Legislator Case Law & Legislation
530/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for procedural errors regarding statute of limitations and service of process.

Case Number 530/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment, finding procedural errors in the handling of the statute of limitations and service of process. The defendant failed to appear at the hearing despite being legally summoned, while the lower court incorrectly accepted that the government's representation cured the lack of proper service on the Ministry of Finance. Consequently, the Supreme Court declared the first-instance decision void and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 261, 263 of the Civil Code; Article 576 of the Code of Civil Procedure: The statute of limitations is interrupted only by a valid lawsuit served on a party with legal capacity, and the Supreme Court must examine procedural defects like improper service or absence of a summoned party.

Keywords

AI generated
statute of limitations service of process legal capacity procedural error remand for retrial supreme court appeal civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 62 of the Civil Code
Article 261 of the Civil Code
Article 263 of the Civil Code
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 530 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 530/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ε. Χ., Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 20-11-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. Ο., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η απόφαση ... του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθ. Δ'/1183/23-1-2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Η. Τ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το αναιρεσείον, επιμελεία του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27-11-2023), προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 15-2-2018 αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.

Κατά συνέπεια, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Ιωάννης Οικονομίδης άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ... την από 26.6.2015 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία μικροδιαφορών), με την οποία εξέθετε ότι το εναγόμενο του ανέθεσε το Φθινόπωρο του 2009 την γραφιστική επιμέλεια διαφόρων πολυσέλιδων εντύπων και το σχεδιασμό-δημιουργικό εντύπου υλικού στα πλαίσια της οργάνωσης και συγχρηματοδότησης από αυτό των πολιτιστικών εκδηλώσεων για τα "44α ΔΗΜΗΤΡΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" του έτους 2009.

Ότι, το προαναφερθέν έργο του ανατέθηκε απευθείας από το Υπουργείο ... και από το Δήμο Θεσσαλονίκης και, κατόπιν υποδείξεων των αντισυμβαλλομένων του, εξέδωσε την ... δύο τιμολόγια παροχής υπηρεσιών στο όνομα του Υπουργείου ..., στα οποία λεπτομερώς περιγράφονται οι εργασίες που εκτέλεσε, για τις οποίες η αμοιβή του ανέρχονταν συνολικά, με την αναλογία του ΦΠΑ, στο ποσό των 3.540,25 ευρώ, το οποίο, κατά τη συμφωνία τους έπρεπε να καταβληθεί σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την έκδοση των τιμολογίων, δηλαδή την ....

Ότι, ο ίδιος εκτέλεσε νόμιμα τα συμφωνηθέντα, πλην όμως το εναγόμενο δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα την αμοιβή του, αν και παρέλαβε χωρίς επιφύλαξη και χρησιμοποίησε τα προαναφερόμενα έντυπα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, κυρίως μεν βάσει της άνω συμβάσεως, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.

του ΑΚ. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. ... ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε την προβληθείσα από το εναγόμενο ένσταση παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος, δέχθηκε την αγωγή, κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.540,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.

Την απόφαση αυτή προσβάλλει το εναγόμενο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναιρέσεως (23-2-2018), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, ο ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", ο οποίος καταργήθηκε με το άρθρο 177 του ισχύοντος από 1-1-2015 ν. 4270/2014 (Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης - εποπτείας - Δημόσιο Λογιστικό), αλλά έχει εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, αφού κατ` άρθρο 183 παρ. 2 γ, οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 (που αφορά, μεταξύ άλλων, την παραγραφή, αναστολή και παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου) του Κεφαλαίου Β` του Μέρους Δ` ισχύουν για απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή, όριζε με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.1 και 91 εδ.

α` (όμοιες των οποίων εισήχθησαν και με τα άρθρα 140 παρ.1, 141 του ν. 4270/2014) τα ακόλουθα: α`) Το άρθρο 90 παρ. 1: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και β`) το άρθρο 91 εδ. α`: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, ακόμη και αν πηγάζει από αδικοπραξία ή αδικαιολόγητο πλουτισμό λόγω ακυρότητας της σύμβασης, παραγράφεται μετά από την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1233/2019, ΑΠ 1039/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρο 93 του παραπάνω Ν. 2362/1995, "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών... ", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 94 εδ.

δ` (τελευταίο) αυτού "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ως άνω ν. 2362/1995, συνάγεται σαφώς, ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΑΠ 542/2021, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1233/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει την κατά τα ανωτέρω διακοπή της παραγραφής, νοείται η, κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ολοκλήρωση της ασκήσεως αυτής, με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο (ΑΠ 505/2020, ΑΠ 720/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται ως να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη.

Η ταυτότητα αυτή υπάρχει και όταν με τη νέα αγωγή επέρχονται οι αναγκαίες διαφοροποιήσεις με τις οποίες συμπληρώνονται οι ασάφειες ή οι ελλείψεις που προκάλεσαν το δικονομικό απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής, αρκεί να μην μεταβάλλεται η ταυτότητα της αξίωσης υπέρ της οποίας πρέπει να παρασχεθεί δικαστική προστασία (ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 743/2018, ΑΠ 768/2016).

Την παραγραφή διακόπτει η έγερση αγωγής κατά του πραγματικού υποχρέου, ενώ η άσκηση αγωγής κατά προσώπου που δεν είναι υπόχρεο δεν επιφέρει διακοπή της παραγραφής υπέρ του δικαιούχου (ΑΠ 1484/2022, ΑΠ 125/2020). Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ είναι, ουσιαστικά, αλληλένδετες λειτουργικά μεταξύ τους, καθόσον η δεύτερη από αυτές αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της πρώτης, παρέχοντας στο δανειστή, που δεν αδράνησε να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, τη δυνατότητα να επανεγείρει την αγωγή του και να διορθώσει και συμπληρώσει ελλείψεις της αρχικής αγωγής, είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης για λόγους τυπικούς (π.χ.

λόγω έλλειψης κάποιας δικονομικής προϋπόθεσης), χωρίς δηλαδή να έχει υπεισέλθει το δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης, είτε παραιτούμενος από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης. Παρέχεται, έτσι, ένας επί πλέον λόγος διακοπής της παραγραφής ως συνέχεια των, μετά την άσκηση της αγωγής, διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων, που ανατρέχει όμως στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής (ΑΠ 52/2021).

Η διάταξη δε αυτή του άρθρου 263 ΑΚ έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων (ΑΠ 1484/2022, ΑΠ 52/2021, ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 252/2016). Τέλος, κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ, "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι".

Με την έννοια αυτή, ικανότητα διαδίκου δεν έχει η οποιαδήποτε υπηρεσία του ..., διότι σ' αυτήν δεν απονέμεται από κάποια διάταξη νόμου ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ως υπηρεσία ανεξάρτητη από το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 616/2022, ΑΠ 1326/2019, ΑΠ 83/2014, ΑΠ 1852/2005). Έτσι, το Υπουργείο ... (...) είναι μεν φορέας διοίκησης έχοντας ως αποστολή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΔ 108/2014, την πρότυπη περιφερειακή ανάπτυξη της ..., την προστασία και ανάδειξη της φυσικής, αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και την προώθηση της συνεργασίας με τις χώρες της Βαλκανικής και του Εύξεινου Πόντου σε θέματα περιβάλλοντος, έργων υποδομής, πολιτιστικής κληρονομιάς, τουριστικής ανάπτυξης και απόδημου ελληνισμού, πλην όμως, δεν έχει, κατά τα προαναφερθέντα, αυτοτελή και ανεξάρτητη (έναντι του Δημοσίου) νομική προσωπικότητα και, συνεπώς, δεν μπορεί να είναι διάδικος σε δίκη.

Το μόνο έχον ικανότητα δικαίου είναι το νομικό πρόσωπο του .... Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 εδ. β`, 5 παρ. 1 και 2 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η πρώτη των οποίων ορίζει, ότι το Δημόσιο εκπροσωπείται ενώπιον των δικαστηρίων από τον Υπουργό των Οικονομικών, εκτός αν από ειδικές διατάξεις προβλέπεται, κατ` εξαίρεση, διαφορετική εκπροσώπησή του, η δεύτερη ότι μόνο οι προς τον Υπουργό των Οικονομικών γενόμενες κοινοποιήσεις παράγουν νόμιμες συνέπειες και η τρίτη ότι η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιο εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους άλλου, πλην του επί των Οικονομικών Υπουργού κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό των Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου επιδόσεως, επί ποινή ακυρότητας αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενης, προκύπτει ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή ακυρότητας, τόσο στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο (όπου προβλέπεται εκπροσώπηση του Δημοσίου από τέτοιο όργανο) και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται ακυρότητα, η οποία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟλΑΠ 34/1988, ΑΠ 715/2020, ΑΠ 239/2016, ΑΠ 1309/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το αναιρεσείον προέβαλε πρωτοδίκως την ένσταση παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του Ν. 2362/1995, ισχυριζόμενο ότι από το τέλος του οικονομικού έτους του 2009, εντός του οποίου γεννήθηκαν οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, αφού δήλη ημέρα πληρωμής των άνω τιμολογίων ήταν η ..., μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, η οποία ολοκληρώθηκε στις 16.07.2015 με την επίδοση αντιγράφου της στο νόμιμο εκπρόσωπό του, Υπουργό Οικονομικών, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Ο αναιρεσίβλητος, προς απόκρουση της άνω ένστασης, προέβαλε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, λόγω άσκησης από αυτόν άλλης αγωγής, με το ίδιο αντικείμενο, το έτος 2012, από την οποία παραιτήθηκε με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής. Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με την ήδη προσβαλλόμενη ανέκκλητη απόφασή του, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την άνω ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της προβληθείσας από τον αναιρεσίβλητο αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, η επίδικη απαίτηση ήταν απαιτητή από την 02.09.2009, η παραγραφή αυτής αρχίζει από το τέλος του 2009 και συμπληρώνεται στις 31.12.2014.

Ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αγωγή στις 09.07.2015. Είχε όμως ασκήσει στις 14.12.2012 τη με αριθμό κατάθεσης 19.636/14.12.2012 αγωγή του, για τις ίδιες απαιτήσεις του με το ίδιο περιεχόμενο, ιστορική και νομική βάση με την υπό κρίση αγωγή, στρεφόμενος κατά του Υπουργείου ... και όχι του .... Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 23.04.2015 όμως παραστάθηκε το εναγόμενο της υπό κρίση αγωγής Ελληνικό Δημόσιο, για λογαριασμό του Υπουργείου ...

και η παράστασή του στη δικάσιμο της 23.04.2015 θεράπευσε την έλλειψη επίδοσης στο νυν εναγόμενο της πρώτης αγωγής και μπορεί να γίνει εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 261 και 263 του Α.Κ. περί διακοπής της παραγραφής, με δεδομένο και ότι, ο ενάγων με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής του παραιτήθηκε από την πρώτη αγωγή του.

Το χρονικό διάστημα (εξάμηνο) προς επανέγερση της αγωγής αρχίζει από την παραίτηση ή από την τελεσιδικία. Η παραίτηση από την πρώτη αγωγή δίνει το δικαίωμα στον ενάγοντα - δικαιούχο να εγείρει νέα αγωγή μέσα σε εξάμηνο (όπως και έγινε με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής), οπότε η παραγραφή λογίζεται ότι διακόπηκε με την έγερση της πρώτης αγωγής και η ένδικη απαίτηση του ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί... ".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της διακοπής ή μη της παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσίβλητου με την άσκηση της προγενέστερης από 14.12.2012 αγωγής του κατά του Υπουργείου ...

και συνακόλουθα της βασιμότητας ή μη της προβληθείσας από το αναιρεσείον ένστασης παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αναιρεσίβλητου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 62, 261, 263 του ΑΚ.

Ειδικότερα, δέχεται το Ειρηνοδικείο ότι ο ενάγων είχε ασκήσει στις 14.12.2012 τη με αριθμό κατάθεσης 19.636/14.12.2012 αγωγή του, για τις ίδιες απαιτήσεις του με το ίδιο περιεχόμενο, ιστορική και νομική βάση με την ένδικη αγωγή, στρεφόμενος κατά του Υπουργείου ... και όχι του ..., ότι κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 23.04.2015 παραστάθηκε το Ελληνικό Δημόσιο για λογαριασμό του Υπουργείου ...

και ότι η παράστασή του αυτή θεράπευσε την έλλειψη επίδοσης στο ίδιο της πρώτης αγωγής και ότι η παραίτηση από την πρώτη αγωγή δίνει το δικαίωμα στον ενάγοντα - δικαιούχο να εγείρει νέα αγωγή μέσα σε εξάμηνο, όπως και έγινε με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Δεν αιτιολογεί όμως το Εφετείο γιατί, παρότι η πρώτη αυτή αγωγή στρεφόταν κατά προσώπου που δεν είχε ικανότητα δικαίου, ήταν παραδεκτή και άρα επήλθε με αυτήν διακοπή της παραγραφής και για το Ελληνικό Δημόσιο, μολονότι αυτό δεν ήταν εναγόμενο και παρόλο που δεν επιδόθηκε καν η προηγούμενη αυτή αγωγή στον Υπουργό Οικονομικών, ενώ για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή ακυρότητας και στον Υπουργό Οικονομικών.

Ασαφώς δε δέχεται ότι η παράστασή του ... στη δικάσιμο της 23.04.2015 θεράπευσε την έλλειψη επίδοσης στο ίδιο της πρώτης αγωγής και άρα μπορεί να γίνει εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 261 και 263 του ΑΚ περί διακοπής της παραγραφής, χωρίς καμία αναφορά στη συνδρομή η μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 62 ΚΠολΔ, ενώ για τη δυνατότητα διακοπής της παραγραφής προϋποτίθεται η άσκηση προηγούμενης παραδεκτής αγωγής, στρεφομένης δηλαδή κατά προσώπου που έχει την ικανότητα διαδίκου και έπεται η ολοκλήρωση της ασκήσεώς της με την έγκυρη επίδοση αντιγράφου της στον εναγόμενο.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο καταλογίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. ... απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ