Supreme Court dismisses insurance company's appeal, upholding court order to pay employee wages and bonuses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a lower court judgment ordering it to pay an employee €5,245.80 for wages and bonuses. The court found the lower court correctly applied the law to recognize the employee's right to claim these amounts directly from the insurer. Consequently, the appeal was rejected, and the insurance company was ordered to pay the legal costs of the represented employee.
Legislator headnote
AI generatedArticles 72 and 10 of the relevant laws; An insurer may be held liable for the debts of the insured if the insured fails to assert their rights, provided the claim is properly substantiated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 531 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 531/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR EAEAZ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Βρώτσο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Τσώκο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/2003 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2221/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6125/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/12/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 27/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αγρινίου ..., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Ψ2. Όμως, αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ "οι δανειστές έχουν δικαίωμα να ζητήσουν δικαστική προστασία ασκώντας τα δικαιώματα του οφειλέτη τους εφόσον εκείνος δεν τα ασκεί, εκτός αν συνδέονται στενά με τον πρόσωπό του". Εξάλλου, από τη σύγκριση του χρόνου παραγραφής της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή και των άλλων υπευθύνων προσώπων, προκύπτει ότι ο ζημιωθείς τρίτος, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξίωσής του (άρθρο 10 παρ.2 του ν.489/1976), μπορεί να ασκήσει κατ'αυτού πλαγιαστικά την από τη σύμβαση ασφάλισης αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, εφόσον βέβαια προκύπτει μεγαλύτερη παραγραφή κατά το άρθρο 10 του ν. 2496/1997.
Μάλιστα νομολογιακά γίνεται δεκτή η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο.
Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο. Δεν αποκλείεται ο παθών τρίτος μερικές φορές να ασκεί κατά του ασφαλιστή κύρια την ευθεία αξίωσή του και επικουρικά την πλαγιαστική αγωγή για την περίπτωση που ο εναγόμενος ασφαλιστής προτείνει και αποδείξει στην ουσία την ένσταση της παραγραφής του άρθρου 10 παρ.2 του ν.489/1976.
Ο ενάγων (παθών τρίτος) δανειστής, ζητώντας πλαγιαστικά έννομη προστασία νομιμοποιείται ως μη δικαιούχος διάδικος. Αίτημα της πλαγιαστικής αγωγής είναι η καταδίκη του εναγομένου (ασφαλιστή) να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο (οφειλέτη του ενάγοντος και δανειστή του εναγομένου). Η δυνατότητα ικανοποίησης του δανειστή από το δικαίωμα του οφειλέτη, όπως και η αδράνεια του οφειλέτη προς ενάσκηση του δικαιώματός του, αποτελούν στοιχεία για τη δικαιολόγηση του εννόμου συμφέροντος στην άσκηση της σχετικής πλαγιαστικής αγωγής, που βέβαια πρέπει πάντοτε να έχει την απαιτούμενη πληρότητα του περιεχομένου της για να μην απορρίπτεται ως αόριστη.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής που υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά το εδάφιο 9 του ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Στην προκειμένη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του από 28-3-2003 δικογράφου, στο οποίο έχουν σωρευθεί ευθεία και πλαγιαστική αγωγή, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη, ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι των τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία (αναιρεσείουσα) προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον τραυματισμό του κάτω από τις συνθήκες (τόπος, χρόνος, περιστάσεις) που αναφέρονται στην αγωγή. Ζήτησε δε με την αγωγή του κυρίως να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν εις ολόκληρον ως αποζημίωση το ποσό των 27.124,90 ευρώ που ζημιώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2000 έως 28-2-2003, λόγω της ανικανότητάς του για εργασία εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ατύχημα.
Παράλληλα, ο ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος) άσκησε με το ίδιο δικόγραφο επικουρικά πλαγιαστική αγωγή κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας (αναιρεσείουσας) για την περίπτωση που η κατ'αυτής ευθεία αγωγή έχει παραγραφεί, ζήτησε δε να υποχρεωθεί να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος αδρανεί και δεν ασκεί τις κατ'αυτής αξιώσεις του ποσό 5.245,80 ευρώ που αποτελεί μέρος των αξιώσεών του που ασκήθηκαν με την ευθεία αγωγή και το οποίο αφορά την ζημία που υπέστη λόγω της ανικανότητός του για εργασία κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2000 έως 31-3-2001.
Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά παραδοχή των αντιθέτων εφέσεων που ασκήθηκαν κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε τόσο η ευθεία όσο και η πλαγιαστική αγωγή κατά της αναιρεσείουσας εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αφού εξαφάνισε την ανωτέρω απόφαση και κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ'ουσίαν, δέχτηκε την ευθεία αγωγή κατά του εναγομένου υπαιτίου οδηγού (δευτέρου αναιρεσιβλήτου) και, ύστερα από το νόμιμο περιορισμό της αγωγής, αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στον ενάγοντα (πρώτο αναιρεσίβλητο) νομιμοτόκως το ποσό των 18.987,43 ευρώ.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι, σε σχέση με την σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης,απεδείχθησαν τα εξής: "... Από την υπ'αριθ. ... έκθεση επιδόσεως τη δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου ... προκύπτει ότι η εις το ίδιο από 28-2-2003 δικόγραφο σωρευόμενη επικουρική πλαγιαστική αγωγή του ενάγοντος κατά της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR ΑΕΓΑ" επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο Χ2 στις 27-3-2003, ήτοι προηγήθηκε όχληση του τελευταίου πριν την επίδοση της αγωγής αυτής στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία που έγινε στις 18-4-2003 και, επομένως, έχουμε την από την διάταξη του άρθρου 72 Κ.Πολ.Δ.
απαιτούμενη αδράνεια εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου, προϋπόθεση για την άσκηση της κατά της δευτέρας εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας πλαγιαστικής αγωγής. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει δεκτή η από 28-2-2003 πλαγιαστική αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και να αναγνωρισθεί ότι η δευτέρα εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 5.245,80 ευρώ (ποσό άλλωστε που αιτείται ο ενάγων και αφορά μισθούς, δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας για το χρονικό διάστημα από 1-10-2000 έως 31-2-2001, ήτοι μισθούς Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου έτους 2000 εξ 733,68 ευρώ μηνιαίως, Δώρο Χριστουγέννων έτους 2000 εξ 733,68 ευρώ και μισθούς Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου έτους 2001 εξ 770,36 ευρώ μηνιαίως και το οποίο αναγνωρίσθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει ο τελευταίος στον ενάγοντα της κύριας αγωγής).
Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση η οποία απέρριψε την από 28-2-2003 πλαγιαστική αγωγή του ενάγοντος κατά της δευτέρας εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την αιτιολογία ότι δεν υπήρξε αδράνεια εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, γι'αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της από 28-11-2005 εφέσεως ως βάσιμος κατ'ουσίαν...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε σιωπηρά την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα εναγομένη, παραδεκτά, ένσταση αοριστίας της πλαγιαστικής αγωγής, κρίνοντας ότι αυτή είναι πλήρως ορισμένη, διότι περιέχει όλα τα απαραίτητα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, ακολούθως, δέχτηκε την εν λόγω αγωγή, που είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως προώρως ασκηθείσα, ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στον ασφαλισμένο (δεύτερο αναιρεσίβλητο) το αιτούμενο με την πλαγιαστική αγωγή ποσό των 5.245,80 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφού η εν λόγω αγωγή περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτής. Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο αιτιάσεις από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τάχα επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ήτοι επιδίκασε χρηματικό ποσό στον ασφαλισμένο δεύτερο αναιρεσίβλητο χωρίς να υπάρχει σχετικό αίτημα επιδίκασης στον εν λόγω αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον η σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή κατά της αναιρεσείουσας περιέχει, μετά το νόμιμο περιορισμό της, σαφές αίτημα για αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας να καταβάλει στον ασφαλισμένο, δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.245.80 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-12-2007 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR EAEAZ" για αναίρεση της 6125/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ