Supreme Court dismisses appeal on unpaid social security contributions, upholding lower court's conviction and adding new penalty articles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for failing to pay social security contributions on time. The appellant argued for procedural flaws and incorrect legal application, but the court found these grounds baseless given the clear reasoning in the lower court's decision. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the court added specific penalty articles to the applicable laws while ordering the appellant to bear the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510, 514, 578 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the grounds are unfounded, but must supplement the applicable penal law with additional penalty articles when the lower court's decision lacks specific justification for the imposed punishment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 530 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 530/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά - Εισηγήτρια, Διονύσιο Παλλαδινό και Παναγιώτα Πασσίση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σκιαδαρέση (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φίλανδρο, για αναίρεση της αποφάσεως ΖΤ2018/2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20-11-2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε
Ι)Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε:
Α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και
Β) να συμπληρωθούν στα εφαρμοσθέντα άρθρα του ποινικού νόμου της προσβαλλόμενης και τα εξής: το άρθρο 4 παρ. 4 ν. 2556/97, όπως αντικ. με άρθρο 69 παρ. 2 ν. 2676/99, σε συνδ. Διαδοχικά με τα προϊσχ. άρ. 115 παρ. 1, 2, 101 παρ. 1 ν. 2238/94, όπως το 2° συμπλ. με αρ. 116 παρ. 10 ν. 4072/12, με το προϊσχ. αρ. 50 ν. 4174/13 και με το ήδη ισχύον αρ. 50 ν. 4987/22.
ΙΙ)Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 20-11-2023 αίτηση του Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ ΖΤ 2018/2023 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών σε συρροή με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
δ του ΠΚ σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών με τριετή αναστολή, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 1η Νοεμβρίου 2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση που επιδόθηκε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-11-2023 (466 παρ.1, 473 παρ.2, 3, 474 παρ.2Α, 4, 504 παρ.1, 505 παρ.1α ΚΠΔ) και είναι παραδεκτή, καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους α)της απόλυτης ακυρότητας της ακροαματικής διαδικασίας, β)της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, γ)της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δ)της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α, Δ' και Ε' και Θ' του ΚΠΔ) και ως εκ τούτου πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων αναιρετικών της λόγων. Κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας, οποιασδήποτε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλει εντός μηνός από τότε που κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω Οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.
Κατά δε την παρ. 2 του άνω άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σε αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, προκειμένου να τις αποδώσει στους πιο πάνω οργανισμούς και δεν καταβάλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω Οργανισμούς εντός μηνός, από τότε που έγιναν απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των άνω εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, που κυρώθηκε με τον ν. 2113/1952, οι εισφορές πρέπει να καταβληθούν από τον υπόχρεο μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο, ο οποίος έχει κατά τα άνω ορισθεί. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα εγκλήματα της μη καταβολής των εισφορών αυτών (εργοδοτικών-εργατικών) συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους.
Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ιδίου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, με τη δε παράγραφο 4 του άρθρου 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 2 Ν. 2676/1999, οι διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. 2238/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και για την καταβολή των οφειλομένων στο Ι.Κ.Α ασφαλιστικών εισφορών.
Σημειωτέον ότι ήδη, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/2012, προστέθηκε παράγραφος 7 στο άρθρο 1 του Α.Ν. 86/1967, στην οποία ορίζεται ότι "Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ ή των φορέων ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το Ι.Κ.Α-ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου θεωρούνται στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες:
α) οι πρόεδροι των Δ.Σ., οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές ή διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών και β) αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μέχρι τις 11-4-2012, οπότε θεσπίσθηκε η ανωτέρω παρ.7 του ΑΝ 86/1967, και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνον ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και β) για ασφαλιστικές εισφορές που έχουν γεννηθεί μετά τις 11/4/2012, και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι τα πρόσωπα που ορίζονται στην παρ. 7 του ΑΝ 86/1967, (οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε.), ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον εάν λείπουν όλα τα αμέσως προαναφερθέντα πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πραγματικά, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 1741/2019, 45/2018, 78/2016, ΑΠ 11/2016).
Η τελευταία αυτή ειδικότερη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 ν.4075/2012 δεν προέβλεψε ως αυτουργούς εισφοροδιαφυγής τους διοικούντες τις Ι.Κ.Ε διαχειριστές (αρθ 55 επ.ν 4072/2012) διότι η μορφή της Ι.Κ.Ε εισήχθη το πρώτον στη χώρα με το ν.4072 που ίσχυσε την ίδια ημέρα (11-4-2012) με το ν.4075 είναι σαφές ότι εφαρμόζεται για αυτούς η παραλλήλως ισχύουσα και κατά τούτο ουδόλως απωθηθείσα γενικότερη διάταξη του άρθρου 4παρ4 ν.2556/97 σε συνδ με τις φορολογικές διατάξεις των αρθ115ν 2238/1994 (περί Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος) όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο, και εφαρμόζονται κατ' αναλογία για την καταβολή των οφειλόμενων στο ΙΚΑ εισφορών, αρθ. 50ν.4987/22(ΚΦΔ) όπως ερμηνεύθηκε από την προαναφερθείσα νομολογία, οπότε σαφώς ο διαχειριστής της Ι.Κ.Ε είναι υπόχρεος προς καταβολή των οφειλομένων από αυτήν ασφαλιστικών εισφορών και ποινικά υπεύθυνος ως αυτουργός της εισφοροδιαφυγής.
Είναι πρόδηλο ότι ο νομοθέτης του άρθρου 25 παρ.1 ν.4075/12 δεν είχε κανένα λόγο να απαλλάξει της ποινικής ευθύνης για την εισφοροδιαφυγή της Ι.Κ.Ε. τον διαχειριστή αυτής, οι εξουσίες του οποίου είναι παρόμοιες με αυτές του διαχειριστή της Ε.Π.Ε (αρθ 64ν4072/12 και αρθ18ν.3190/55 όπως αντικ με αρθ 8 ΠΔ 419/86 και διαμορφ με αρθ 13ν.4541/18)ενώ η μορφή των εταιρειών αυτών είναι ενδιάμεση μεταξύ κεφαλαιουχικών (ΑΕ) και προσωπικών (Ο.Ε και Ε.Ε) εταιρειών ,θεωρούμενες αμφότερες κεφαλαιουχικές αλλά με σημαντικά προσωπικά στοιχεία και πλήθος ομοιοτήτων και παρεμφερών εν γένει ρυθμίσεων που διαφοροποιούνται κατά περίπτωση, πλην όμως η Ι.Κ.Ε έχει τη βασική δομή της Ε.Π.Ε, όντας παραλλαγή αυτής, ο διαχειριστής της οποίας ρητά διώκεται ως αυτουργός για την εισφοροδιαφυγή αυτής κατ' αρθ 1 παρ.7 εδ.γ' α.ν.86/67.Πράγματι σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 25 παρ.1 ν.4075/12 "για τις περιπτώσεις που ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο, το οποίο δεν είναι δυνατόν να καταστεί ενεργητικά υποκείμενο αξιόποινων πράξεων, δεν υπάρχει ρητή διάταξη νόμου περί των ποινικά υπευθύνων προσώπων για τα παραπάνω αδικήματα.
Για το λόγο αυτό εφαρμόζονται οι γενικές αρχές του ποινικού δικαίου και ως υπεύθυνοι θεωρούνται αυτοί που εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο στις προς τρίτους σχέσεις τους. Τα παραπάνω, εφόσον δεν προσδιορίζεται ρητά η ιδιότητα των ποινικά υπεύθυνων ανάλογα με τη μορφή και τις ιδιαιτερότητες του κάθε νομικού προσώπου έχουν σαν αποτέλεσμα να μηνύονται συχνά πρόσωπα μη ευθυνόμενα ποινικά.
Με την προτεινόμενη διάταξη προσδιορίζονται τα φυσικά πρόσωπα τα οποία, λόγω της ιδιότητας και της θέσης που κατέχουν σε νομικά πρόσωπα ή γενικά σε εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα υπέχουν ποινική ευθύνη για τα αδικήματα του α.ν.86/67.Τα πρόσωπα αυτά που αναφέρονται περιπτωσιολογικά, ανάλογα με το είδος του κάθε νομικού προσώπου, είναι επιφορτισμένα με το έργο της διοίκησης του νομικού προσώπου, συμπίπτουν δε στις περισσότερες περιπτώσεις με τους ευθυνόμενους για το αδίκημα της φοροδιαφυγής των νομικών προσώπων που διοικούν κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.2523/1997.
Έτσι είναι σαφές ότι ο νομοθέτης δεν διανοήθηκε την απαλλαγή του διαχειριστή της Ι.Κ.Ε, αλλά σκοπός του ήταν να μην καταμηνύονται(από πλευράς ΙΚΑ-ΕΦΚΑ) πρόσωπα μη ευθυνόμενα κατ' ουσίαν ποινικά και τέτοιο πρόσωπο δεν είναι ο εταίρος διαχειριστής της ΙΚΕ και μάλιστα της μονοπρόσωπης, ο οποίος αναμφισβήτητα είναι ο μόνος υποχρεούμενος για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον ασφαλιστικό οργανισμό όντας ουσιαστικά εργοδότης κατά την ανωτέρω έννοια.
Περαιτέρω από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ` αυτόν, καθώς και μη καταβολή των σχετικών ποσών εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά στον Ασφαλιστικό Οργανισμό, που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.
Πρόκειται, συνεπώς, για γνήσια εγκλήματα, παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, που παρασχέθηκε η εργασία. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, αποφάσεως, για καθυστέρηση δηλαδή καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, πρέπει, ενόψει του περιεχομένου των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, να περιέχονται σε αυτήν τα πιο πάνω κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο προαναφερομένων εγκλημάτων.
Συγκεκριμένα, πρέπει να εκτίθεται η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση του προσωπικού που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης), προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ΙΚΑ, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε και ότι δεν τις κατέβαλε εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.
Επίσης και αναφορά, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη εκ της ασκήσεως επιχειρήσεως, των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση τούτου στην επιχείρηση αυτή, καθώς και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση και ποια η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ` αυτήν, ώστε να ανακύπτει υποχρέωση του, για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού του ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχειρήσεως.
Δεν απαιτείται να αναφέρονται, αφού δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των άνω εγκλημάτων, ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε έκαστος αυτών στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές ενός εκάστου. Ο χρόνος απασχολήσεως και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τελέσεως των δύο ως άνω αξιοποίνων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξαλείψεως του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχάς αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε προκύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου και η παράλειψη συσχέτισης αυτών, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει, να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.2 και 333 παρ.2 του Κ.Π.Δ.
και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής ή ακόμη την αναστολή της ποινικής δίωξης. (ΑΠ 338/2022, ΑΠ67/2022).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 παρ. 1 και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί, με επίδοση σ' αυτόν αντιγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος), το οποίο πρέπει, με ποινή ακυρότητας, να περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει.
Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α' και β' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν. Δ. 53/1974 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί μέσα στη συντομότερη προθεσμία, στη γλώσσα που κατανοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και τον λόγο της σε βάρος του κατηγορίας και να διαθέτει τον χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες, για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του, αλλά και το άρθρο 14 παρ. 3 εδ.
α' και β' του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, το οποίο περιέχει παρόμοια ρύθμιση με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠΔ, είναι άκυρο και οι σχετικές ελλείψεις αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και σε περίπτωση ελλείψεώς τους, από το αποδεικτικό επιδόσεως.
Η ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας του ακροατηρίου και είναι σχετική καλύπτεται, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλει εναντίωση στην πρόοδό της, προτείνοντας την ακυρότητα, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα (άρθρο 175 ΚΠΔ).
Αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην κατ' έφεση δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο εφέσεως (άρθρο 174παρ1 εδ.β ΚΠΔ, ΑΠ 941/2022)). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο Εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων.
Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο εφέσεως και το δικαστήριο δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν απορρίψει αναιτιολόγητα τη σχετική ένσταση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ακόμη, αν ο ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται λόγος για έλλειψη ακρόασης. (ΑΠ 941/2022)
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, που επισκοπούνται παραδεκτά για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, και ειδικότερα από τα υπ' αριθμ 5764/2022 πρακτικά του Ε Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Φίλανδρο, ο οποίος πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά από τα οποία προκύπτει μόνο ο τίτλος τους ,δηλαδή ότι επικαλέστηκε πραγματική πλάνη και παραγραφή επίσης ότι απορρίφθηκαν οι λοιποί ισχυρισμοί και έγινε δεκτός ο περί παραγραφής για το χρονικό διάστημα από 1-11-2026 έως 28-3-2017 και ακολούθως κατέθεσε η μάρτυρας υπάλληλος του ΕΦΚΑ Ι. Π. Από τα ανωτέρω πρακτικά τα οποία βέβαια δεν προβλήθηκαν ως πλαστά, και αποδεικνύουν όσα αναγράφονται σε αυτά (αρθ 140 παρ. ΚΠΔ)προκύπτει ότι ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος δεν προβλήθηκε πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ,οπότε καλύφθηκε και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση όλως επικουρικά ενώ κατά της απόφασης αυτής, ο κατηγορούμενος άσκησε την υπ' αριθμ. 5654/6-10-2022 έφεσή του, σε αυτήν κατά λέξη διέλαβε, "... ότι εκκαλεί την 5764/2022 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών για τους εξής επί λέξει ειδικούς λόγους : ότι παρά το νόμο απέρριψε την ένστασή του περί ελλείψεως αξιοποίνου άλλως μη πρόβλεψης στο νόμο της ιδιότητας την οποία φέρει ως διαχειριστής της Ι.Κ.Ε ως ιδιότητας που να θεμελιώνει το αξιόποινο του συγκεκριμένου αδικήματος, άλλως περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, για τους άνω λόγους άλλως και επικουρικώς λόγω απόρριψης της ένστασης περί μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως λόγω έλλειψης του πίνακα ως αναλυτικά αναπτύχθηκαν οι ισχυρισμοί ενώπιον του Α'βαθμιου Δικαστηρίου.." Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και κήρυξε πάλι ένοχο τον κατηγορούμενο, δεν υποχρεούτο να εξετάσει τον ανωτέρω λόγο της έφεσης, ο οποίος ήταν απαράδεκτος ως αόριστος και ασαφής, καθόσον ο εκκαλών ανέφερε το λόγο αυτό επικουρικά και μόνο κατά τίτλο, επίσης δεν ανέφερε ποιο ήταν το περιεχόμενο της ένστασης κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ποιες οι νομικές πλημμέλειες ως προς την απόρριψη αυτής.
Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος σ'αυτή δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τυγχάνει διαχειριστής της μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία "DEEP ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και Α.Μ.Ε.: ..., που εδρεύει στο ..., επί της οδού ..., η οποία έχει ως αντικείμενο τις "υπηρεσίες που παρέχονται από καφέ μπαρ.
Υπό την ιδιότητα αυτή και ως έχων ως μοναδικός εταίρος τη νόμιμη διαχείριση της εν λόγω εταιρείας, απασχόλησε ως εργοδότης κατά τη χρονική περίοδο από 1.4.2017 έως 30.4.2018, διάστημα για το οποίο φέρεται η υπόθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως και κατωτέρω θα αναφερθεί, στην ως άνω επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ.
Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), τις κατωτέρω εισφορές ποσού 41.694.94 € μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό .../2017, .../2017, .../2017, .../2017, .../2018, .../2017 ,.../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2017, .../2017, .../2017, .../2017 Π.Ε.Ε., συνολικού ποσού εισφορών 41.694.94 €, που αντιστοιχούν σε 27.796,63 € εργοδοτικές και 13.898,31 € εργατικές.
Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείται, κατά τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, ενώ θα πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του αρ. 84 παρ. 2 περ. δ' ΠΚ, όπως έγινε δεκτό και από την εκκαλουμένη απόφαση, δεδομένου και ότι δεν ωθήθηκε στην τέλεση των επίδικων αξιόποινων πράξεων από ταπεινά αίτια, αλλά λόγω οικονομικής δυσπραγίας, ούτε δύναται άλλωστε να καταστεί χειρότερη η θέση του κατηγορούμενου κατόπιν άσκησης ενδίκου μέσου (άρθρο 470 ΚΠΔ).
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου να κηρυχθεί αθώος επειδή δεν αναφέρεται στο άρθρο 7 του ΑΝ 86/67 η περίπτωση της μονοπρόσωπης ΙΚΕ, κρίνεται απορριπτέος αφού υπάρχει η ειδικότερη διάταξη του εδ α' του άρθρου 56 του ν. 4072/2012 και υφίσταται εν προκειμένω νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρείας από τον κατηγορούμενο.
Η επικουρικώς δε προταθείσα ένσταση του κατηγορουμένου περί παραγραφής των οφειλών του που κατέστησαν απαιτητές σε χρόνο πρότερο της πενταετίας από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος που έλαβε χώρα στις 28-3-2022, έχει γίνει ήδη δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως βάσιμη, προκύπτοντος τούτου από την επισκόπηση της αναγραφείσας στο κατηγορητήριο υπ' αριθμ.
ΕΜ5764/2022 απόφασης του Ε' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών αλλά και στο απόσπασμα αυτής, όπου ρητά αναφέρεται: "Δεκτός ο ισχυρισμός παραγραφής για διάστημα από 1-11-2016 έως 28-3-2017" ενώ εκ παραδρομής δεν περιλήφθηκε στην καθαρογραμμένη απόφασή του, η οποία έως σήμερα δεν έχει διορθωθεί.
Συνεπώς και δεδομένου ότι δεν δύναται να καταστεί χειρότερη η θέση του κατηγορούμενου κατόπιν άσκησης ενδίκου μέσου (άρθρο 470 ΚΠΔ), πρέπει να περιληφθεί στην παρούσα σχετική διάταξη περί οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής των οφειλών του κατηγορουμένου ως εργοδότη της επιχείρησης με την επωνυμία "DEEP ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", είδος επιχείρησης "Υπηρεσίες που παρέχονται από καφέ - μπαρ", για την απασχόληση κατά τη χρονική περίοδο από 1-11-2016 έως 28-3-2017, ποσού 11.262,90 ευρώ για εργοδοτικές και 5.631, 45 ευρώ για εργατικές εισφορές και συνολικά 16.894,35 ευρώ που αντιστοιχεί στις κάτωθι ΠΕΕ: .../2017, .../2017, .../2017 και .../2017, προς αποφυγή συγχύσεως.
Ο δε επικουρικότερος ισχυρισμός περί μη επισύναψης στη μηνυτήρια αναφορά του ΕΦΚΑ του πίνακα χρεών που επιφέρει τη μη νομότυπη υποβολή της εγκλήσεως και κατ' ακολουθίαν του απαραδέκτου της ποινικής δίωξης κρίνεται απορριπτέος αφού η προστεθείσα με την παράγραφο 8 του άρθρου τρίτου Ν.4087/2012,ΦΕΚ A 196/16.10.2012 διάταξη στην παρ. 6 του άρθρου 1 του α.ν. 86/67 ως προς την υποχρεωτικότητα να συνοδεύει τη μηνυτήρια αναφορά ο πίνακας χρεών αφορά οφειλές ασφαλιστικών εισφορών άνω των 150.000 ευρώ, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Σε κάθε περίπτωση κατά την επ' ακροατηρίω συζήτηση προσκομίσθηκε από την εξετασθείσα μάρτυρα και κατέστη αναγνωστέο έγγραφο κατά πρόταση της Εισαγγελέως ο πίνακας ληξιπρόθεσμων χρεών του οφειλέτη κατηγορούμενου, λαμβάνοντας έτσι γνώση ο κατηγορούμενος, ενώ δεν αμφισβήτησε ειδικότερα τις εγγραφές του πίνακα".
Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Γ. Μ. του Α., για τις πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών κατά συρροή και του επέβαλε αφού του αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2δ ΠΚ συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών με τριετή αναστολή με το ακόλουθο διατακτικό:
"ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υποβληθείσα ένσταση - αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ ένοχο, τον κατηγορούμενο Γ. Μ. του Α. με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 § 2δ' του Π.Κ., του ότι στην Αθήνα την 1-8-2018 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία "DEEP ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", είδος επιχείρησης "Υπηρεσίες που παρέχονται από καφέ - μπαρ", και ειδικότερα νόμιμος εκπρόσωπος της διαχειριστής της ανωτέρω εταιρείας, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 29-3-2017 έως και 30-4-2018 στην επιχείρησή του προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ.
Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), όφειλε για την ασφάλιση του' άνω προσωπικού να καταβάλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ. Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), τις κατωτέρω εισφορές ποσού 41.694,94 € μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκαν οι με αριθμό .../2017, .../2017, .../2017, .../2017, .../2018, .../2017 ,.../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2018, .../2017, .../2017, .../2017, .../2017 Π.Ε.Ε., συνολικού ποσού εισφορών 41.694.94 ευρώ Α) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τον ίδιον (εργοδοτικών) ασφαλιστικών εισφορών ποσού 27.796,63 €, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.
Και Β) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή του (εργατικές) ποσού 13.898,31 € με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν, μέσα στο μήνα κατά τον οποίον αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών ασφαλιστικών εισφορών σε συρροή, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 18 εδ α και γ, 26 εδ.α', 27, 51, 53, 79, 94 παρ.1, 375 ΠΚ., και άρθρο 1 α.ν.86/67 όπως συμπλ.
με άρθ 22 παρ.1 ν.4038/2012, το οποίο αντικ. με αρθ.3 παρ.8 ν.4087/12, επίσης όπως συμπλ. με αρθ. 25 παρ.1 ν.4075/12 σε συνδ. με αρθ. 33 ν.3346/2005 όπως αντικ. με αρθ. 30 ν.3904/10, επίσης σε συνδ. με αρθ. 28 παρ.1, 5 και 8 παρ.5 α.ν. 1846/51 όπως ισχύουν με αρθ. 56 εδ. α' ν. 4072/12, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα αναφέρεται με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων ως μοναδικός εταίρος και διαχειριστής της επιχείρησης "DEEP ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ι.Κ.Ε" με αντικείμενο υπηρεσίες καφέ μπαρ, απασχόλησε ως εργοδότης την περίοδο από 1-4-2017 έως 30-4-2018 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας και δεν κατέβαλε ως όφειλε στον ΕΦΚΑ αφενός τις παρακρατηθείσες εργατικές εισφορές, αφετέρου τις οφειλόμενες εργοδοτικές εισφορές μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις δημόσιες υπηρεσίες του επόμενου μήνα εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ,προσδιορίζοντας αναλυτικά τις συγκεκριμένες οφειλές του εργοδότη αυτού, τελώντας έτσι το ανωτέρω αδίκημα.
Επίσης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 1 α του ν.86/67 ως ισχύει καταδικάζοντας τον κατηγορούμενο ως εργοδότη μοναδικό εταίρο και διαχειριστή της μονοπρόσωπης Ι.Κ.Ε για το ότι δεν κατέβαλε έγκαιρα στον ΕΦΚΑ τις ανωτέρω οφειλόμενες εργατικές και εργοδοτικές εισφορές σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας και κατά τη διάταξη του εδ.α' του άρθρου 56 του ν. 4072/2012, εφόσον υφίσταται νόμιμη διαχείριση και εκπροσώπηση της εταιρίας από τον κατηγορούμενο.
Συνεπώς οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου είναι αβάσιμες. Πρέπει όμως κατ' αρθ. 514 εδ.β ΚΠΔ να συμπληρωθούν τα ανωτέρω άρθρα με το άρθ.4 παρ.4 ν.2556/97, όπως αντικ. με αρθ.69 παρ.2 ν.2676/99, σε συνδ. διαδοχικά με τα προϊσχ. αρθ.115 παρ.1, 2, 101 παρ.1 ν.2238/94 (όπως το 2ο συμπλ. με αρθ. 116 παρ.10 ν.4072/12) με το προισχ. αρθ. 50 ν.4174/13 και με το ήδη ισχύον αρθ. 50 ν.4987/22.
Περαιτέρω, με σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί μη νομότυπης υποβολής της εγκλήσεως και κατ' ακολουθίαν απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, λόγω μη επισύναψης στη μηνυτήρια αναφορά του ΕΦΚΑ του πίνακα χρεών, αφού η προστεθείσα με την παράγραφο 8 του άρθρου τρίτου Ν.4087/2012,ΦΕΚ A 196/16.10.2012 διάταξη στην παρ. 6 του άρθρου 1 του α.ν. 86/67 όπως προστ. με αρθ.22 παρ.1 ν.4038/2012 και αντικ. με αρθ. 3 παρ.8 ν.4087/2012, ως προς την υποχρεωτικότητα να συνοδεύει τη μηνυτήρια αναφορά ο πίνακας χρεών αφορά οφειλές ασφαλιστικών εισφορών άνω των 150.000 ευρώ, προϋπόθεση που δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση .Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης περί υπερβάσεως εξουσίας και απόλυτης ακυρότητας κατά παράβαση του άρθρου 510 παρ.1 Θ', Α' σε συνδ με αρθ.171 παρ.1 εδ.δ' ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρ 578 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-11-2023 αίτηση του Γ. Μ. του Α. κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ ΖΤ2018/2023 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Συμπληρώνει στα εφαρμοσθέντα άρθρα του ποινικού νόμου της ανωτέρω υπ' αριθμ ΖΤ 2018/2023 απόφασης και τα εξής: άρθρα 4 παρ.4 ν.2556/97, όπως αντικ. με αρθ.69 παρ.2 ν.2676/99, σε συνδ. διαδοχικά με τα προϊσχ. αρθ.115 παρ.1, 2, 101 παρ.1 ν.2238/94, όπως το 2ο συμπλ. με αρθ. 116 παρ.10 ν.4072/12, με το προισχ. αρθ. 50 ν.4174/13 και με το ήδη ισχύον αρθ. 50 ν.4987/22.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ