία τοποθέτησης βιομηχανικών πορτών, ούτε η τοποθέτηση τέτοιου είδους βαριάς βιομηχανικής πόρτας εντάσσονταν στα καθήκοντά του, ανάγεται σε δική τους αποκλειστικά υπαιτιότητα, καθώς ό θανών δεν είχε τις απαιτούμενες γνώσεις ούτε και εκπαίδευση-εμπειρία για την τοποθέτηση της πόρτας και λόγω της εργασιακής εξάρτησής του, από την πρώτη εναγόμενη, ακολούθησε την σχετική εντολή της.

Συνεπώς, η ασφαλή τοποθέτηση της πόρτας συνιστά δική τους ευθύνη, καθώς έπρεπε να αναθέσουν την τοποθέτηση αυτής ή στον κατασκευαστή της ή σε μηχανολόγο μηχανικό ή σε ειδικό συνεργείο εφαρμογής για τοποθέτηση πορτών τέτοιου, είδους, ώστε μετά την ασφαλή τοποθέτηση αυτής να έχουν και την ικανότητα να ελέγξουν και την ασφαλή λειτουργία της.

Ενδεικτικό στοιχείο δε της έλλειψης εμπειρίας του θανόντος στην τοποθέτηση της σιδερένιας πόρτας είναι το γεγονός ότι την εργασία της κατασκευής περίφραξης αλλά και πόρτας με σίδερα σε θερμοκήπιο σε ακίνητο ιδιοκτησίας του ανέθεσε στον Κ. Π., ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν ο ίδιος γνώριζε να εκτελεί τις εργασίες αυτές, προκειμένου να αποφύγει να επιβαρυνθεί το σχετικό τους κόστος.

Επίσης, ευθύνονται οι εναγόμενοι καθόσον κατά την τοποθέτηση της πόρτας αυτής από τον ανειδίκευτο για την σχετική εργασία παθόντα, που δεν διέθετε τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις για την επιχείρηση της εργασίας αυτής, ουδείς εξ αυτών, ούτε κάποιο άλλο πρόσωπο με τις γνώσεις αυτές ήταν παρών, προκειμένου να δίνει οδηγίες, να επιβλέπει και να ελέγχει για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω επιβαλλομένων μέτρων ασφαλείας, ενώ ούτε και μετά την τοποθέτησή της, η οποία και συνιστούσε από μόνη της επικίνδυνη εργασία, λόγω του υλικού και του βάρους της πόρτας, φρόντισαν να ελέγξουν αν είχε τοποθετηθεί με ασφάλεια.

Ούτε, άλλωστε έδωσαν εντολή στον θανόντα να τοποθετήσει στην πόρτα κατάλληλο σύστημα ασφαλείας που να την εμποδίζει να εκτροχιάζεται και να πέφτει, ούτε του έδωσαν οδηγίες και πληροφορίες για την ασφαλή της τοποθέτηση, ενόψει του ότι όπως προαναφέρθηκε η συγκεκριμένη εργασία ήταν επικίνδυνη και έτσι αυτός τοποθέτησε ως ΣΤΟΠ την παραπάνω αυτοσχέδια λάμα.

Εξάλλου, ο παθών δεν είχε τη δυνατότητα να τοποθετήσει τέτοιο σύστημα ασφαλείας στην πόρτα, αφού προέβη στην τοποθέτηση της με τα υλικά που του είχε χορηγήσει η πρώτη εναγόμενη και δη μία βαριά πόρτα, που δεν ήταν αυτοφερόμενη, χωρίς κάποιο μηχανισμό κύλισης (μοτέρ) που να επιβραδύνει την κίνησή της να οδηγεί την πόρτα σταδιακά, ώστε πριν το κλείσιμο να σταματάει την κίνησή της και στα οποία υλικά δεν περιλαμβανόταν κατάλληλο σύστημα ασφαλείας αυτής (όπως παρεκτάματα ή αντηρίδες αντιστήριξης) και που μάλιστα δεν προσάρμοζε καλά.

Για το λόγο αυτό και εξαιτίας της έλλειψης ειδικών γνώσεων και εμπειρίας, ο παθών τοποθέτησε την ακατάλληλη για την λειτουργίας της ως φρένο, μεταλλική λάμα, πλάτους μόλις 5 χιλιοστών που ήταν και το μοναδικό φρένο της πόρτας, η οποία ήταν πολύ βαριά ώστε να σταματάει η κίνησή της με την λάμα αυτή, που μάλιστα είχε οξειδωθεί.

Ιδιαίτερα δε, δεν έδωσαν, όπως όφειλαν ως μέσοι συνετοί επαγγελματίες, ρητή και σαφή εντολή στον παθόντα, συνοδευόμενη από οδηγίες και πληροφορίες για την επικινδυνότητα της συγκεκριμένης εργασίας, να μην επιχειρήσει μόνος του την τοποθέτηση της πόρτας. Ενόψει αυτών καθίσταται σαφές ότι ανέθεσαν στον θανόντα να εκτελέσει το έργο της τοποθέτησης βιομηχανικής βαριάς πόρτας, ενώ είχε προσληφθεί με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτρολόγου και όφειλε να παρέχει μόνο αντίστοιχες εργασίες, αφού ουδεμία εξειδίκευση είχε για την σχετική εργασία.

Ο παθών δε, λόγω της έλλειψης τοιαύτης εμπειρίας δεν γνώριζε τους κινδύνους από την κατά τα ως άνω τοποθέτησή της και από την τομή που έκανε στη λάμα, αφού αν τους γνώριζε δεν θα έθετε και τον ίδιο τον εαυτό του σε κίνδυνο, καθόσον και ο ίδιος περνούσε κάθε μέρα από την πόρτα αυτή για να μεταβεί στην εργασία του.

Επίσης, δεν είχε την κατάλληλη εκπαίδευση ούτε και για την συντήρηση και αποκατάσταση της βλάβης της πόρτας και τούτο το γνώριζαν οι εναγόμενοι. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι οι εκκαλούντες ενώ στον πρώτο λόγο της έφεσής τους ισχυρίζονται ότι η υπαιτιότητα του θανόντος έγκειται στο ότι δεν είχε επιμεληθεί για τη σωστή τοποθέτηση της επίδικης πόρτας (ελαττωματική κατασκευή αυτοσχέδιου συστήματος ασφαλείας), ούτε για την συντήρηση, τον έλεγχο λειτουργίας αυτής, καθώς και για την επισκευή του συστήματος ασφαλείας, με τις προτάσεις, καθώς και την προσθήκη- αντίκρουση που κατέθεσαν ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου ισχυρίζονται ότι ο θανών τοποθέτησε σωστά την επίδικη πόρτα και το ένδικο ατύχημα δεν οφείλεται στην τοποθέτησή της από αυτόν, αλλά οφείλεται αποκλειστικά στην -έλλειψη συντήρησης της δεξιάς μεταλλικής λάμας που είχε κατασκευάσει και τοποθετήσει ο θανών ως φρένο για την κύλιση του δεξιού της φύλλου, καθώς και στην μη επισκευή της από αυτόν όταν είχε αρχίσει να λυγίζει.

Πέραν αυτής της ανακολουθίας σχετικά με την ακριβή αιτία της απόδοσης υπαιτιότητας στον θανόντα εκ μέρους των εκκαλούντων, πρέπει να σημειωθεί ότι και σχετικά με την ως άνω αιτίαση σχετικά με την ευθύνη του για την μη επισκευή της πόρτας, ότι και η επισκευή αυτή ήταν υποχρέωση των εναγομένων που όφειλαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην υπό στοιχείο Α μείζονα σκέψη, να μεριμνούν για την συντήρηση των εγκαταστάσεων που υφίστανται στον χώρο εργασίας, καθώς και για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων που διαπιστώνονται σε αυτές και που ενδέχεται να βλάψουν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.

Ο θανών, άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, δεν είχε και τις τεχνικές γνώσεις ούτε για την επιτέλεση αυτών των καθηκόντων (συντήρηση και επισκευή πόρτας), αφού, ακόμη και αν περιστασιακά ασχολούνταν με σιδηροκατασκευές, η κύρια εργασία του τόσο στην πρώτη εναγόμενη όσο και σε προηγούμενες επιχειρήσεις ήταν αυτή του ηλεκτρολόγου, η δε συντήρηση και επισκευή της πόρτας έπρεπε επίσης να ανατεθεί από τους εναγόμενους είτε στην κατασκευάστρια της πόρτας εταιρία είτε σε κάποιο ειδικό για τις εργασίες αυτές συνεργείο.

Εξάλλου και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ευθύνεται για το ένδικο ατύχημα ο θανών διότι έκλεισε την πόρτα με ορμή, όπως προκύπτει από το ότι η πόρτα βρέθηκε σε απόσταση ενός περίπου μέτρου από την κολώνα δεν ευσταθεί καθώς η απόσταση αυτή δικαιολογείται και από το βάρος και την μάζα της πόρτας, η δε ώθηση που ασκήθηκε από τον παθόντα ήταν αναγκαία, εξαιτίας του μεγάλου βάρους της για να κινηθεί και να κλείσει, προκειμένου να είναι ασφαλής η επιχείρηση της πρώτης εναγόμενης και να αποτραπεί η είσοδος σ'αυτήν τρίτων προσώπων.

Επίσης, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ο θανών γνώριζε από τέτοιες εργασίες καθώς είχε προβεί σε τοποθέτηση περίφραξης. Όμως, η ως άνω εργασία καμία σχέση δεν έχει με την τοποθέτηση της επίδικης πόρτας αφού στη μεν πρώτη περίπτωση πρόκειται για σταθερή κατασκευή ελαφρού τύπου στη δε δεύτερη πρόκειται για τοποθέτηση βαριάς βιομηχανικής συρόμενης πόρτας".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε κατ'ουσίαν τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του θανόντος στο ένδικο ατύχημα, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων των άρθρων 300 και 914 ΑΚ.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι η ανάθεση στον παθόντα εκ μέρους των αναιρεσειόντων της τοποθετήσεως της βαριάς βιομηχανικού τύπου πόρτας, παρότι γνώριζαν ότι δεν είχε επαρκή εμπειρία στην τοποθέτηση πορτών, αφού δεν είχε τέτοια προϋπηρεσία ούτε η τοποθέτησή της αναγόταν στα καθήκοντά του, οφείλεται σε δική τους αποκλειστικά υπαιτιότητα, οι οποίοι ευθύνονται καθόσον κατά την τοποθέτηση της πόρτας από τον ανειδίκευτο παθόντα, που δεν διέθετε τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις ουδείς των αναιρεσειόντων ήταν παρών για να δίνει οδηγίες, να επιβλέπει και ελέγχει την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας, ούτε έδωσαν εντολή στον θανόντα να τοποθετήσει κατάλληλο σύστημα ασφαλείας, ώστε η πόρτα να μην εκτροχιάζεται και πέφτει, με αποτέλεσμα αυτός να τοποθετήσει ως ΣΤΟΠ της πόρτας μια μεταλλική λάμα, η οποία όμως ήταν ακατάλληλη για να σταματήσει την κίνηση της πολύ βαριάς πόρτας, επιπλέον δε οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι ο παθών που είχε προσληφθεί με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτολόγου δεν είχε την κατάλληλη εκπαίδευση ούτε και για τη συντήρηση και αποκατάσταση της βλάβης της πόρτας.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από τον αρθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, καθώς και ο αντίστοιχος λόγος.

Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ συνάγεται ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις), αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίσεως, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ολΑΠ 10/2017, ολΑΠ 9/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρθμ.1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την Αρχή της Αναλογικότητας που εκφράζουν τα άρθρα 25 παρ.1εδ.δ ' του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 932 ΑΚ και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν στους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ποσό των 70.000 ευρώ για τη σύζυγο και των 60.000 ευρώ για κάθε τέκνο, υπερτερεί δυσανάλογα του ποσού που επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες του ένδικου εργατικού ατυχήματος, το βαθμό πταίσματός τους και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτών και των αντιδίκων τους.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της χρηματικής ικανοποιήσεως της ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ,κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών, ηλικίας 54 ετών, ήταν απόλυτα υγιής, ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας του δεύτερου και της τρίτης των εναγόντων, ηλικίας 52, 17 και 14 ετών αντίστοιχα, κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

Όλοι συνδέονταν μαζί του με μεγάλο δεσμό αγάπης και πράγματι υπέστησαν ψυχική οδύνη από την απώλειά του. Ο ξαφνικός θάνατός του τους συγκλόνισε και τους προκάλεσε όπως ήταν φυσικό έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου. Πρέπει λοιπόν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν.

Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη α) την ηλικία του θανόντος, καθώς και την ηλικία και την ευαισθησία των άνω δικαιούχων, β) την καλή κατάσταση της υγείας του, γ) το βαθμό συναισθηματικής σύνδεσης των εναγόντων με το θύμα που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, δ) την ένταση και τη διάρκεια του ψυχικού τους άλγους, ε) την αποκλειστικότητα και την έκταση της αμέλειας των εναγομένων, στ) τις συνθήκες του θανάτου του και ζ) την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, από τους οποίους η οικογένεια των εναγόντων συντηρούνταν από την εργασία του θανόντος στο εργοστάσιο της πρώτης εναγομένης, για την οποία ελάμβανε το ποσό των 1.000 ευρώ περίπου μηνιαίως, η δε πρώτη εναγομένη, της οποίας ο δεύτερος εναγόμενος ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος και οι λοιποί εναγόμενοι μέλη του ΔΣ αυτής, είναι ανώνυμη εταιρεία με αντικείμενο επεξεργασίας πυρηνέλαιου, που όπως όλες οι επιχειρήσεις έχει υποστεί και αυτή τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα να καταγράφονται στον ισολογισμό της για τη χρήση 1-7-2012 έως 30-6-2013 κέρδη 80.000 ευρώ και για τη χρήση 1-7-2013 έως 30-6-2013 ζημίες ύψους 12.222,27 ευρώ, κρίνει ότι δικαιούνται να λάβουν τα εύλογα και ανάλογα ποσά:

η σύζυγος 70.000 ευρώ και κάθε τέκνο 60.000 ευρώ". Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και δεν παραβίασε την Αρχή της Αναλογικότητας, αφού τα ως άνω ποσά που επιδικάσθηκαν στους αναιρεσιβλήτους, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερτερούν δυσανάλογα των συνήθως επιδικαζομένων ποσών σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως και ο ως άνω τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Σημειωτέον ότι δεν έχει κατατεθεί παράβολο από τους αναιρεσείοντες, καθόσον πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθρα 495 αρθμ.3 εδ. τελευτ. και 614 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-4-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ.311/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ