531/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6344/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8726/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 25 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated531/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): πλην του Δημοσίου, των οποίων οι απαιτήσεις δεν είναι καταχωρημένες στα βιβλία της εταιρείας και στον ισολογισμό της ως βέβαιες, εκκαθαρισμένες και ληξιπρόθεσμες. 2. Οι παραπάνω δανειστές υποχρεούνται εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση της πρόσκλησης της προηγούμενης παραγράφου να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 531 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 531/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου, κατ' άρθρο 15 του ν. 2741/1999, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Φοίβο Ιατρέλλη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Λένη και Ανδριανή Παπαδοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6344/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8726/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 25 Απριλίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 12 του ν. 2741/1999, λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων Α.Ε." (ΟΑΕ). Στο επόμενο άρθρο 13 του νόμου αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Η εκκαθαρίστρια υποχρεούται, εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευσή της κατά το άρθρο 1 παρ. 2 απόφασης διορισμού της, να δημοσιεύσει σε δύο ημερήσιες εφημερίδες και μία οικονομική εφημερίδα των Αθηνών που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 26 παρ. 2 περιπτώσεις β' και γ' του κ.ν. 2190/1920 πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων των δανειστών του Ο.Α.Ε.
πλην του Δημοσίου, των οποίων οι απαιτήσεις δεν είναι καταχωρημένες στα βιβλία της εταιρείας και στον ισολογισμό της ως βέβαιες, εκκαθαρισμένες και ληξιπρόθεσμες. 2. Οι παραπάνω δανειστές υποχρεούνται εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση της πρόσκλησης της προηγούμενης παραγράφου να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους.
Η αναγγελία πρέπει να είναι πλήρης και ακριβής και να περιέχει τουλάχιστον το ποσό της απαιτήσεως, το χρόνο που κατέστη ή θα καταστεί ληξιπρόθεσμη, το χρόνο γενέσεως, τη γενεσιουργό αιτία της απαιτήσεως και το τυχόν προνόμιο. Εφόσον δεν έγινε εμπρόθεσμη αναγγελία, η σχετική απαίτηση αποσβέννυται". Με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 13 επιβάλλεται στους δανειστές του υπό ειδική εκκαθάριση τιθέμενου ΟΑΕ το βάρος να αναγγείλουν μέσα σε ορισμένη προθεσμία, τις απαιτήσεις τους και προβλέπεται ως συνέπεια της μη ανταποκρίσεως τους σ' αυτό η απόσβεση των απαιτήσεών τους.
Ως αφετήριο δε γεγονός της εν λόγω προθεσμίας προβλέπεται η δημοσίευση, εντός ορισμένης προθεσμίας, σχετικής προσκλήσεως σε εφημερίδες κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στην παράγραφο 1. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται τα ακόλουθα: "Πρέπει να ειπωθεί ότι, η ενάγουσα, καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα και μέχρι στις 30/6/2000 οπότε και επέδωσε προς την ειδική εκκαθαρίστρια του ΟΑΕ την από 29/6/2000 αναγγελία της (βλ.
υπ' αριθμ. .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ....) δεν αποδεικνύεται ούτε και επικαλείται ότι είχε αποστείλει προς αυτόν ή, μετά την λύση του και τη θέση του υπό εκκαθάριση το έτος 2000, στην ειδική εκκαθαρίστριά του ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ" πίνακα των οφειλόμενων κατ' έτος τόκων, μετά του αναλογούντος επ' αυτών Ε.Φ.Τ.Ε., όμοιο με τον ενσωματούμενο στην αγωγή, ούτε είχε γνωστοποιήσει προς αυτόν το σύνολο της απαιτήσεώς της εκ της ανωτέρω αιτίας".
Δέχεται δηλαδή το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα μέχρι την αναγγελία των απαιτήσεών της δεν είχε αποστείλει στον ΟΑΕ πίνακα των τόκων που αυτός της όφειλε και όχι ότι δεν ανήγγειλε τις απαιτήσεις της από τους τόκους αυτούς εντός της τασσόμενης από το νόμο προθεσμίας, για το αφετήριο γεγονός της οποίας (δημοσίευση σε εφημερίδες κατά τα ανωτέρω σχετικής προσκλήσεως) δεν κάνει μάλιστα καθόλου λόγο.
Επομένως, με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν επήλθε απόσβεσή του επίδικου δικαιώματος για καταβολή τόκων υπερημερίας επί του κεφαλαίου που επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη με την 5/1993 διαιτητική απόφαση, το δε Εφετείο, κρίνοντας νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή της, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση των τόκων αυτών, μη θεωρώντας ότι η σχετική αξίωσή της αποσβέσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2741/1999, δεν παραβίασε τις εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, με την οποία προβλέπεται ως λόγος διακοπής της παραγραφής η με οποιοδήποτε τρόπο αναγνώριση της αξιώσεως από τον υπόχρεο, αρκεί για το αποτέλεσμα αυτό οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, από την οποία να προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του τελευταίου, θεωρεί αυτήν ότι υπάρχει, ώστε να μην είναι αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής.
Με την έννοια αυτή δεν εξετάζεται αν η ενέργεια και συμπεριφορά του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους κατά την έννοια της ΑΚ 873. Η έχουσα τα ανωτέρω στοιχεία συμπεριφορά πρέπει να επιδεικνύεται, πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστή και όχι έναντι τρίτου προσώπου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, με το 157/2-9-1998 έγγραφό της προς τον ΟΑΕ, απαντώντας σε έγγραφο του τελευταίου με το οποίο προέβαλλε απαιτήσεις του κατ' αυτής, πρότεινε σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις της, ύψους 15.164.922 δραχμών, έναντι τόκων εκ του κεφαλαίου που επιδικάσθηκε σ' αυτήν με την 5/1993 διαιτητική απόφαση.
Επίσης δέχθηκε ότι την πρόταση αυτή συμψηφισμού αποδέχθηκε ο ΟΑΕ, τελών εν γνώσει των αξιώσεων της για τους τόκους αυτούς. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι επήλθε διακοπή της παραγραφής των επίδικων αξιώσεων της αναιρεσίβλητης για την καταβολή σ' αυτήν τόκων υπερημερίας του κεφαλαίου που της επιδικάσθηκε με την προαναφερόμενη 5/1995 διαιτητική απόφαση των ετών 1993 έως και 1995, λόγω αναγνωρίσεως της αξιώσεως και απέρριψε την προταθείσα από τον ΟΑΕ ένσταση παραγραφής ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κάνοντας δεκτή τη σχετική αντένσταση της ενάγουσας περί διακοπής της παραγραφής.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ. Διότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, αφού, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, τα οποία εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, υπήρξε συμπεριφορά του οφειλέτη απευθυνόμενη στην δανείστρια, συνιστάμενη σε αποδοχή, της προτάσεως συμψηφισμού (εκούσιος συμψηφισμός), και όχι μονομερής ενέργεια της τελευταίας, από την οποία συμπεριφορά προκύπτει ότι αυτός (οφειλέτης), ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση των κατ' αυτού αξιώσεων, θεωρεί ότι αυτές είναι υπαρκτές.
Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 261 ΑΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-4-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 8726/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ