Supreme Court dismisses appeal against traffic accident judgment where insurer failed to prove victim's liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance fund's appeal against a lower court ruling that rejected its claims for damages in a traffic accident case. The court found the victim was solely at fault for the collision, rendering the insurer's claims against the victim's insurance company baseless. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the insurer was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 § 5 of Law 4104/1960; Article 18 of Law 1654/1986; Article 352 § 2 of the Code of Civil Procedure; Article 561 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559 § 11γ' of the Code of Civil Procedure: An insurer's direct claim against a third party for social security benefits is barred if the beneficiary has settled or waived rights, and appellate courts cannot re-evaluate evidence assessments or find new facts to overturn a first-instance judgment on liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 530 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 530/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)" και ήδη ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)", ως οιονεί καθολικός διάδοχος, δυνάμει του ν. 4387/2016, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 13-11-2018 δήλωση, καθώς και στις κατατεθείσες από 13-11-2018 προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσείοντος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Τ. του Ε., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο …. χλμ της ... και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4-4-2007 και 28-8-2007 αγωγές - πλαγιαστικές αγωγές του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15089/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 770/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μαντούβαλος διάβασε την από 7-11-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου της από 1-4-2015 και με αρ. καταθ. 117/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 770/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 10 § 5 ΝΔ 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 § 1 Ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 Ν. 1654/1986, συνάγεται ότι το ΙΚΑ, για τις παροχές σε ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα, έχει απ' ευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο, αυτοδίκαια, κατά το ποσό των οφειλόμενων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών, στην αξίωσή του κατά του υπόχρεου, ενώ ο παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από τον τελευταίο και τα κονδύλια που κατέβαλε ή οφείλει σ' αυτόν (παθόντα) το ΙΚΑ από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης που τους συνδέει, διότι, ως προς αυτά, δεν είναι πλέον δικαιούχος (ΑΠ 676/2017, ΑΠ 235/2011, ΑΠ 666/2010), χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της αξίωσης ως προερχόμενης από αδικοπραξία ή από αυτοκινητικό ατύχημα (ΑΠ 666/2010).
Συμβιβασμός του δικαιούχου, παραίτηση, εκχώρηση ή με οποιοδήποτε τρόπο αλλοίωση της αξίωσής του για αποζημίωση είναι άκυρη κατά το μέρος της που αφορά τις παραπάνω αξιώσεις του ΙΚΑ από παροχές. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση μεταβιβάζεται αυτοδίκαια στο ΙΚΑ, κατά το χρόνο γένεσής της - χρόνο επέλευσης της ζημίας (όπως π.χ.
τραυματισμό), μόνο στην έκταση που το τελευταίο οφείλει παροχές στον παθόντα και ασφαλισμένο του κατά την ειδική νομοθεσία που διέπει τις μεταξύ τους σχέσεις (ΑΠ 750/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης προβάλλει την κατ' άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ αιτίαση ισχυριζόμενο τα ακόλουθα: Με τις από 4-4-2007 και 28-8-2007 αγωγές του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) να του καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας ως αποζημίωση, εξαιτίας του εκ τροχαίου ατυχήματος τραυματισμού του ασφαλισμένου του Ν.
Κ. από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης οδηγού και ιδιοκτήτη αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων στη δεύτερη εναγομένη, τα αναφερόμενα ποσά, τα οποία το ίδιο κατέβαλε στον τραυματισθέντα δυνάμει της μεταξύ τους ασφαλιστικής σχέσεως και υποκαταστάθηκε εκ του νόμου σ' αυτά, όπως βεβαιώθηκαν με τις αναφερόμενες βεβαιώσεις του Διοικητή αυτού (ΙΚΑ).
Και ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δικάζον κατ' έφεση του ΙΚΑ προχώρησε στον καταλογισμό της αποκλειστικής υπαιτιότητας του ασφαλισμένου του και εξ αυτού στην απόρριψη των αγωγών του, απορρίπτοντας κατ' ουσία την έφεση (δεχόμενο δηλ. ό,τι και πρωτοδίκως), χωρίς να λάβει υπόψη του το νέο αποδεικτικό στοιχείο το οποίο επικαλέστηκε σύμφωνα με το άρθρο 529 § 1 ΚΠολΔ για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης και στη συνέχεια με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού και προσκόμισε.
Ήτοι, την από 6-11-2007 εξοφλητική απόδειξη καταβολής αποζημίωσης της ασφαλιστικής εταιρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου (2ης αναιρεσίβλητης) ποσού 15.500 €, στην οποία υπάρχει η αναγνώριση ποσοστού συνυπαιτιότητας 60% εκ μέρους του ασφαλισμένου του και εξ αυτής συνάγεται παράλληλα εμμέσως πλην σαφώς και ύπαρξη αναγνώρισης εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου ποσοστού συνυπαιτιότητας 40% του οδηγού του τελευταίου.
Το νέο αυτό αποδεικτικό στοιχείο, μέχρι τότε, το αγνοούσε, καθότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη αποσιώπησε την ύπαρξή του, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό πλάνη στο πρωτόδικο Δικαστήριο για την υπαιτιότητα των εμπλεκομένων προσώπων στο ατύχημα. Οπότε, έσφαλε το Εφετείο, αφού δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο που επικαλέστηκε και προσκόμισε, απορρίπτοντάς το έτσι σιωπηρά, ενώ όφειλε να δεχθεί τούτο ως νέο αποδεικτικό μέσο, μόνο δε αιτιολογημένα και με την επίκληση των λόγων της §2 του άρθρου 529 ΚΠολΔ (στρεψοδικία ή βαριά αμέλεια), που δεν υπήρχαν, μπορούσε να αρνηθεί και να το απορρίψει.
Η προσβαλλόμενη 770/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεώς του (το ενάγον δεν πρότεινε προς εξέταση μάρτυρα), κι όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων (εγγράφων) περιλαμβάνονται και η από 20-9-2004 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, (τα οποία συντασσόμενα, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ.
και 180 ΚΠΔ, από την αρμόδια αστυνομική αρχή, είναι δημόσια έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 438, 439 και 440 ΚΠολΔ, παρέχοντα πλήρη απόδειξη ως προς τη θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν, κατά και μετά το ατύχημα, επιτρεπομένης της ανταποδείξεως και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας (που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) αποδεικνύονται τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Στις 20.9.2004 και περί ώρα 21:30 περίπου η πρώτη των εναγόμενων οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. ...67 ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της που ήταν ασφαλισμένο για την περίπτωση προκλήσεως ζημιών σε τρίτους στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινούμενο επί της οδού ... στην περιοχή ...... Όταν η πρώτη εναγομένη έφθασε στην συμβολή των οδών, αφού έλεγξε την κυκλοφορία των κινουμένων οχημάτων επί της οδού ...
και διαπίστωσε ότι δεν παραβίαζε την προτεραιότητα των κινουμένων οχημάτων επί της οδού ..., εισήλθε από την διασταύρωση στην εν λόγω οδό με ελιγμό προς τα δεξιά στο ρεύμα κυκλοφορίας της, το οποίο έχει κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης. Εν συνεχεία η πρώτη εναγομένη κινήθηκε προς τον άξονα του οδοστρώματος, όπου, χωρίς να προκαλεί δυσχέρεια στην κίνηση των άλλων οχημάτων, διέκοψε την πορεία της με ελαφρά κλίση προς τ' αριστερά, προτιθέμενη να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου στην συνέχεια να πραγματοποιήσει επιτρεπόμενο ελιγμό προς τ' αριστερά, και να διασχίσει κάθετα το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού ...
ώστε να εισέλθει σε χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, η είσοδος του οποίου βρίσκεται επί της εν λόγω οδού. Την πρόθεσή της δε να πραγματοποιήσει τον παραπάνω ελιγμό, η πρώτη εναγομένη γνωστοποίησε έγκαιρα στους λοιπούς χρήστες της οδού κάνοντας χρήση του δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης προς τα αριστερά. Κι ενώ αυτή ανέμενε να ελευθερωθεί το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ο ασφαλισμένος του ενάγοντος ΙΚΑ Ν.
Κ. του Ε., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ...9 δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, κινούμενος στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, πριν από την πρώτη εναγομένη, κι έχοντας την ίδια κατεύθυνση μ' αυτήν, από έλλειψη της επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε να επιδείξει ως μέτριος συνετός οδηγός, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του ανάλογα με τις περιστάσεις, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του σε οποιοδήποτε εμπόδιο, με συνέπεια να απολέσει τον έλεγχο του οχήματός του και να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του προπορευόμενου αυτού οχήματος που οδηγούσε η πρώτη εναγομένη, μη μπορώντας να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς ώστε ν' αποφύγει την πρόσκρουση.
Εξαιτίας δε αυτής τραυματίστηκε ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ασφαλισμένος του ενάγοντος.... Υπό τα δεδομένα της κινήσεως των οχημάτων, όπως προαναφέρθηκαν, αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο ανωτέρω οδηγός της μοτοσικλέτας. Ειδικότερα, αυτός είχε αναπτύξει ταχύτητα περίπου 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, ήτοι άνω του επιτρεπομένου ορίου, των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα (κατοικημένη περιοχή)....
Απ' όσα δε ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά, στην από 24-11-2004 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, ενώπιον του αστυφύλακα Σ. Π., ότι "τελείως ξαφνικά είδε το ΙΧΕ αυτοκίνητο να εξέρχεται από την οδό ..." συμπεραίνεται ότι αυτός είδε το όχημα της πρώτης εναγομένης, πλην όμως δεν κατάφερε να το αποφύγει. Αν ο ανωτέρω ασφαλισμένος του ενάγοντος οδηγούσε με την κατάλληλη για τις περιστάσεις ταχύτητα, ήτοι ταχύτητα πολύ χαμηλότερη, ακόμη και κάτω από το επιτρεπόμενο όριο, ώστε να διατηρεί τον πλήρη έλεγχο της κίνησης του οχήματός του, θα μπορούσε να πραγματοποιήσει αποτελεσματική τροχοπέδηση, ώστε να αποφύγει την πρόσκρουσή του, επί αυτού της πρώτης εναγομένης, σε κάθε περίπτωση δε, θα μπορούσε να προσπεράσει το όχημά της με εφικτό ελαφρό προς τα δεξιά ελιγμό αφού δεν εμποδιζόταν από κανένα παράγοντα...
Όλα τα παραπάνω προκύπτουν κυρίως από το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, το οποίο συντάχθηκε την ίδια ημέρα με το συμβάν, από τον ανθυπαστυνόμο Θ. Η. (υπό τον τίτλο "πρόσκρουση σε διακοπή πορείας"), η πιστότητα του οποίου, ως προς τα στοιχεία που απεικονίζει δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους... Ενισχύεται δε η κρίση του Δικαστηρίου από την κατάθεση του αυτόπτου μάρτυρος του συμβάντος, ο οποίος εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία δεν αποκρούεται από κανένα στοιχείο.
Ο μάρτυρας αυτός βεβαίωσε ότι η πρώτη εναγομένη, έλεγξε, προ της ρυθμιστικής πινακίδας STOP την κίνηση επί της οδού ... και εισήλθε σ' αυτήν, αφού βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να το πράξει ακίνδυνα, κι ότι ο ασφαλισμένος του ενάγοντος επέδειξε απροσεξία κατά την οδήγηση (βλ. στα πρακτικά της εκκαλουμένης "...είχε ταχύτητα κι έκανε οχτάρια και βγήκε από την οδό ....
Υπολογίζω την ταχύτητα της μηχανής πάνω από 80 χιλιόμετρα ανά ώρα"). Αντίθετα από τα παραπάνω στοιχεία αποκλείεται οποιαδήποτε υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης στην πρόκληση του ατυχήματος και την εξ αυτού επέλευση των ζημιών στον οδηγό της μοτοσικλέτας. Ο αγωγικός ισχυρισμός που περιλαμβάνεται και στα δύο αγωγικά δικόγραφα ότι το ατύχημα συνέβη εξαιτίας της αιφνιδιαστικής παρεμβολής του οχήματος της πρώτης εναγομένης στην πορεία της μοτοσικλέτας, για τον λόγο ότι αυτή παραβίασε την υποχρέωσή της από την πινακίδα STOP επί της οδού ..., και εισήλθε στην διασταύρωση χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού ..., αντικρούεται από το, μη αμφισβητούμενο, προαναφερθέν σημείο συγκρούσεως αυτών, καθώς είναι προφανές ότι αν το όχημα αυτής παραβίαζε την προτεραιότητα της μοτοσικλέτας αποκόπτοντας την σύννομη πορεία της, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν, αυτή θα προσέκρουε στην αριστερή πλευρά του οχήματος της πρώτης εναγομένης, κι όχι στην δεξιά πλευρά του, η οποία προϋποθέτει την διακοπή πορείας και την θέση του αυτοκινήτου επί της οδού όπως προπεριγράφηκε.
Έτσι, η είσοδος και ακινητοποίηση του οχήματός της για την προεκτεθείσα αιτία, εντός του προς ... ρεύματος πορείας της οδού, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφείσα σύγκρουση, η οποία οφείλεται στους λόγους που προαναφέρθηκαν. Εφόσον, μετά απ' αυτά αποδεικνύεται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας, οι συνεκδικασθείσες αγωγές είναι ουσιαστικά αβάσιμες και πρέπει ν' απορριφθούν.
Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που... δέχθηκε τα ίδια... ορθά ερμήνευσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της εφέσεως με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται το αντίθετο, κι ακολούθως ν' απορριφθεί η έφεση κατ' ουσία...". Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου και ιδίως από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "κι όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως", σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο αυτής που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας (ασφαλισμένου του αναιρεσείοντος), το οποίο συνήγαγε κατ' εκτίμηση των συνθηκών του ατυχήματος που αποδείχθηκαν και εκ τούτου να απορρίψει τις αγωγές (έφεση) του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του και το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα, το πρώτον προσκομισθέν ενώπιόν του, αποδεικτικό έγγραφο, του οποίου το περιεχόμενο εκτίμησε ελεύθερα (ανέλεγκτα), χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση αυτού, δοθέντος ότι η περιεχόμενη στο έγγραφο αυτό αναγνώριση, έστω και ως εξώδικη ομολογία, δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, αλλά εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθρο 352 § 2 ΚΠολΔ, όπως και το περιεχόμενο του αυτού είδους αποδεικτικού μέσου (έγγραφα) και η περί τούτου κρίση δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 663/2001).
Η διά του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω έγγραφο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 § 1 Ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-4-2015 και με αριθμό καταθέσεως 117/9-4-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 770/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2019. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ