Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific facts supporting the alleged legal error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a traffic insurance dispute. The appellant argued the lower court violated substantive law and ignored evidence, but the Court found the appeal grounds insufficient. Specifically, the appeal failed to fully state the facts accepted by the lower court, making the alleged legal error unverifiable, and the claim of ignored evidence was contradicted by explicit references in the lower court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19), 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging direct or indirect violation of substantive law must clearly identify the violated provision, the interpretive error, and the specific facts accepted by the court of first instance to allow for effective review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 531 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 531/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: G. M. του F. (Γ. Μ. του Φ.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολύβιο Γαλιουδάκη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Β. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μάλλιο και 2. ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Τσούτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Ιουλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2005 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Αυγούστου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τις διατάξεις του άρθρου 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επιπλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), διότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζονται, εκτός άλλων, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει και επί πλέον να αναφέρονται οι ως αντιφατικές φερόμενες παραδοχές του Εφετείου.
Τέλος η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 (P2) του ν. 2696/1994 (κοκ) και έτσι κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων απέρριψε κατ' ουσίαν την πρωτοδίκως γενόμενη δεκτή εν μέρει αγωγή του.
Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθεται το ιστορικό της υπόθεσης η νομική άποψη του αναιρεσείοντος περί της εννοίας της διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε και η περί της εννοίας αυτής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με πληρότητα αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου δηλαδή τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική κρίση του για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Ετσι, όμως, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε από την άποψη της ευθείας ούτε από την άποψη της εκ πλαγίου παραβίασης του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, εκ του αριθμού 1 ο πρώτος και εκ του αριθμού 19 και όχι 10, όπως εσφαλμένα παρατίθεται, ο τρίτος του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του το πρωτοδίκως και κατ' έφεση επικαλούμενο προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του και προσκομιζόμενο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Ρόδου και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αναιρετικού λόγου εκ του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν παρατίθεται από τον αναιρεσείοντα. Όπως, όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην απορριπτική της αγωγής κρίση του, δεν αρκείται μόνο ότι έλαβε υπόψη εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και "όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα" αλλά στην 7η σελίδα αυτής γίνεται και ρητή αναφορά στο συγκεκριμένο έγγραφο.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι και κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-8-2005 αίτηση του G. M. για αναίρεση της υπ' αριθ. 54/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των χωριστά παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια εκατό εβδομήντα (1170) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ