Legislator Case Law & Legislation
531/2016 AI generated

531/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 531/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από την 8639/18-7-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας Σ. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 1-12-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 19-4-2016, από εκείνη για τη δικάσιμο της 10-5-2015 και από εκείνη για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο.

Legislator headnote

AI generated

531/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 531 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 531/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκαίο-Παναγιώτη Σιβιτανίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση ..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της αμιγούς δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση ...", το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 55/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 20-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από την 8639/18-7-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας Σ. Π., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 1-12-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 19-4-2016, από εκείνη για τη δικάσιμο της 10-5-2015 και από εκείνη για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσίβλητο.

Εξάλλου από τα πρακτικά που έχουν τον ίδιο αριθμό με αυτή την απόφαση προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Εφόσον δε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο επέχει θέση κλητεύσεως αυτού (άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου κώδικα) πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση.

Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ. α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.

Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.

α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.

και πειθαρχικά. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). 3. Με το άρθρο 1 παρ. 3 και 6 του ν. 2527/1997 "τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων για τις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα" οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, στις οποίες ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού κεφαλαίου, υπήχθησαν στο σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση ορισμένου χρόνου διοικητικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, καθώς και του τακτικού και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικού της κατηγορίας ΥΕ.

Οι επιχειρήσεις αυτές προσλαμβάνουν πλέον το μη διοικητικό προσωπικό καθώς και το εργατοτεχνικό προσωπικό κατηγορίας ΥΕ με βάση τις διατάξεις του κανονισμού τους και αν δεν υφίσταται κανονισμός με βάση σχετική προκήρυξη, σε κάθε όμως περίπτωση η πρόσληψη κάθε είδους προσωπικού με οποιαδήποτε εργασιακή σχέση ελέγχεται από το Α.Σ.Ε.Π.

όσον αφορά την τήρηση των διατάξεων του οικείου κανονισμού και των αρχών της δημοσιότητας, της διαφάνειας, της αντικειμενικότητας και της αξιοκρατίας που πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις. Εξάλλου με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. κα του ν. 2190/1994, όπως η περ. κα προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999, εξαιρείται από την εφαρμογή των διατάξεων του άνω νόμου το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., η πρόσληψη του οποίου διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 11 παρ. 1 ν. 3227/2004: "Σε επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις ή φορείς που διατηρούν υποκαταστήματα ή εκμεταλλεύσεις σε περισσότερες από μία νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, για τον υπολογισμό του αριθμού των προστατευόμενων του Ν. 2643/1998 (ΦΕΚ 220 Α') που τοποθετούνται υποχρεωτικά, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο του προσωπικού που υπηρετεί στην έδρα και τα υποκαταστήματα ή τις εκμεταλλεύσεις της επιχείρησης ή του φορέα.

Στην περίπτωση αυτή, ο υπολογισμός εκείνων που τοποθετούνται γίνεται χωριστά για τα υποκαταστήματα ή τις εκμεταλλεύσεις που λειτουργούν σε κάθε νομαρχιακή αυτοδιοίκηση ανάλογα με το απασχολούμενο σε αυτές προσωπικό. Η υποχρέωση της επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή του φορέα της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 2643/1998 να προσλαμβάνει τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ίδιου νόμου σε ποσοστό οκτώ τοις εκατό έχει εκπληρωθεί, όταν, πανελλαδικά, έχει τοποθετηθεί στην επιχείρηση, εκμετάλλευση ή τον φορέα της παρ. 8 του άρθρου 2 ο αριθμός προσώπων που αναλογεί στο συνολικό ποσοστό οκτώ τοις εκατό ή έχουν προκηρυχθεί με τις διατάξεις του ν. 2643/1998 θέσεις, με τις οποίες συμπληρώνεται το συνολικό ποσοστό οκτώ τοις εκατό.

Τα Άτομα με Αναπηρίες που απασχολούνται κατά τη δημοσίευση του παρόντος και εφεξής σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις ή φορείς της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2643/1998, κατ' εφαρμογή του προγράμματος επιχορήγησης από τον Ο.Α.Ε.Δ. Νέων Θέσεων Εργασίας Ατόμων με Αναπηρίες, τα οποία ο εργοδότης τους επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολεί και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, θεωρείται, ως προς όλες τις συνέπειες, ότι τοποθετήθηκαν δυνάμει του Ν. 2643/1998 (ΦΕΚ 220 Α')".

Από το συνδυασμό των παραπάνω συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων προκύπτουν τα εξής: α) Ο ν. 2643/1998 απολαμβάνει συνταγματικού ερείσματος εκ των διατάξεων του άρθρου 21 του Συντάγματος σύμφωνα με τις οποίες τα άτομα με αναπηρίες ή ειδικές ανάγκες πρέπει να τυγχάνουν ειδικής κρατικής φροντίδας. Έκφανση της υποχρέωσης αυτής του κράτους μαρτυρεί η προσθήκη της παραγράφου 6 στο αναθεωρημένο άρθρο 21 του Συντάγματος.

Η ως άνω παρεχόμενη συνταγματική προστασία στα άτομα με αναπηρίες δεν εμποδίζει τον νομοθέτη να καθορίσει ελεύθερα την έκταση και τις προϋποθέσεις που αυτός κρίνει ως κατάλληλες. Δηλαδή το Σύνταγμα δεν θέτει κανόνα αμέσως και ευθέως εφαρμοστέο αλλά θεσπίζει κατευθυντήρια διάταξη, με την οποία απευθύνεται προς το νομοθέτη η υπόδειξη να ληφθεί για ορισμένη κατηγορία πολιτών ειδική πρόνοια, αφήνει όμως σ' αυτόν (στον κοινό νομοθέτη) μεγάλο πλαίσιο κριτηρίων με βάση τα οποία και κατ' απόλυτο εκτίμησή του θα προσδιορίσει το είδος και την έκταση αυτής της μέριμνας.

β) Η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις δημοτικές επιχειρήσεις, υπόκειται στις διαδικασίες του ν. 2190/1994 και ειδικότερα του άρθρου 18 αυτού, αφού οι επιχειρήσεις αυτές είναι φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατά τη νομοθετικώς ισχύουσα σήμερα οριοθέτησή του, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι ο δήμος κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού τους κεφαλαίου, άλλως υπάγονται στον ιδιωτικό τομέα.

Η πρόσληψη όμως ατόμων με αναπηρίες από τους ανωτέρω φορείς του δημόσιου τομέα γίνεται αποκλειστικα κατά τις ειδικές και υποχρεωτικές διατάξεις του ν. 2643/1998, που ρυθμίζουν το ποσοστό των εκάστοτε προσληπτέων, τις θέσεις, τη διαδικασία επιλογής κ.λπ. γ) Τα άτομα με αναπηρίες νομίμως συνάπτουν, στα πλαίσια και κατ' εφαρμογή προγραμμάτων επιχορήγησης από τον Ο.Α.Ε.Δ.

νέων θέσεων εργασίας ατόμων με αναπηρία, συμβάσεις εργασίας με δημοτικές επιχειρήσεις για το χρονικό διάστημα που προβλέπει το εκάστοτε επιδοτούμενο πρόγραμμα. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγματώσεως των προγραμμάτων και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα.

Εξ άλλου στην εισηγητική έκθεση του άρθρου 11 του ν. 3227/2004 αναφέρεται ότι οι προσλήψεις ατόμων με αναπηρίες "θα μπορούν να θεωρούνται προσλήψεις του ν. 2643/1998 για όλες τις συνέπειες" και ότι "με τον τρόπο αυτό δίδεται μια ουσιαστική κατεύθυνση για διατήρηση των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται από τα επιδοτούμενα προγράμματα και διευκολύνονται οι εργοδότες ώστε να κρατούν στην επιχείρησή τους άτομα που δικαιούνται προστασίας και γνωρίζουν ότι μπορούν να είναι παραγωγικά στην επιχείρησή τους".

Από όλα τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι η διάταξη του άρθρου 11 του ν. 3227/2004 περί δυνατότητας απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία και μετά τη λήξη των προγραμμάτων εξασφαλίζει περαιτέρω την προαναφερθείσα προστασία και διαμορφώνει μια κατεύθυνση του νομοθέτη για οιονεί αυτόματη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εφόσον ο εργοδότης εκφράσει ρητή βούληση για τη συνέχιση των συμβάσεων αυτών, δηλαδή διευρύνεται το εφαρμοστικό πεδίο του ν. 2643/1998 και επεκτείνεται η προστασία του νόμου αυτού και στη συνέχιση της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία μετά την κατά τα άνω πρόσληψή τους για ορισμένο χρονικό διάστημα.

Επομένως για τις συμβάσεις αυτές δεν έχει εφαρμογή η απαγόρευση συνεχίσεώς τους βάσει των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 αφού το νομοθετικό καθεστώς που εδράζεται στην αρχή της ανάγκης ειδικής προστασίας των ατόμων με αναπηρία, δηλαδή το άρθρο 21 του Συντάγματος και ο ν. 2643/1998, είναι ειδικό έναντι των άνω διατάξεων κατά τα προαναφερθέντα.

4. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 25-5-2011 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: Ότι είναι άτομο με ειδικές ανάγκες και συγκεκριμένα πάσχει από την αναφερόμενη χρόνια πάθηση και έχει ποσοστό αναπηρίας 55%, όπως κρίθηκε με την αναφερόμενη γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του Ι.Κ.Α.

Ότι την 1-12-2004 προσελήφθη από την αμιγή δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση ...", η οποία μετατράπηκε στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση ...", που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανωτέρω δημοτικής επιχείρησης, εξομοιούμενο με καθολικό διάδοχό της.

Ότι η πρόσληψή του έγινε μέσω προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. για την επιδότηση νέων θέσεων εργασίας και την ένταξη στην αγορά εργασίας ανέργων ατόμων ειδικών κατηγοριών, μεταξύ των οποίων και άτομα με αναπηρίες. Ότι προσλήφθηκε και εργαζόταν στο εναγόμενο με πρόγραμμα πλήρους απασχόλησης, κατά το οποίο η διάρκεια της επιχορηγήσεως ορίσθηκε σε 36 μήνες, με υποχρέωση του εργοδότη να τον απασχολήσει για άλλους 12 μήνες χωρίς επιχορήγηση.

Ότι από την ανωτέρω ημερομηνία της προσλήψεώς του (1-12-2004) παρείχε στο εναγόμενο την εργασία του δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων που χαρακτηρίστηκαν από το τελευταίο ως ορισμένου χρόνου και διήρκεσαν από 1-12-2004 μέχρι 30-11-2005, από 1-12-2005 μέχρι 30-11-2006, από 1-12-2006 μέχρι 30-11-2007 και από 1-12-2007 μέχρι 30-11-2008. Ότι με βάση τις συμβάσεις αυτές εργάσθηκε ως εργάτης γενικών καθηκόντων στον τομέα των διοικητικών υπηρεσιών και στον τομέα της καθαριότητας, παρέχοντας τις αναλυτικά αναφερόμενες υπηρεσίες, απασχολούμενος επί οκτώ ώρες την ημέρα και επί σαράντα ώρες την εβδομάδα και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Ότι η σχέση εργασίας που τον συνέδεε με το εναγόμενο είχε σταθερό και αδιάλειπτο χαρακτήρα και ήταν στην πραγματικότητα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο δε χαρακτηρισμός της από το εναγόμενο ως ορισμένου χρόνου έγινε για να καταστρατηγηθούν τα νόμιμα δικαιώματά του. Ότι επικουρικά μετά τη λήξη του ως άνω προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ.

οι διάδικοι υπέγραψαν την από 1-12-2008 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την οποία το εναγόμενο εξέφρασε τη βούλησή του να συνεχίσει να τον απασχολεί με την ειδικότητα του εργάτη γενικών καθηκόντων επί πέντε ημέρες την εβδομάδα με ωράριο από 08.00 μέχρι 16.00, ήτοι επί σαράντα ώρες την εβδομάδα και με μηνιαίο μισθό 863,36 ευρώ.

Ότι το εναγόμενο, παρά την κατάρτιση της τελευταίας αυτής συμβάσεως, αμέσως μετά έπαυσε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του και να καταβάλλει τις αποδοχές του και συνεπώς κατήγγειλε ακύρως τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατέστη υπερήμερο ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του.

Ότι το εναγόμενο του οφείλει λόγω της υπερημερίας του: α) είκοσι πέντε μισθούς του διαστήματος από 1-12-2008 μέχρι 31-12-2010, β) το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2008, γ) τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και τα επιδόματα αδείας των ετών 2009 και 2010, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 25.900,80 ευρώ. Ζήτησε δε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω:

α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 1-12-2004 και εφεξής ή άλλως από την 1-12-2008 και εφεξής, β) να αναγνωρισθεί ότι η σύμβαση εργασίας του με το εναγόμενο δεν λύθηκε και ότι αυτό βρίσκεται σε υπερημερία εργοδότη από την 1-12-2008, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 25.900,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να τον απασχολεί πραγματικά με τους αναφερόμενους στην από 1-12-2008 σύμβαση όρους με απειλή κατ' αυτού χρηματικής ποινής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη κατά την επικουρική βάση της, αφού ο ενάγων για τη θεμελίωσή της εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο, βάσει επιδοτούμενου προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. για άτομα με αναπηρίες, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου επί τρία έτη με έναρξη την 1-12-2004 και με παράταση, πάλι με σύμβαση ορισμένου χρόνου ενός ακόμη έτους χωρίς επιδότηση, ήτοι μέχρι τις 30-11-2008, ότι στη πραγματικότητα συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου διότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 3227/2004, αφού αυτός προσλήφθηκε μετά τη θέση σε ισχύ του εν λόγω νόμου και μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ., καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το δε εναγόμενο εξέφρασε τη ρητή βούλησή του να συνεχίσει να τον απασχολεί αφού μόλις έληξε ο χρόνος διάρκειας του προγράμματος την 1-12-2008 κατάρτισε με αυτόν νομίμως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη κατά τη βάση της αυτή (για την απόρριψη της οποίας και μόνο παραπονείται το αναιρεσείον) και απέρριψε την έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα παραβίασε: α) με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2 και 8 του Συντάγματος, 21 ν. 2190/1994, 5 και 6 και 7 του π.δ. 164/2004, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω και β) με εσφαλμένη μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2643/1998 και του άρθρου 11 του ν. 3227/2004, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες. Επομένως ο μόνος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

5. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός αυτός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση της, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 55/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ