Legislator Case Law & Legislation
531/2010 AI generated

Supreme Court quashes lower court ruling for considering evidence not formally proposed by parties under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 531/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the Athens Court of Appeal's decision regarding an insurance contract dispute between a diagnostic center and an insurance company. The lower court had rejected the plaintiff's claim because it found no insurance contract existed at the time of the fire, relying on documents submitted by the parties without formal notice. The court ruled that the appellate court erred by considering these documents as evidence despite the parties failing to explicitly propose them in their written submissions, violating the principle of adversarial proceedings. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for retrial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 335, 338-340, 346, 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure; Evidence not formally proposed by parties cannot be considered by the court to form its conviction.

Keywords

AI generated
adversarial proceedings formal proposal of evidence appellate review insurance contract formation remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 106, 335, 338-340, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 237(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 453(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated
262/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
528/2007
Supreme Court annuls appealable decision regarding mortgage priority on insurance indemnity for construction restoration.
303/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1340/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 4254/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1836/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
1424/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 531 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 531/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΖΑΦΕΙΡΑΤΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο Χ ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας και διόρισε στο ακροατήριο τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δήμα.

Της αναιρεσιβλήτου : Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (πρώην υπό την επωνυμία ΝΑΤΙΟΝΑLE NEDERLANDEN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ), διαδόχου της αλλοδαπής Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία NATIONALE NEDERLANDEN SCHADEVERZEKERING NIJ. NY που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-11-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/1997 του ίδιου Δικαστηρίου 6673/1998 μη οριστική και 2900/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 31-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335,338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της βασιμότητας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.β' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει από τον συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.β',346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ'ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ, το οποίο, μολονότι αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει ανάλογη εφαρμογή και στην επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της αυτότητας του νομικού λόγου.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ'έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του σε προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων του εκείνων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων του εκείνων στις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση (Ολ ΑΠ 23/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και την εκδίκαση της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "NATIONALE NEDERLANDEN SCHDEVEPZEKEPING MIJ NV", καθολικός διάδοχος της οποίας κατέστη μετά την εκκρεμοδικία ή ήδη αναιρεσίβλητη, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη, (δεχθέν ότι δεν αποδείχθηκε πως κατά τον χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου (πυρκαϊάς) είχε καταρτισθεί η αναφερόμενη στην αγωγή, θεμελιωτική της αξιώσεως της ενάγουσας (καταβολή ασφαλίσματος), ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) έχει την έδρα της στη ..., στο επί της ... μίσθιο κατάστημα, στο οποίο ασκεί την επιχειρηματική της δραστηριότητα, που συνίσταται στη διενέργεια ερευνητικών, βιοχημικών και εν γένει διαγνωστικών εξετάσεων, με σκοπό το κέρδος.

Τον Οκτώβριο του έτους 1992, όταν ήδη είχε αρχίσει η λειτουργία του εν λόγω διαγνωστικού της κέντρου, ο ..., που ενεργούσε ως ασφαλιστικός σύμβουλος της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, αρμόδιος να μεσολαβεί για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, επισκέφθηκε το διαγνωστικό κέντρο της ενάγουσας και πρότεινε στους νομίμους εκπροσώπους της τη σύναψη ενός πακέτου ασφαλιστικών συμβάσεων, μετά δε από σχετικές συζητήσεις του με τους εν λόγω νομίμους εκπροσώπους της ενάγουσας, καταρτίσθηκε ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, με την οποία η εναγομένη ασφάλισε την έναντι τρίτων αστική ευθύνη της ενάγουσας για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, εκδοθέντος από την εναγομένη του υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστηρίου, καταβλήθηκε δε από την ενάγουσα το ποσό του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου από 56.711 δρχ. Στη συνέχεια και επειδή η ενάγουσα εκδήλωσε το ενδιαφέρον της να ασφαλίσει το διαγνωστικό της κέντρο και για τον κίνδυνο πυρκαϊάς, ο νόμιμος εκπρόσωπός της Χ, αφού ενημερώθηκε σχετικά από τον προαναφερόμενο ασφαλιστικό σύμβουλο της εναγομένης, συμπλήρωσε και υπέγραψε την από 19.11.1992 πρόταση ασφάλισης κλάδου πυρός προς την εναγομένη, στην οποία, πλην του ασφαλιστικού κινδύνου πυρκαϊάς, συμπεριέλαβε και τους κινδύνους από τρομοκρατίες ενέργειες, την αστική ευθύνη για υλικές ζημιές από την μετάδοση πυρκαϊάς και τον κίνδυνο βραχυκλώματος.

Την έγγραφη αυτή πρόταση του νόμιμου εκπροσώπου της ενάγουσας, για κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης με την εναγομένη, συνόδευε και κατάσταση με καταγραφή των μηχανημάτων, επίπλων και εν γένει εξοπλισμού του διαγνωστικού κέντρου, με την αξία κάθε αντικειμένου, ανερχομένης συνολικώς της ασφαλιστικής αξίας των πραγμάτων αυτών στο ποσό των 120.000.000 δρχ.

Την έγγραφη αυτή αίτηση με την κατάσταση των αντικειμένων ασφάλισης, ο διαμεσολαβήσας ασφαλιστικός σύμβουλος της εναγομένης παρέδωσε στο γραφείο πωλήσεων της ίδιας, από όπου, μέσω του υποδιευθυντή ομαδάρχη Ζ, διαβιβάσθηκε στα κεντρικά γραφεία της (εναγομένης) την 21.11.1992. Κατά τη λήψη της πρότασης αυτής από τα κεντρικά γραφεία της εναγομένης, σύμφωνα με την ακολουθούμενη σε παρόμοιες περιπτώσεις διαδικασία, η πρόταση καταχωρίσθηκε στα τηρούμενα με ηλεκτρονική μορφή προσωρινά της αρχεία και έλαβε τον προσωρινό αριθμό ασφαλιστηρίου ..., καθόσον, σύμφωνα με την ακολουθούμενη διαδικασία, πριν από την αποδοχή της πρότασης για ασφάλιση, έπρεπε να προηγηθεί έλεγχος από την εναγομένη και για την αιτούμενη ασφάλιση αντικειμένων που αναγράφοντο στον συνοδεύοντα την αίτηση κατάλογο.

Την 27.11.1992 ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης, επιθεωρητής ..., επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις της ενάγουσας και προέβη σε έλεγχο αυτών και του εξοπλισμού του διαγνωστικού κέντρου, συνέταξε δε τη με ίδια χρονολογία έκθεσή του, στην οποία επισήμανε ότι δεν προσκομίστηκαν από την αιτούσα την ασφάλιση στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο τρόπος κτήσεως από αυτή των αντικειμένων, που αναφέροντο στον κατάλογο, ενώ συνέστησε να προηγηθεί της αποδοχής της πρότασης έλεγχος σχετικά με την οικονομική κατάσταση της αιτούσας.

Για τον σκοπό αυτό η εναγομένη τις πρωινές ώρες της 4.12.1992, ζήτησε από την εταιρία πληροφοριών "..." πληροφορίες σχετικά με την οικονομική κατάσταση της αιτούσας, τις οποίες έλαβε την 7.12.1992 και σύμφωνα με τις οποίες προέκυπτε μεγάλη διάσταση μεταξύ του μετοχικού κεφαλαίου της αιτούσας, που ανερχόταν στο ποσό των 25.000.000 δρχ, και των αντικειμένων των οποίων εζητείτο με την αίτηση η ασφάλιση κατά του κινδύνου πυρκαϊάς και τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτιμώντο από την αιτούσα στο ποσό των 120.000.000 δρχ.

Εντωμεταξύ, όμως, κατά το χρονικό διάστημα από την ώρα 20.25' έως και 20.40 της 4.12.1992, εκδηλώθηκε πυρκαϊά στο διαγνωστικό κέντρο της αιτούσας, εξ αιτίας της οποίας καταστράφηκε σχεδόν ολόκληρος ο μηχανολογικός εξοπλισμός του και προκλήθηκαν εκτεταμένες ζημιές στις κτηριακές εγκαταστάσεις και χώρους αυτού.

Περαιτέρω το Εφετείο, αναφορικούς με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας α) ότι ο άνω ασφαλιστικός σύμβουλος της εναγομένης και ο προϊστάμενος πωλήσεων αυτής ο Ζ διαβεβαίωσαν τηλεφωνικώς αλλά και προφορικώς την πρώτη (ενάγουσα) κατά την επίσκεψή τους στο διαγνωστικό κέντρο μετά την εκδήλωση της πυρκαϊάς, πως είχε καταρτισθεί η σύμβαση ασφάλισης και β) ότι ο παραπάνω αριθμός δεν ήταν προσωρινός αλλά αφορούσε το ασφαλιστήριο που εξέδωσε η εναγομένη, κατ' αποδοχή της αίτησης για ασφάλιση της ενάγουσας την 21.11.1992, πλην όμως η εναγομένη, μετά την εκδήλωση της πυρκαϊάς, επενέβη στα τηρούμενα ηλεκτρονικώς αρχεία της και με τον αριθμό αυτό εξέδωσε ασφαλιστήριο στο όνομα Θ, δέχθηκε τα εξής:

Ότι, κατά την ακολουθούμενη, σε παρόμοιες περιπτώσεις από την εναγομένη, διαδικασία, με την περιέλευση της αίτησης για ασφάλιση στο αρμόδιο γραφείο της, η αίτηση καταχωρείτο στα προσωρινά αρχεία της που ετηρούντο ηλεκτρονικώς στον υπολογιστή και ελάμβανε έναν προσωρινό αριθμό, προκειμένου πριν από την αποδοχή της αίτησης να γίνει διαδικασία ελέγχου του αιτούντος την ασφάλιση και της αξίας των υπό ασφάλιση πραγμάτων, αν δε μετά τον έλεγχο η εναγομένη έκρινε ότι τα σχετικά στοιχεία ήσαν επαρκή, εξέδιδε το ασφαλιστήριο, το οποίο ελάμβανε ως οριστικό αριθμό εκείνον που είχε δοθεί κατά την παραλαβή της αίτησης ως προσωρινό, διαφορετικά ο αριθμός αυτός εδίδετο σε ασφαλιστήριο που εκδίδετο στο όνομα άλλου, σχετική αίτηση του οποίου ήταν εκκρεμής.

Ότι τόσο ο άνω ασφαλιστικός σύμβουλος που διαμεσολάβησε για την κατάρτιση της σύμβασης παραλαμβάνοντας την αίτηση της ενάγουσας και διαβιβάζοντας αυτή στο αρμόδιο γραφείο της εναγομένης, όσο και ο Ζ, ουδέποτε διαβεβαίωσαν τηλεφωνικώς ή προφορικώς τον διευθύνοντα σύμβουλο της ενάγουσας, πως ή πρότασή της είχε γίνει δεκτή, ο δε νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, γνώριζε από τον χρόνο υποβολής της αίτησης, ότι για την αποδοχή της πρότασης από την εναγομένη έπρεπε να εκδοθεί το ασφαλιστήριο, από την χρονολογία δε αυτού άρχιζε και η ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με σχετικό ρητό όρο που περιεχόταν στην αίτηση για ασφάλιση που υπέβαλε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας.

Κατόπιν τούτων, το Εφετείο έκρινε ότι, κατά τον άνω χρόνο εκδήλωσης της πυρκαϊάς, δεν είχε καταρτισθεί ή επίμαχη σύμβαση ασφάλισης, καθόσον η εναγομένη δεν είχε αποδεχθεί τη σχετική πρόταση, ούτε είχε καθορισθεί το ύψος του ασφαλισμένου ποσού και του ασφαλίστρου, αλλά διαρκούσε το στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών, ακολούθως δε απέρριψε την αγωγή, με την οποία η αναιρεσείοσα, επικαλούμενη την κατάρτιση της εν λόγω ασφαλιστικής συμβάσεως, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το ποσό του ασφαλίσματος.

Στην κρίση του αυτή, ότι δηλαδή κατά τον χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης δεν είχε καταρτισθεί η ασφαλιστική σύμβαση με αποδοχή της προς τούτο πρότασης της ενάγουσας από την εναγομένη, ενώ ο παραπάνω αναφερόμενος αριθμός του ασφαλιστηρίου ήταν προσωρινός, δόθηκε δε ο ίδιος αριθμός ως οριστικός σε ασφαλιστήριο που εκδόθηκε στο όνομα του Θ, κατέληξε το Εφετείο, αφού, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, (την από 10.11.1992 πρόταση του Θ προς την εναγομένη για κατάρτιση σύμβασης ασφάλισης για τον κίνδυνο πυρκαϊάς και το υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστήριο που εκδόθηκε στο όνομά του από την εναγομένη, τα οποία, όπως το Εφετείο βεβαιώνει στην απόφασή του, προσκόμισε με επίκληση ενώπιόν του η αναιρεσείουσα. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο την 10.11.2005, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η τότε εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα κατέθεσε την 9.11.2005 τις από 8.11.2005 έγγραφες προτάσεις της, η δε εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη κατέθεσε επίσης την 9.11.2005 τις από 8.11.2005 έγγραφες προτάσεις.

Στις προτάσεις αυτές των διαδίκων δεν γίνεται επίκληση, έστω με αναφορά σε προτάσεις προηγούμενων συζητήσεων, των ανωτέρω δύο εγγράφων και άρα το Εφετείο, που τα έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, περί μη καταρτίσεως της επίμαχης ασφαλιστικής συμβάσεως, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, κατά τον βάσιμο προς τούτο πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου.

Επομένως, πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί ή υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2.900/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ