Legislator Case Law & Legislation
530/2020 AI generated

Supreme Court dismisses labor dispute appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific laws.

Case Number 530/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final labor dispute judgment regarding unpaid wages and severance. The appellant argued the lower court erred in fact-finding and failed to consider specific evidence, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal arguments were either too vague to be examined or did not fall within the limited categories of reviewable errors under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific grounds for review under Article 560 and cannot challenge factual findings or omit essential premises required for substantive review.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal inadmissible appeal grounds vague appeal arguments factual findings review Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 553, 556, 558, 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 530 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 530/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Παππά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Οδυσσέα Καραγιαννακίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/7/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 31--7-2018 και με αριθμό κατάθεσης 123/1-8-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ` αριθ. 51/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε, τυπικά και κατ` ουσία την από 9-11-2015 και με αριθμό κατάθεσης 35/2015 έφεση του εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και της 325/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Καβάλας, και μετά εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και εκδίκασης της από 11-3-2015 και με αριθμό κατάθεσης 150/2015 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας, απέρριψε κατ` ουσία την αγωγή με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη, στο ξενοδοχείο της οποίας η ενάγουσα εργαζόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως καμαριέρα, να της καταβάλει το ποσό των 12.790,75 ευρώ για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποδοχές άδειας, επιδόματα άδειας και εορτών, αποζημίωση απόλυσης, αμοιβή για υπερεργασία, υπερωρία και εργασία κατά τις Κυριακές, που ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 12-6-2013 μέχρι 31-1-2015 με βάση τη Γ.Σ.Σ.Ε που αμειβόταν και αυτά που έπρεπε να λαμβάνει με βάση τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας (Πράξη Κατάθεσης Υπουργείου Εργασίας 9/16-7-2012 και 14/31-12-2013 αντίστοιχα)..

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577παρ.3 ΚΠΟΛΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α του ΚΠΟΛΔ,όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.

ΑΠ 28/1998, ΑΠ403/2019, ΑΠ1551/2018, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου560 παρ.6 του ΚΠΟΛΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠΟΛΔ εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015). Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 560 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το Δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 560 αριθ.6 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το Δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.

ΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι "... Η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε το αποδεικτικό υλικό και δη τα προσκομισθέντα από αυτή έγγραφα και δη την από… βεβαίωση του …, περί της ιδιότητας της ενάγουσας μέλους αυτού κατά το επίδικο διάστημα, την προγενέστερη αίτησης εγγραφής της στο εν λόγω σωματείο καθώς και την απόδειξη καταβολής ποσού 5 ευρώ ως συνδρομή στο εν λόγω σωματείο με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η ενάγουσα δεν ήταν μέλος του εν λόγω σωματείου και περαιτέρω να απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή της.

Ο λόγος αυτός με τον οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί παραβίαση από τον αρ.12 του άρθρου 559 ΚΠΟΛΔ είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η παραβίαση από το δικαστήριο των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών δεν ιδρύει αντίστοιχο αναιρετικό λόγο στην προκειμένη περίπτωση.

Τούτο γιατί δεν διαλαμβάνεται αντίστοιχος αναιρετικός λόγος στους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠΟΛΔ για αποφάσεις πρωτοδικείων που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων. Κατά το μέρος δε που ο ίδιος λόγος βάλλει κατά της εκτιμήσεως των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠΟΛΔ.

Περαιτέρω δε με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατ` εκτίμηση του δικαστηρίου, από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠΟΛΔ και όχι από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και αντιφατικές αιτιολογίες στο σκεπτικό της διότι δέχθηκε ότι "δήθεν το σωματείο … δεν είναι μέλος της αντίστοιχης Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Επισιτισμού και Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων, η οποία υπογράφει και την επίδικη κλαδική Σ.Σ.Ε και διότι το Δικαστήριο, κατά τρόπο παράνομο και μη δικονομικά αποδεκτό, κατέληξε σε αυτήν την κρίση μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με την Ομοσπονδία ενώ είχε προσκομισθεί και πρακτικό αρχαιρεσειών του Σωματείου, στον οποίο αναγραφόταν και αποδεικνυόταν εκλογική διαδικασία ανάδειξης μελών στην επίδικη Ομοσπονδία από το οποίο προέκυπτε η ιδιότητα του Σωματείου ως μέλους της Ομοσπονδίας, κάτι που ουδόλως ελήφθη υπόψη και ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε ένα τηλεφώνημα και μία συνομιλία με μία μη πιστοποιημένη εργαζόμενη, με αποτέλεσμα να οδηγεί σε λανθασμένη κρίση.

Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του Δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ` ουσία απόρριψη της αγωγής της αναιρείουσας ως αβάσιμης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους επιπλέον δεν προσδιορίζει, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, Επίσης δεν μπορεί να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αφού δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές στο σύνολό τους, ώστε να κριθεί εάν πράγματι στερείται νομίμου βάσης, ως έχουσα αντιφατικές αιτιολογίες και επιπλέον δεν αναφέρονται και οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, που πλήττεται η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σ` αυτό επί μέρους παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, ως κατ` ουσίαν εσφαλμένη είναι απορριπτέος κατά το μέρος αυτό ως απαράδεκτος, διότι η επ` αυτών κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατ` άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε ως αβάσιμο κατ` ουσία το αίτημά της για αποζημίωση λόγω υπερωριακής και υπερεργασιακής της απασχόλησης, διότι δεν έλαβε υπόψη της τα αποδεικτικά μέσα-μαρτυρικές καταθέσεις που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός, κατ` εκτίμηση του Δικαστηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠΟΛΔ, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν συμπεριλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠΟΛΔ, ενώ πλήττει επίσης απαράδεκτα την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠΟΛΔ).

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης. πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 51/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ