531/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την από 31-1-2018 κλήση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ" ,ως καθολικού διαδόχου της αναιρεσείουσας "ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ" φέρεται προς συζήτηση η από 29-9-2011αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της μη οριστικής απόφασης 240/2013 του Αρείου Πάγου, με την οποία κατά τη δικάσιμο της 15-1-2013, ερήμην του Ε. Φ., αναβλήθηκε η πρόοδος της δίκης προκειμένου να προσκομισθεί από το "ΔΗΜΟ ΚΑΡΠΑΘΟΥ" απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία να ορίζεται πληρεξούσιος δικηγόρος του ΔΗΜΟΥ ΚΑΡΠΑΘΟΥ καθώς και συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο από το Δήμαρχο Καρπάθου, προς τον εν λόγω δικηγόρο, προκειμένου να εκπροσωπήσει το "ΔΗΜΟ ΚΑΡΠΑΘΟΥ". Ήδη προσκομίζονται η 205/2017 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος ΔΗΜΟΥ ΚΑΡΠΑΘΟΥ και το υπ` αριθ. 7740/31-1-2019 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καρπάθου Ζωής Μηνά Ρουσάκη προς τον δικηγόρο Ιωάννη Χριστοδουλάκη, ο οποίος εκπροσώπησε ,κατά την παρούσα δικάσιμο, τον αναιρεσείοντα ΔΗΜΟ ΚΑΡΠΑΘΟΥ ,με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.
Legislator headnote
AI generated531/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (12-3-2019), δεν παρέστη ο αναιρεσίβλητος ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 531 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 531/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος Καρπάθου, ως καθολικού διαδόχου της αναιρεσείουσας Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ (Δ.Ε.Υ.Α.Κ.)", που εδρεύει στην Κάρπαθο και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χριστοδουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση Ε. Φ. του Δ. - Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 186/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Καρπάθου (Δ.Ε.Υ.Α.Κ.) με την από 29/09/2011 αίτησή της (αριθμός κατάθεσης 36/10-10-2011), επί της οποίας εκδόθηκε η 240/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, που ανέβαλε την πρόοδο της δίκης και τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτής και με την από 31/1/2018 κλήση του καλούντος η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο καλών Δήμος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου ανέγνωσε την από 26/4/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χριστόφορου Κοσμίδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 10/10/2011 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ (Δ.Ε.Υ.Α.Κ.)" κατά του Ε. Φ., περί αναιρέσεως της 186/2010 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου, κατά παραδοχή του πρώτου από τους λόγους αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 31-1-2018 κλήση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ" ,ως καθολικού διαδόχου της αναιρεσείουσας "ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ" φέρεται προς συζήτηση η από 29-9-2011αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της μη οριστικής απόφασης 240/2013 του Αρείου Πάγου, με την οποία κατά τη δικάσιμο της 15-1-2013, ερήμην του Ε. Φ., αναβλήθηκε η πρόοδος της δίκης προκειμένου να προσκομισθεί από το "ΔΗΜΟ ΚΑΡΠΑΘΟΥ" απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής, με την οποία να ορίζεται πληρεξούσιος δικηγόρος του ΔΗΜΟΥ ΚΑΡΠΑΘΟΥ καθώς και συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο από το Δήμαρχο Καρπάθου, προς τον εν λόγω δικηγόρο, προκειμένου να εκπροσωπήσει το "ΔΗΜΟ ΚΑΡΠΑΘΟΥ". Ήδη προσκομίζονται η 205/2017 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος ΔΗΜΟΥ ΚΑΡΠΑΘΟΥ και το υπ` αριθ. 7740/31-1-2019 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Καρπάθου Ζωής Μηνά Ρουσάκη προς τον δικηγόρο Ιωάννη Χριστοδουλάκη, ο οποίος εκπροσώπησε ,κατά την παρούσα δικάσιμο, τον αναιρεσείοντα ΔΗΜΟ ΚΑΡΠΑΘΟΥ ,με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠΟΛΔ.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 2635Β/15-11-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Κ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 15-5-2012 , καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον αναιρεσίβλητο.
Κατά τη δικάσιμο της 15-5-2012 η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 15-1-2013, οπότε ερήμην του αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η προαναφερόμενη 240/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε κατά τα προαναφερθέντα η πρόοδος της δίκης. Στη συνέχεια με την από 31-1-2018 κλήση του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ", ως καθολικού διαδόχου της αρχικής αναιρεσείουσας Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ" ορίσθηκε νέα δικάσιμος της αίτησης αναίρεσης η 9-10-2018, οπότε με αίτηση του αναιρεσιβλήτου η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο (12-2019).
Από την 11601Η/9-2-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ι. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείων ΔΗΜΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 31-1-2018 κλήσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 9-10-2018, κατά την οποία αναβλήθηκε, με αίτηση του αναιρεσιβλήτου, η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-3-2019), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο.
Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης (12-3-2019), δεν παρέστη ο αναιρεσίβλητος ούτε εκπροσωπήθηκε νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ.
γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα, πρέπει ο αναιρεσίβλητος να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
3. Με την κρινόμενη από 29.9.2011 (αριθ. κατάθ.36/2011) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), υπ' αριθμόν 186/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 12/3/2009 και από17-2-2009 εφέσεις του ενάγοντος και της εναγομένης αντίστοιχα κατά της 10/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (Μεταβατική Έδρα Καρπάθου), η οποία έκανε δεκτή την από 23.5.2007 αγωγή της ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ε. Φ. κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας "ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΔΗΜΟΥ ΚΑΡΠΑΘΟΥ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολικός της διάδοχος μετά την άσκηση της αναίρεσης ο "ΔΗΜΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ" ,ως προς το αναγνωριστικό αίτημα ακυρότητας της από 27-2-2007 καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης κατά την επικουρική της βάση και το καταψηφιστικό αίτημα ως προς την κύρια βάση του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.3,566 παρ.1 και144 του ΚΠΟΛΔ, όπως το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠΟΛΔ ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015-ΟΛΑΠ18/2018).Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠΟΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠΟΛΔ ).
4. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη χρονική διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Για τη λύση της σύμβασης αυτής εκ μέρους του εργοδότη απαιτείται έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου. Ως εκ τούτου, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος ή το σκοπό της σύμβασης. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι το ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει να λειτουργεί αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία αυτής και καταβολή αποζημίωσης.
5. Ο νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου δεν εξαρτάται από την ονομασία που προσδίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο αρμόδιο δικαστήριο. Αυτό, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία εκτίθενται στην αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας και διαπιστώνονται στην αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή και ορθό νομικό χαρακτηρισμό στην έννομη σχέση. Η εξουσία τού εκ μέρους του δικαστηρίου ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου υφίσταται και για τις έννομες σχέσεις που αναπτύσσονται με συμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο ή κάποιο νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακόμα και όταν αυτές ρυθμίζονται από εσωτερικό κανονισμό της υπηρεσίας του εργοδότη, που έχει αποκτήσει ισχύ νόμου (ΟλΑΠ 7/2011 και 18/2006).
6. Σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας ή των προϋποθέσεων προς συνταξιοδότηση, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν, όμως, με τον κανονισμό έχουν προβλεφθεί, παράλληλα, περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε σύμβαση αόριστου χρόνου (ΑΠ 1828/2011). Όταν υπάρχει κανονισμός εργασίας με ισχύ νόμου, οι όροι αυτού αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας (ΟλΑΠ 42/ 2002).
7. Η αναιρεσείουσα "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Καρπάθου" (ΔΕΥΑΚ) αποτελεί νομικό πρόσωπο Ιδιωτικού δικαίου και υπάγεται στο δημόσιο τομέα. Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1069/1980 εκδόθηκε ο Οργανισμός Εσωτερικών Υπηρεσιών (ΟΕΥ) της ΔΕΥΑΚ (ΦΕΚ Β' 1678/2004), που επέχει ισχύ ουσιαστικού νόμου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΟΕΥ, η πρόσληψη προσωπικού από τη ΔΕΥΑΚ γίνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε για την πλήρωση των προβλεπόμενων οργανικών θέσεων είτε για την κάλυψη παροδικών αναγκών (άρθρο 1). Από την πρόσληψή του, το προσωπικό λογίζεται ότι έχει αποδεχθεί τον ΟΕΥ, ως μέρος εκάστης ατομικής συμβάσεως εργασίας (άρθρο 2).
Η ΔΕΥΑΚ διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, κάτω από την εποπτεία και την καθοδήγηση του οποίου τελούν όλες οι υπηρεσίες αυτής (άρθρο 3). Στο οργανόγραμμα της ΔΕΥΑΚ προβλέπεται θέση Γενικού Διευθυντή, ο οποίος πρέπει να κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ της ημεδαπής ή αλλοδαπής με ειδικότητα Μηχανολόγου Μηχανικού ή Χημικού Μηχανικού ή Πολιτικού Μηχανικού ή Ηλεκτρολόγου Μηχανικού και αντίστοιχη άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.
Επί πλέον, πρέπει να έχει προϋπηρεσία σε υπεύθυνη διοικητική θέση στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας και άριστη γνώση χειρισμού Η/Υ (άρθρα 8 και 9). Ο Γενικός Διευθυντής βρίσκεται κάτω από την άμεση εποπτεία και τον έλεγχο του Διοικητικού Συμβουλίου (άρθρο 3) και κατά την απουσία του αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο Διευθυντή (άρθρο 5).
Γενικώς, ως προϊστάμενοι οποιασδήποτε στάθμης διοίκησης ορίζονται μισθωτοί της ΔΕΥΑΚ, που έχουν τα απαραίτητα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα (άρθρο 5). Το προσωπικό της ΔΕΥΑΚ προσλαμβάνεται με επιλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο ή από επιτροπή που ορίζεται από αυτό, μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή, οι δε οι προσλήψεις γίνονται υποχρεωτικά κατά τη σειρά του πίνακα επιτυχόντων (άρθρο 13).
Το προσωπικό της ΔΕΥΑΚ διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Τακτικό είναι το προσωπικό το οποίο καλύπτει πάγιες ανάγκες της επιχείρησης και κατέχει τις οργανικές θέσεις που προβλέπονται από τον ΟΕΥ, από τις διατάξεις του οποίου ρυθμίζεται η υπηρεσιακή σχέση και κατάσταση αυτού. Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη και αντιμετώπιση πρόσκαιρων και έκτακτων αναγκών της επιχείρησης (άρθρο 30).
Η πρόσληψη του τακτικού προσωπικού γίνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, λαμβανομένων υπ' όψη των διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας, μετά από εισήγηση του Γενικού Διευθυντή και κατόπιν προκήρυξης της θέσης (άρθρο 33). Κάθε πρόσληψη είναι δοκιμαστική. Ο χρόνος της δοκιμής είναι έξι (6) μήνες πραγματικής υπηρεσίας (άρθρο 31), στη διάρκεια του οποίου με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου είναι δυνατή η απόλυση, αν ο εργαζόμενος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της ειδικότητας για την οποία προσλήφθηκε.
Το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, το Διοικητικό Συμβούλιο πρέπει να αποφασίσει για την ένταξη στο τακτικό προσωπικό ή την απόλυση του εργαζόμενου. Αν δεν αποφανθεί, μετά την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας η πρόσληψη γίνεται αυτοδίκαια οριστική (άρθρο 33). Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια και χωρίς προειδοποίηση ή καταγγελία την ημέρα που ο εργαζόμενος θα συμπληρώσει όλες τις προυποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, όπως αυτές καθορίζονται και απαιτούνται από τους νόμους που ισχύουν κάθε φορά.
Αν ο εργαζόμενος, παρά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας, δεν συγκεντρώνει τις απαιτούμενες ημέρες εργασίας για τη συνταξιοδότησή του, το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από αίτηση του, μπορεί να παρατείνει την εργασιακή σύμβαση μέχρι τη συμπλήρωση των ημερών αυτών, όχι όμως πέρα από το 70ο έτος της ηλικίας του και εφ' όσον το επιτρέπει η υγεία του (άρθρο 59).
Παρά το ότι στις διατάξεις του ΟΕΥ ορίζεται ρητώς ότι η εργασιακή σχέση, που συνδέει το προσωπικό με την ΔΕΥΑΚ, είναι σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου για το τακτικό προσωπικό και ορισμένου χρόνου για το έκτακτο (άρθρο 30, 33 και 34), κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό όχι μόνο το έκτακτο, αλλά και το τακτικό προσωπικό προσλαμβάνεται με ατομικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ήτοι μέχρι την επέλευση του μελλοντικού και βεβαίου γεγονότος της συμπλήρωσης των προϋποθέσεων προς συνταξιοδότηση και, πάντως, του 70ου έτους της ηλικίας εκάστου εργαζομένου.
Σε συνέπεια προς το χαρακτηρισμό αυτό, άλλωστε, ορίζεται ότι η απόλυση του τακτικού προσωπικού δεν επιτρέπεται να γίνει από τη ΔΕΥΑΚ αναιτιολόγητα και οποτεδήποτε, όπως συμβαίνει γενικώς επί των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά μόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και ύστερα από γραπτή καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως στις περιπτώσεις α) που θα επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης ή β) που θα διαπιστωθεί αδικαιολόγητη απουσία από την υπηρεσία επί 15 συνεχείς εργάσιμες ημέρες ή 30 εργάσιμες ημέρες συνολικά μέσα στο ίδιο έτος ή γ) που θα αποδειχθεί ψυχική ή σωματική νόσος, αίρουσα την ικανότητα προς εργασία (άρθρο 60).
Πρόσληψη τακτικού προσωπικού κατά παράβαση του ΟΕΥ, ανακαλείται μέσα σε διάστημα το πολύ ενός έτους. Αν το πρόσωπο που προσλήφθηκε συντέλεσε στην αντικανονική πρόσληψή του, τότε η πρόσληψη ανακαλείται και μετά την παρέλευση του έτους. Η ανάκληση έχει την έννοια ότι η εργασιακή σύμβαση είναι άκυρη από την αρχή (άρθρο 38).
Η ερμηνεία των διατάξεων του ΟΕΥ ανήκει στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχείρησης (άρθρο 70).
8. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όρο" εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
9.Στην προκειμένη περίπτωση με την από 23-5-2007 (αριθ. κατ.10/2007) αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ε. Φ.ς εξέθεσε ότι δυνάμει απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Δήμου Καρπάθου, η οποία είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και στη θέση της οποίας ήδη μετά την άσκηση της αναίρεσης υπεισήλθε ως καθολικός της διάδοχος ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ", προσελήφθη για τη θέση του Γενικού Διευθυντή, η οποία είχε προκηρυχθεί με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και καταρτίσθηκε μεταξύ τους η από 1-3-2005 έγγραφη σύμβαση εργασίας, βάση της οποίας απασχολήθηκε στην εναγομένη με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή και μηνιαίο μισθό 2.200 ευρώ, χωρίς πρόσθετες αμοιβές και λοιπά επιδόματα μέχρι τις 27-2-2007,όταν η εναγόμενη του κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, καταγγέλοντας με τον τρόπο αυτό άκυρα τη μεταξύ τους σύμβαση, αφού αυτή ήταν σύμβαση ορισμένου χρόνου, ήτοι μέχρι τη συμπλήρωση των ορίων συνταξιοδότησής του, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με τον Οργανισμό Εσωτερικών Υπηρεσιών και χωρίς απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης.
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 27-2-2007 καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ως γενομένη άνευ σπουδαίου λόγου ή, άλλως, αν ήθελε θεωρηθεί ότι επρόκειτο περί συμβάσεως αορίστου χρόνου, ως γενομένη άνευ καταβολής της νομίμου αποζημιώσεως. Ακόμη, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να του καταβάλει αποδοχές υπερημερίας από 1-3-2007 μέχρι 30-6-2007 ή, άλλως, την κατά νόμο αποζημίωση.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 10/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή: 1) ως προς την επικουρική βάση του αναγνωριστικού αιτήματος, δηλαδή έγινε δεκτό ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας ήταν εξ αρχής αορίστου χρόνου και αναγνωρίσθηκε ότι η από 27-2-2007 καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι άκυρη και 2) ως προς την κύρια βάση του καταψηφιστικού αιτήματος, δηλαδή υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο 9.900 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και δώρο Πάσχα του χρονικού διαστήματος από 1-3-2007 μέχρι 30-6-2007.
Κατά της ως αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τόσο ο ενάγων άσκησε την από 12/3/2009 έφεσή του όσο και η εναγομένη την από 17/2/2009 έφεσή της, επί των οποίων αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 186/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 12/3/2009 και από17-2-2009 εφέσεις του ενάγοντος και της εναγομένης αντίστοιχα κατά της 10/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (Μεταβατική Έδρα Καρπάθου).
10.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Με την 11765/2004 απόφαση του Γ.Γ Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ 1678/2004 Τ.Β εγκρίθηκε ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.
Στο άρθρο 2 του κανονισμού ρυθμίζεται κάθε θέμα που έχει σχέση με την υπηρεσιακή κατάσταση και τα δικαιώματα του προσωπικού και υποχρεώσεις της Δ.Ε.Υ.Α.Κ προς το προσωπικό που από την πρόσληψή του αποδέχεται τον Ο.Ε.Υ ως εργασιακή σχέση. Εξ άλλου οι όροι του κανονισμού εργασίας, έχουν ισχύ νόμου και αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού και συνεπώς η διεπομένη από τέτοιο κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας περιέχει και τους όρους του κανονισμού (ΟΛ ΑΠ 42/2002).Στο άρθρο 30 του κανονισμού ορίζεται το προσωπικό σε τακτικό που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες και κατέχει τις θέσεις εργασίας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έκτακτο που συνδέεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου.
Στο άρθρο 60 προβλέπονται οι προϋποθέσεις απόλυσης του τακτικού προσωπικού με απόφαση του Δ.Σ και γραπτή καταγγελία της εργασιακής σχέσης, για τους αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Δυνάμει της 24/2004 απόφασης του Δ.Σ της εναγομένης εγκρίθηκε πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πρόσληψη Γενικού Διευθυντή. Στις 6/12/2004 δημοσιεύθηκε η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την πλήρωση της παραπάνω θέσης η οποία ήταν ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου διάρκειας ενός έτους με δυνατότητα παράτασης και ορίστηκαν τα απαραίτητα προσόντα σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού.
Με την 5/2005 απόφασή του το Δ.Σ της εναγομένης ενέκρινε την αίτηση του ενάγοντος. Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε με την 1391/2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Στη συνέχεια υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 1-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό-σύμβαση εργασίας με το οποίο του ανατέθηκαν τα αναγραφόμενα σε αυτό καθήκοντα και οι μηνιαίες αποδοχές του ορίσθηκαν στο ποσό των 2.200 ευρώ χωρίς πρόσθετες επιβαρύνσεις για οικογενειακά και άλλα επιδόματα.
Επιπλέον με το άρθρο 8 της παραπάνω συμβάσεως του ανατέθηκαν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τον Οργανισμό Εσωτερικών Υπηρεσιών της εναγομένης. Σύμφωνα όμως με τα παραπάνω μεταξύ της προκήρυξης και της σύμβασης εργασίας υπάρχει διαφορά ως προς το εργασιακό καθεστώς. Ενώ ο ενάγων Γενικός Διευθυντής ανήκει στο τακτικό προσωπικό σε οργανική θέση εργασίας (άρθρο 9 του κανονισμού) και συνδέεται με την εναγομένη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με την προκήρυξη ο ενάγων δεν ανήκει στο τακτικό προσωπικό εφόσον δεν προσελήφθη για αόριστο χρόνο, αλλά στο έκτακτο προσωπικό και η μεταξύ τους σχέση ήταν αυτή του ορισμένου χρόνου.
Όμως εφόσον με την υπογραφείσα σύμβαση εργασίας με ρητό όρο αυτής του ανατέθηκαν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τον κανονισμό της εναγομένης τα οποία είναι καθορισμένα και τα οποία γνώριζαν και αποδέχθηκαν οι διάδικοι προκύπτει ότι η μεταξύ τους σύμβαση ήταν αυτή του τακτικού προσωπικού ως αορίστου χρόνου και όχι αυτή του ορισμένου χρόνου που προέβλεπε η προκήρυξη .
Ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι τις 28-2-2006 όταν το Δ.Σ. της εναγομένης με την 19/2006 απόφασή του παρέτεινε τη σύμβαση για ένα ακόμη έτος από1-3-2006 μέχρι 27-2-2007.Η απόφαση αυτή εγκρίθηκε με την 4024/2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Με την από 27-2-2007 έγγραφη καταγγελία σύμβαση εργασίας, την οποία επέδωσε την ίδια ημέρα στον εναγόμενο (βλ την προσκομιζόμενη καταγγελία) η εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση στην οποία καταγγελία αναγράφεται ότι σύμφωνα με το Ν.3198/1955 καταγγέλεται η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και τον καλούσε να παρουσιαστεί στα ταμεία της εναγομένης για την είσπραξη της νόμιμης αποζημίωσης, χωρίς όμως να του την προσφέρει.
Η καταγγελία όμως αυτή ήταν άκυρη, αφού σύμφωνα με τον κανονισμό έπρεπε να υπάρχει απόφαση του Δ.Σ., να επικαλείται σπουδαίο λόγο καταγγελίας από τους αναφερόμενους σε αυτόν, ήτοι πειθαρχική ποινή οριστικής απόλυσης, απουσία συνεχή από την υπηρεσία αδικαιολόγητα για 15 ημέρες ή 30 ημέρες συνολικά μέσα στο ίδιο έτος, ή ότι κρίθηκε ανίκανος προς εργασία.
Εφόσον η καταγγελία ήταν άκυρη η εναγομένη κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της προσηκόντως προσφερόμενης εργασίας του ενάγοντος. Έτσι ο ενάγων δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από 1-3-2007 μέχρι 30-6-2007 για το ποσό των 8.800 ευρώ (4Χ2.200) και για επίδομα Πάσχα σύμφωνα με το άρθρο 1 της 19.040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας το ποσό των 1.100 ευρώ.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη αφ' ενός την έφεση του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), που ισχυριζόταν ότι η σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, με διάρκεια μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή του και αφ' ετέρου την έφεση της αναιρεσείουσας (εναγομένης), που ισχυριζόταν ότι η σύμβαση εργασίας ήταν ορισμένου χρόνου, με διάρκεια μέχρι την εκπνοή του χρόνου της ενιαύσιας παράτασής της.
11.Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις που καθορίζουν το νομικό χαρακτηρισμό μιας σύμβασης εργασίας ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου και διέπουν αντιστοίχως τον τρόπο λύσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη, καθώς και τις διατάξεις του ,έχοντος ισχύ νόμου Οργανισμού Εσωτερικών Υπηρεσιών (ΟΕΥ) της αναιρεσείουσας δημοτικής επιχείρησης(άρθρα 361, 648, 669 672 ΑΚ,30 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημόσιας Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Καρπάθου), στη θέση της οποίας ήδη επεισήλθε ως καθολικός διάδοχος ο αναιρεσείων ΔΗΜΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ.
Ειδικότερα, αν και δέχθηκε ότι η πρόσληψη του αναιρεσίβλητου είχε γίνει ύστερα από προκήρυξη που προέβλεπε σύμβαση με ετήσια διάρκεια και δυνατότητα παράτασης και ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας είχε, πράγματι, ετήσια διάρκεια και, κατά τη λήξη της, ανανεώθηκε για άλλο ένα έτος, στη συνέχεια αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΟΕΥ της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, στη θέση της οποίας ήδη επεισήλθε ως καθολικός διάδοχος ο αναιρεσείων ΔΗΜΟΣ ΚΑΡΠΑΘΟΥ, το Διοικητικό της Συμβούλιο, που είχε την αρμοδιότητα της ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων αυτών, δεν εμποδιζόταν να διενεργήσει την πρόσληψη του προέχοντος διευθυντικού στελέχους της επιχείρησης με σύμβαση ετήσιας διάρκειας, όπως και πράγματι έπραξε, λαμβάνοντας υπ' όψη αφ' ενός το γεγονός ότι η ΔΕΥΑΚ ήταν νεοσύστατη (πράγμα που σήμαινε ότι δεν υπήρχε ήδη υπηρετούν προσωπικό, μεταξύ του οποίου θα μπορούσε να γίνει επιλογή) και αφ' ετέρου την ανάγκη διαπίστωσης της αποτελεσματικότητας του προσλαμβανόμενου στην άσκηση των καθηκόντων του (πρβλ.
και άρθρο 6 του π.δ. 164/2004). Οπότε, η πάροδος του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της συμβάσεως και της παρατάσεως αυτού ήταν αρκετή για να επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται ούτε η συνδρομή ιδιαίτερου λόγου, όπως προβλέπεται από τον ΟΕΥ για τις συμβάσεις του τακτικού προσωπικού των οποίων η διάρκεια καθορίζεται μέχρι τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων προς συνταξιοδότηση, ούτε η έγγραφη καταγγελία και η καταβολή αποζημίωσης, όπως απαιτείται γενικώς επί συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Μετά την παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.
12. Μετά από αυτά, πρέπει να δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και δεδομένου ότι χρειάζεται διευκρίνιση της υπόθεσης, κατά το ουσιαστικό μέρος της, πρέπει να παραπεμφθεί αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο580 παρ.3 ΚΠΟΛΔ).
Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Η αίτηση, όμως, αυτή πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη και ειδικότερα αν πρόκειται για επιστροφή χρημάτων, πρέπει να αναγράφεται το ακριβές ποσό που καταβλήθηκε και του οποίου ζητείται η απόδοση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αίτηση αναίρεσης, ο αναιρεσείων ζητεί "να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεσειβλήτου αποφάσεως", χωρίς, όμως να προσδιορίζει το χρηματικό ποσόν, το οποίο έχει καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, βάσει της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς η αίτηση είναι απορριπτέα, ως αόριστη(ΑΠ1602/2011).
Τέλος, πρέπει ο αναιρεσίβλητος να καταδικασθεί λόγω της ήττας του, στα μειωμένα, κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ΔΗΜΟΥ ΚΑΡΠΑΘΟΥ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 186/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Απορρίπτει το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή εξακοσίων (600) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 18 της 531/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Κ.Α.