Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal decision in enforcement case regarding debt repayment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Court of Appeal's decision to dismiss the annulment request filed by the debtors. The debtors argued that the Court of Appeal incorrectly applied substantive law by accepting a unilateral debt acknowledgment despite the existence of a prior agreement, while the creditor contended the lower court acted correctly. The Court found the lower court violated substantive law by ignoring the agreement and accepting a unilateral claim, thus remanding the case for retrial but rejecting the request to restore the situation prior to enforcement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when the Court of Appeal violates substantive law by applying a rule contrary to the actual facts or by failing to apply a rule that should have been applied, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 531 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 531/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Δ., 2) Χ. Χ. του Α., συζύγου Α. Π., κατοίκων ... οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Σταθόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Κ., συζύγου Κ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπούρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4103/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3219/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5/2/2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 20/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, καθώς και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 5-2-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3219/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη4103/2011 απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή που άσκησαν οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατά της επισπευδομένης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτέλεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάζεται κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 933 παρ. 1 και 4 Κ.Πολ.Δ., αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή (παρ. 1).
Οι ισχυρισμοί που αφορούν την απόσβεση της απαίτησης πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως, αλλιώς απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι (παρ. 4). Η ρύθμιση που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ είναι ειδική και γι` αυτό υπερισχύει των διατάξεων της τακτικής ή της ειδικής διαδικασίας με την οποία εκδικάζεται, κατά τα λοιπά, η ανακοπή, αποσκοπεί δε με το απαράδεκτο που προβλέπει, στην αποφυγή παρέλκυσης της εκτελεστικής διαδικασίας και τον περιορισμό των περί την εκτέλεση δικών, ώστε να μην αποδυναμώνονται οι εκτελεστοί τίτλοι με την καθυστέρηση της εκτέλεσής τους.
Κατά δε το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής, ότι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση (ΑΠ 44/2004). Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής και εκείνης του άρθρου 422 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008).
Μόνο αν ο δανειστής - αποδεχόμενος την καταβολή - αντιλέγει με ένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν` αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με αντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 του ΑΚ(ΑΠ 1746/2013).
Ενόψει όμως του ότι η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ, για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν από την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή κατ’ άρθρο 361 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1653/2011).
Αυτός δε που επικαλείται συμφωνία ως προς τον τρόπο καταλογισμού αποδεικνύει αυτή. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία ούτε μονομερής προσδιορισμός από τον οφειλέτη, που είναι δεσμευτικός για τον δανειστή, τότε ο καταλογισμός θα γίνει κατά τον επικουρικό προσδιορισμό του εδ. β’ του άρθ. 422 ΑΚ (ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 250/2002).
Η διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ εφαρμόζεται αναλογικά όχι μόνο όταν τα περισσότερα χρέη πηγάζουν από διαφορετικές έννομες σχέσεις αλλά και όταν πηγάζει από την ίδια έννομη σχέση, όπως όταν πρόκειται για μία οφειλή που συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δόσεις. Εξάλλου, η διάταξη του άρθ. 422 εδ. β’ ΑΚ προϋποθέτει για την εφαρμογή της την ύπαρξη πλειόνων χρεών από τα οποία το ένα είναι τουλάχιστον ληξιπρόθεσμο στο οποίο και θα γίνει τελικά ο καταλογισμός.
Αντίθετα, αν κατά την καταβολή δεν είναι κανένα χρέος ληξιπρόθεσμο, αλλά έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών η σειρά εξοφλήσεως των πλειόνων χρεών, τότε τηρείται η συμφωνία αυτή κατά την πρόωρη καταβολή.
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 10-4-2009 ανακοπή τους, ζήτησαν την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επέσπευσε σε βάρος τους η καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη με βάση το ...2007 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και την κάτω από αυτό από 7-4-2009 επιταγή πληρωμής.
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 4103/2011 απορριπτική αυτής απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από έφεση των ανακοπτόντων, η προσβαλλόμενη απόφαση. Με αυτή το Εφετείο δέχθηκε, τα εξής: "Με το από 1.10.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των ανακοπτόντων και του Κ.
Δ., εργολάβου οικοδομών, που ενεργούσε νόμιμα για λογαριασμό της συζύγου του - καθ’ ης η ανακοπή, συμφωνήθηκε να προβεί η τελευταία στην πώληση στους ανακόπτοντες, κατά ποσοστό1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, του επί του τρίτου ορόφου διαμερίσματος, πολυώροφης οικοδομής, που είχε αναγερθεί με το σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου της συνιδιοκτησίας των Δ.
Τ., Σ. και Ι. Γ. ... και αποτελούσε το συμφωνηθέν εργολαβικό αντάλλαγμα, καθώς και στην πώληση των επί του υπογείου τεσσάρων οριζοντίων ιδιοκτησιών οι δύο από τις οποίες προορίζονταν κατά χρήση ως αποθηκευτικοί χώροι και οι άλλες ως θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου, αντί τιμήματος 330.000ευρώ.Το ως άνω τίμημα τελικά επαναπροσδιορίστηκε στο ποσό των 315.000 ευρώ, καθόσον εξαιρέθηκε της πώλησης μία θέση στάθμευσης αυτοκινήτου.
Από το ως άνω τίμημα ποσό 25.000ευρώ καταβλήθηκε από τους αγοραστές ως προκαταβολή κατά την κατάρτιση του ως άνω συμφωνητικού, ποσό 45.000ευρώ συμφωνήθηκε να καταβληθεί με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας και το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε να καταβληθεί τμηματικά μετά την υπογραφή του σχετικού οριστικού συμβολαίου.
Η ως άνω συμφωνία, που δεν περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου ... δεν γεννά υποχρέωση των συμβαλλομένων για κατάρτιση της οριστικής σύμβασης με τους ως άνω αναφερόμενους στο ιδιωτικό συμφωνητικό όρους. Στις 13.12.2007 με το υπ’ αρ. ...2007 συμβόλαιο ...το οποίο μεταγράφτηκε νόμιμα, οι προαναφερθέντες οικοπεδούχοι και συνιδιοκτήτες ...καθ’ υπόδειξη της καθ’ ης η ανακοπή, πώλησαν και μεταβίβασαν στους ανακόπτοντες, οι οποίοι κατέβαλαν στην καθ’ ης η ανακοπή το ποσό των 45.000 ευρώ, όπως κατά τα ανωτέρω είχαν συμφωνήσει, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα την κυριότητα ως άνω ημιτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών (το υπό στοιχεία Γ-1 του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου διαμέρισμα, την υπό στοιχεία Ρ-15 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου και τις υπ’ αρ. 8 και 9 αποθήκες του υπογείου) της ...
υπό κατασκευή πολυκατοικίας, αντί αναγραφέντος στο συμβόλαιο τιμήματος 178.807,55 ευρώ. Κατά το ως άνω συμβόλαιο το τίμημα των 178.807,55 ευρώ "υπόσχονται και υποχρεούνται να καταβάλουν συμμέτρως οι αγοραστές ευθυνόμενοι εις ολόκληρον και αλληλεγγύως και δέχεται η εργολήπτρια να λάβει ατόκως εκ του προϊόντος δανείου εγκριθέντος παρά του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας μέσω της Τράπεζας ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΕ ...
και χορηγηθησομένης της πρώτης δόσεως αυτού το αργότερο έως τις 13.3.2008... Σε περίπτωση κατά την οποία δεν χορηγηθεί το άνω δάνειο εντός της άνω προθεσμίας, υπόσχονται και εγγυώνται οι αγοραστές να καταβάλλουν το οφειλόμενο ποσό εξ ιδίων χρημάτων ως εξής: 1) ποσό 107.284,53 ευρώ το αργότερο έως τις 30.3.2008, υπό την προϋπόθεση της τοποθέτησης των δαπέδων - πλην των ξυλίνων - του μεταβιβαζομένου διαμερίσματος 2) ποσό 53.624,26 ευρώ το αργότερο έως 30.8.2008 υπό την προϋπόθεση της πλήρης αποπεράτωσης και παράδοσης των μεταβιβαζομένων δια του παρόντος οριζοντίων ιδιοκτησιών και 3) ποσό 17.880,75 ευρώ το αργότερο έως τις 30.9.2008 και υπό την προϋπόθεση της πλήρης αποπεράτωσης και παράδοσης των κοινοχρήστων σε πλήρη λειτουργία.
Η αποπεράτωση των άνω σταδίων θα αποδεικνύεται με έγγραφη βεβαίωση του επιβλέποντος το έργο μηχανικού της εργολήπτριας εταιρείας και αποτελεί δήλη ημέρα για την καταβολή εκάστης των άνω δόσεων, η δε πωλήτρια εταιρεία δικαιούται να προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για να πληρωθεί την ισόποση προς το δάνειο απαίτησή της σε περίπτωση που το δάνειο δοθεί ή άλλως σε περίπτωση μη λήψεως του δανείου για τις ως άνω δόσεις δικαιούται να απαιτήσει την είσπραξη των άνω δόσεων κατά την κατά τα άνω δήλη ημέρα και σε περίπτωση καθυστερήσεως μίας δόσεως πέραν των 30 ημερών από την ημερομηνία καταβολής ολόκληρο το πιστωθέν τίμημα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό από τους αγοραστές ακόμη και μόνο με την εκτέλεση τούτου του συμβολαίου που το κηρύσσουν τίτλο εκτελεστό και όχι όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες για την περίπτωση και μόνο που δεν θα χορηγείτο σ’ αυτούς δάνειο.
Στο ως άνω συμβόλαιο, κατά τον προσδιορισμό του τρόπου αποπληρωμής του τιμήματος της ως άνω ένδικης πώλησης, δεν έγινε καμία αναφορά στο ποσό των 25.000 ευρώ που είχε καταβληθεί κατά την κατάρτιση του από 1.10.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού ή και στο ποσό των 45.000 ευρώ, που καταβλήθηκε την ίδια ημέρα κατάρτισης του ως άνω συμβολαίου, γεγονός το οποίο καταδεικνύει τη σαφή βούληση των συμβαλλομένων να μην συνυπολογιστούν τα ποσά αυτά στο τίμημα που τελικά αποφάσισαν να αναγράψουν ως πράγματι συμφωνηθέν και το οποίο ουσιαστικά αποτελεί το κατά νόμο οφειλόμενο τίμημα, αφού η μη τήρηση του επιβαλλόμενου τύπου, ως προς μέρος του τιμήματος, όπως στην περίπτωση που αυτό συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που αναγράφεται στο συμβόλαιο δεν επάγεται ακυρότητα της όλης σύμβασης, αλλά η σύμβαση είναι άκυρη μόνο κατά τη συμφωνία του τιμήματος που δόθηκε επιπλέον του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο για το οποίο δεν τηρήθηκε ο επιβαλλόμενος, με ποινή ακυρότητας, τύπος...
Η επιλογή τους αυτή, δοθέντος ότι δεν δεσμεύονταν από το από 1.10.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, αφού η συμφωνία αυτή δεν περιβλήθηκε τον απαιτούμενο συμβολαιογραφικό τύπο, συνιστά ουσιαστικά μία συμφωνία ότι παρότι τα ως άνω ποσά καταβλήθηκαν ως τίμημα για την ένδικη πώληση, δεν μπορούν εκ των υστέρων να συνυπολογιστούν για την εξόφλησή του, εφόσον δεν αφαιρέθηκαν από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα.
Άλλωστε, αν τα μέρη ήθελαν να συνυπολογισθεί στο αναγραφέν στο συμβόλαιο ως οφειλόμενο τίμημα και το ποσό των 70.000 ευρώ (25.000+45.000ευρώ) θα αναφέρονταν ρητά στο ποσό αυτό στο συμβόλαιο, ότι δηλαδή καταβλήθηκε το ποσό αυτό εκτός του γραφείου του συμβολαιογράφου, όπως απαντάται σε ίδιες περιπτώσεις και ο υπολογισμός των δόσεων θα γινόταν ανάλογα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την ίδια ημέρα κατάρτισης του άνω συμβολαίου προς εξασφάλιση της αποπληρωμής και του τιμήματος εκείνου της πώλησης που δεν αναγραφόταν στο συμβόλαιο, ποσού, κατά στρογγυλοποίηση 66.000 ευρώ, υπογράφτηκε κατά την μεταβίβαση των άνω οριζοντίων ιδιοκτησιών μεταξύ του πρώτου ανακόπτοντος και του πληρεξουσίου και εκπροσώπου καθ’ ης η ανακοπή, Κ.
Δ., το από 13.12.2007 "ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης δανείου-απόδειξη 66.000 ευρώ", με το οποίο ο πρώτος συνομολογούσε ότι έλαβε από τον δεύτερο το ποσό των 66.000 ευρώ ως δάνειο, το οποίο υποσχόταν να επιστρέψει στον δεύτερο και στην πραγματικότητα στην καθ’ ης η ανακοπή έως την 30.9.2008, ημερομηνία που συνέπιπτε με την ορισθείσα ημερομηνία αποπληρωμής του όλου τιμήματος.
Με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό που τιτλοφορείται ως σύμβαση δανείου, ανεξάρτητα αν αυτή αποτελούσε πράγματι σύμβαση δανείου ή μόνο φαινομενικά της είχε δοθεί ως άνω νομικός χαρακτηρισμός, καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία αιτιώδους αναγνώρισης χρέους που συναρτάται με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με την οποία ο ανακόπτων ανέλαβε και για λογαριασμό της δεύτερης ανακόπτουσας την υποχρέωση καταβολής του άνω ποσού, πέραν της υποχρέωσης που απέρρεε από την ένδικη σύμβαση της πώλησης αναφορικά με το συμφωνηθέν τίμημα αυτής.
Ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων και ήδη εκκαλούντων ότι το ποσό αυτό των 66.000 ευρώ αποτελεί σύμβαση που δεν σχετίζεται με την ένδικη αγοραπωλησία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι έχει συνταχθεί την ίδια ημέρα με την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Ο σύζυγος της καθ’ ης ενεργούσε για λογαριασμό της τελευταίας όπως και ο πρώτος ανακόπτων ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό της δεύτερης ανακόπτουσας, οι τραπεζικές επιταγές που εκδόθηκαν και για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω, παρότι εκδόθηκαν σε διαταγή του συζύγου της καθ’ ης και όχι σε διαταγή της τελευταίας, καταλογίστηκαν στο τίμημα και δεν εξηγείται και η απόκλιση των καταβολών από τα αναγραφόμενα ποσά στο συμβόλαιο.
Στις 13.3.2008 δεν καταβλήθηκε η πρώτη δόση από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας, οπότε σύμφωνα με τους όρους του άνω συμβολαίου το τίμημα έπρεπε να καταβληθεί σε τρεις δόσεις: η πρώτη των δόσεων, ποσού 107.284,53 ευρώ έπρεπε να καταβληθεί έως την 30.3.2008 και υπό την άνω οριζόμενη προϋπόθεση, η δεύτερη, ποσού 53.642,26 ευρώ έως την 30.8.2008 και υπό την άνω οριζόμενη προϋπόθεση και η τρίτη ποσού 17.880,75 ευρώ και υπό την άνω οριζόμενη προϋπόθεση έως και την 30.9.2008.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ως άνω, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Την 28.3.2008 έχοντας ολοκληρωθεί οι εργασίες κατασκευής των δαπέδων του διαμερίσματος -πλην των ξύλινων- οι ανακόπτοντες παρέδωσαν στο σύζυγο της καθ’ ης η ανακοπή, που ενεργούσε για λογαριασμό της, την σε διαταγή αυτού εκδοθείσα αυθημερόν υπ’ αρ. ...
δίγραμμη επιταγή της τράπεζας ΑΤΤΙΚΑ BANK, ποσού 109.072,60 ευρώ, αντί καταβολής μέρους των άνω οφειλών τους προς την καθ’ ης η ανακοπή, δηλαδή αυτών που απέρρεαν από τη σύμβαση πώλησης και τη "σύμβαση δανείου". Το ποσό αυτό με επιλογή της καθ’ ης η ανακοπή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες προσδιόρισαν ρητά σε ποια από τις δύο επιθυμούν να καταλογιστεί και ουδεμία εξ’ αυτών ήταν ληξιπρόθεσμη, καταλογίστηκε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η καθ’ ης, σε εκείνη την οφειλή, ποσού 66.000 ευρώ, που απέρρεε από τη "σύμβαση δανείου", που ήταν περισσότερο επισφαλής, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 422 ΑΚ, καθόσον για την από την πώληση απορρέουσα η καθ’ ης είχε, βάσει του συμβολαίου, δικαίωμα εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, όπως αναγράφηκε στο σχετικό συμβόλαιο και κατά το υπόλοιπο ποσό των (109.072,60 - 66.000=) 43.072,60 ευρώ καταλογίστηκε στο πιστωθέν τίμημα της πώλησης, η πρώτη δόση του οποίου, ποσού 107.284,53 ευρώ, καθίστατο ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μετά τρεις (3) ημέρες, και υπό τον όρο κατασκευής των δαπέδων, απομείναντος υπολοίπου αυτής ποσού (107.284,53 - 43.072,6 ευρώ=) 64.211,93 ευρώ.
Με την ως άνω καταβολή είναι εμφανές ότι η καταβολή αυτή αφορούσε το συνολικώς συμφωνηθέν τίμημα. Αν η καταβολή αφορούσε στο με το οριστικό συμβόλαιο αναγραφόμενο τίμημα δεν υπήρχε λόγος να σημειωθεί απόκλιση από τα με τη συμβολαιογραφική πράξη συμφωνηθέντα και να καταβληθεί ποσό 109.072,60 ευρώ αντί του ποσού των 107.284,53 ευρώ.
Τον Ιούλιο του 2008 οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν διότι οι ανακόπτοντες με το από 11.7.2008 εξώδικο που απέστειλαν στην καθ’ ης η ανακοπή ισχυρίστηκαν ότι η πρόσβασή τους στον χώρο πρασίνου που η καθ’ ης η ανακοπή όφειλε να δημιουργήσει στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου δεν ήταν δυνατή, λόγω μη δημιουργίας εισόδου, με αποτέλεσμα ο χώρος αυτός να μετατρέπεται σε χώρο αποκλειστικής χρήσης του διαμερίσματος Α1 του πρώτου ορόφου.
Όμως, παρά την ως άνω διαφωνία τους, η παράβαση της οποίας επάγεται μόνο διοικητικές κυρώσεις, οι ανακόπτοντες όπως και οι ίδιοι ομολογούν περί τα τέλη Αυγούστου του 2008 παρέλαβαν το διαμέρισμα και τις άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες και από τον Σεπτέμβριο 2008 και τους κοινόχρηστους χώρους και εγκαταστάθηκαν σ’ αυτές, σε χρόνο πολύ προγενέστερο της επίδοσης της ένδικης επιταγής, χωρίς να εκφράσουν οποιαδήποτε παράπονο για τον τρόπο κατασκευής αυτών, παρά μόνο μετά από 6 μήνες, οπότε και απέστειλαν στην καθ’ ης την από 11.3.2009 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση με επιφύλαξη νομίμων δικαιωμάτων που επιδόθηκε στην καθ’ ης στις 17.3.2009 και αφού είχαν καταστεί ήδη υπερήμεροι περί την καταβολή του τιμήματος.
Σήμερα δε υπάρχει πρόσβαση όλων των συνιδιοκτητών στον ακάλυπτο χώρο, όπως και οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες συνομολογούν με την υπό κρίση έφεσή τους στην οποία αναφέρουν ότι "η εφεσίβλητη μετά από δικές μου παρεμβάσεις, αναγκάστηκε να διανοίξει πόρτα και να κατασκευάσει μεταλλική κλίμακα για την πρόσβαση όλων των συνιδιοκτητών στον ακάλυπτο χώρο".
Εξάλλου και στο υπ’ αρ. ...2007 συμβόλαιο ανεπιφύλακτη παραλαβή θεωρείται η χρησιμοποίηση των μεταβιβασθέντων επί σκοπώ εγκατάστασης ή εκμίσθωσης σε τρίτους. Ο ισχυρισμός των ανακοπτόντων ότι δεν παρέλαβαν τον ως άνω κοινόχρηστο χώρο και αυτό τους έδιδε το δικαίωμα να μην καταβάλουν την τρίτη δόση για την αποπληρωμή του τιμήματος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, και παρέλαβαν όπως ομολόγησαν και μάλιστα σε χρόνο πολύ προγενέστερο την ένδικης επιταγής και όπως και παρακάτω θα αναφερθεί εκτενώς, η καθής η ανακοπή μετά την μη αποπληρωμή της πρώτης δόσης είχε δικαίωμα να απαιτήσει το σύνολο του τιμήματος, το οποίο κατά τους όρους του συμβολαίου είχε καταστεί στο σύνολό του "ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό ακόμη και μόνο με εκτέλεση τούτου του συμβολαίου, που από τώρα οι συμβαλλόμενοι κατά τη δήλωσή τους το κηρύσσουν τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο, κατά δε της εκτέλεσης αυτής δεν επιτρέπεται καμία ένσταση ή ανακοπή των αγοραστών παραιτουμένων ρητώς από τώρα από το δικαίωμά τους", όπως προκύπτει ρητά από το οριστικό συμβόλαιο, χωρίς δηλαδή να απαιτείται να αναμείνει και την πλήρωση των αναβλητικών αιρέσεων υπό τις οποίες τελούσαν οι λοιπές δόσεις, ώστε να απαιτήσει το ποσό που αφορούσε σε αυτές.
Πριν από την επίδοση του ως άνω εξωδίκου και συγκεκριμένα στις 8.10.2008 οι ανακόπτοντες παρέδωσαν στον σύζυγο της καθ’ ης η ανακοπή, Κ. Δ., που ενεργούσε για λογαριασμό της, την σε διαταγή αυτού αυθημερόν εκδοθείσα υπ’ αρ. ... δίγραμμη επιταγή της τράπεζας "ΑΤΤΙΚΑ BANK", ποσού 54.734,95 ευρώ, αντί καταβολής μέρους της οφειλής τους από την ένδικη πώληση, που καταλογίστηκε με επιλογή της καθ’ ης η ανακοπή, ελλείψει ειδικότερης συμφωνίας, στο οφειλόμενο ποσό της πρώτης δόσης (64.211,93 - 54.734,95) και απέμεινε ως ανεξόφλητο το με την επιταγή επιτασσόμενο ποσό των 9.476.98 ευρώ της πρώτης δόσης που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από την 31.3.2008ενώ και η δεύτερη δόση ποσού 53.642,26ευρώ είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή την 30.8.2008, αφού οι ανακόπτοντες είχαν παραλάβει ανεπιφύλακτα τις οριζόντιες ιδιοκτησίες εγκρίνοντας ουσιαστικά αυτές και η εγκατάστασή τους σ’ αυτές καθιστούσε μη αναγκαία τη σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής, σύμφωνα με όρο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου.
Παρά ταύτα ο επιβλέπων μηχανικός Θ. Φ. εξέδωσε την από 10.10.2008 έγγραφη βεβαίωσή του με την οποία βεβαίωσε ότι είχε τηρηθεί η συμφωνία με το παραπάνω συμβόλαιο κατά τα στάδια εκτέλεσης των εργασιών. Ήδη όμως την 8-10-2008 είχε παρέλθει χρονικό διάστημα 30 ημερών από τότε που είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η πρώτη εκ των πιστωθέντων δόσεων, χωρίς να έχει αποπληρωθεί πλήρως με αποτέλεσμα η καθ’ ης η ανακοπή να έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το σύνολο του τιμήματος, το οποίο σύμφωνα με τους όρους του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου είχε καταστεί στο σύνολό του ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, χωρίς να απαιτείται να αναμένει την πάροδο της προθεσμίας λήξης των άλλων δόσεων και την πλήρωση των αναβλητικών αιρέσεων υπό τις οποίες τελούσαν.
Το γεγονός ότι δεν απαίτησε άμεσα την καταβολή του ποσού αυτού αλλά παρείχε χρόνο στους ανακόπτοντες, προφανώς θεωρώντας ότι θα τηρούσαν τα συμφωνηθέντα με την πώληση και τις συνδεόμενες με αυτήν συμφωνίες, δεν αναίρεσε την ήδη γεγενημένη αξίωσή της, που νόμιμα άσκησε επισπεύδοντας την προσβαλλόμενη εκτέλεση με τίτλο εκτελεστό το παραπάνω συμβόλαιο.
Μάλιστα η απαίτησή της αυτή είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, δοθέντος ότι η πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε, δηλαδή της κατασκευής των δαπέδων του αγορασθέντος διαμερίσματος είχε αναμφισβήτητα πληρωθεί, δοθέντος ότι οι ανακόπτοντες κατά τα προαναφερόμενα είχαν ανεπιφύλακτα παραλάβει το διαμέρισμα κατά τον χρόνο της εκτέλεσης και κατοικούσαν σ’ αυτό, όπως οι ίδιοι ομολόγησαν με την ως άνω εξώδικη δήλωσή τους, η πρώτη δόση έπρεπε να καταβληθεί το αργότερο έως τις 30 Μαρτίου 2008 και είχε καθυστερήσει η είσπραξη αυτής πέραν των 30ημερών από την καταβολή, που βρίσκονται ημερολογιακά με το συμβόλαιο που είναι δημόσιο έγγραφο και έχει αποδεικτική δύναμη.
Ως εκ τούτου η συγκοινοποίηση του ως άνω εγγράφου για την απόδειξη της πλήρωσης της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η πρώτη δόση, η οποία και μόνο ενδιαφέρει τελικά, την οποία συνομολογούν οι ανακόπτοντες, δεν παρίσταται αναγκαία. Εξάλλου, οι ανακόπτοντες θέτουν ζήτημα μόνο ως προς τη βεβαιότητα της εκ της τρίτης δόσης απαίτησης όμως οι σχετικοί προς τούτο ισχυρισμοί τους δεν επιδρούν στο κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας που επισπεύδει η καθής, καθόσον η αξίωση που ασκείται αφορά στο σύνολο του μη εξοφληθέντος τιμήματος, που κατέστη, κατά τα προαναφερόμενα, άμεσα απαιτητό, χωρίς διακρίσεις σε δόσεις απορριπτομένων των σχετικών λόγων της ανακοπής περί εξόφλησης, περί ακυρότητας της εκτέλεσης διότι στον εκτελεστό τίτλο δεν αποτυπώνεται αξίωση βέβαιη και εκκαθαρισμένη, ως κατ’ ουσίαν αβασίμων.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένσταση εξόφλησης των ανακοπτόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε ότι η απαίτηση της καθής η ανακοπή είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη, ανεπιφύλακτη παραλαβή και ότι δεν απαιτείται συγκοινοποίηση εγγράφου που να αποδεικνύει τούτο, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα, και παρά την αντίθετη αιτιολογία όσον αφορά το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου στον ακάλυπτο χώρο, που αντικαθίσταται με την παρούσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη"
ΙΙΙ) Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί, με βάση τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατέστησαν υπερήμεροι ως προς την καταβολή μέρους της πρώτης δόσης του τιμήματος αγοράς των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών και ότι εξ αυτού του λόγου εγκύρως χώρησε η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος τους με βάση το πωλητήριο συμβόλαιο, που όριζε ότι τυχόν καθυστέρηση πληρωμής της πρώτης δόσης καθιστούσε απαιτητές όλες τις δόσεις του τιμήματος, παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 422 ΑΚ και περιέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα.
Ειδικότερα, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι:" την 28.3.2008 ... οι ανακόπτοντες παρέδωσαν.. επιταγή της τράπεζας ΑΤΤΙΚΑ BANK, ποσού 109.072,60 ευρώ, αντί καταβολής μέρους των .. οφειλών τους ... που απέρρεαν από τη σύμβαση πώλησης και τη σύμβαση δανείου" και ότι:"το ποσό αυτό με επιλογή της καθ’ ης η ανακοπή, αφού δεν αποδείχθηκε ότι οι ανακόπτοντες προσδιόρισαν ρητά σε ποια από τις δύο επιθυμούν να καταλογιστεί και ουδεμία εξ’ αυτών ήταν ληξιπρόθεσμη, καταλογίστηκε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η καθ’ ης, σε εκείνη την οφειλή, ποσού 66.000 ευρώ, που απέρρεε από τη σύμβαση δανείου, που ήταν περισσότερο επισφαλής, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 422 ΑΚ" εσφαλμένα ερμήνευσε κι εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 422 εδ.
β’ ΑΚ, καθόσον αναγνώρισε ύπαρξη δικαιώματος υπέρ της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης - δανείστριας μονομερούς καταλογισμού του χρέους στην οφειλή εκ του δανείου των 66.000 ευρώ καίτοι η απαίτηση αυτή της αναιρεσίβλητης δανείστριας καθ’ ης η ανακοπή δεν ήταν τότε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης ήταν καταβλητέα την 30-9-2008 και όχι την 28-3-2008 που έγινε η πρόωρη καταβολή.
Επίσης, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι ο καταλογισμός του ποσού των 109.072,60 ευρώ, για την εξόφληση της οφειλής εκ δανείου ποσού 66.000 ευρώ, όπως και για την εξόφληση μέρους της πρώτης δόσης του τιμήματος, έγινε "κατόπιν επιλογής της καθής η ανακοπή κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 422 ΑΚ" παραβίασε τη διάταξη του άρθ. 422 εδ.
α’ και β’ ΑΚ αφού ενώ δέχεται ότι κανένα από τα πλείονα χρέη δεν ήταν ληξιπρόθεσμα την 28-3-2008 αφού κατά την συμφωνία των μερών ήταν καταβλητέα την 30-3-2008 (107.284,53 ευρώ), την 30-8-2008 (53.624,26 ευρώ) και την 30-9-2008 (17.880,75 και 6.600 ευρώ) αντίστοιχα, αντιφάσκουσα στη συνέχεια προς την πιο πάνω συμφωνία την οποία και παραβλέπει δέχεται μονομερή καταλογισμό από της πλευράς της καθ’ ης η ανακοπή δανείστριας καίτοι τέτοια δυνατότητα ήταν ανύπαρκτη.
Κατόπιν αυτών, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο καταλογίζονται στο Εφετείο οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 579 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να διατάξει ο Άρειος Πάγος την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, πρέπει η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλη ή άλλο εκτελεστό τίτλο ή όπως συμβολαιογραφικό έγγραφο. (ΑΠ 1530/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παραδεκτώς υπέβαλαν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη σε επιστροφή του ποσού των 93.719,80 ευρώ, το οποίο της κατέβαλαν μετά την σε βάρος τους επισπευδομένη αναγκαστική εκτέλεση.
Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, καθόσον η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες εκτέλεση δεν συντελέστηκε με την προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση, που απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή αυτών ως αβάσιμη αλλά με βάση συμβολαιογραφικό έγγραφο ως εκτελεστό τίτλο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3219/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ