530/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων είκοσι οκτώ ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1140/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 2617/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated530/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 530 / 2016 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 530/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Σινάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Γ.-Φ. του Δ., 2) Σ. Κ. του Γ., 3) Μ. Κ. του Α., 4) Θ. Κ. του Δ., 5) Β. Ν. του Ν., 6) Γ. Τ. του Γ., 7) Β. Α. του Κ., 8) Ε. Α. του Γ., 9) Μ. Α. του Κ., 10) Φ. Γ. του Ε., 11) Θ. Δ. του Φ., 12) Μ.-Ά. Θ. του Κ., 13) Δ. Θ. του Κ., 14) Α. Κ. του Π., 15) Α. Κ.-Δ. του Γ., 16) Μ. Κ. του Δ., 17) Α. Κ. του Μ., 18) Ε. Κ. του Α., 19) Α. Κ. του Α., 20) Α.Μ. του Α., 21) Ε. Μ. του Ι., 22) Γ. Μ. του Ε., 23) Σ. Μ.-Μ. του Α., 24) Μ. Μ. του Ε., 25) Β. Μ. του Χ., 26) Α. Ο. του Σ., 27) Δ. Π. του Χ., 28) Μ. Π. του Δ., 29) Α. Σ. του Κ., 30) Ε. Σ.-Ν. του Ε., 31) Γ. Σ.-Π. του Θ., 32) Θ. Σ.-Μ. του Λ., 33) Γ. Τ. του Π., 34) Ε. Τ. του Ι., 35) Β. Τ. του Κ., 36) Α. Τ. του Ν., 37) Κ. Τ. του Π., 38) Μ. Φ.-Α. του Χ., 39) Χ. Χ. του Ε., 40) Φ. Χ. του Ι., 41) Σ. Α. του Σ., 42) Ι. Γ.-Κ. του Χ., 43) Δ. Κ. του Χ., 44) Θ. Κ. του Γ., 45) Π. Φ. του Κ., 46) Φ. Γ. του Χ., 47) Σ. Ι. του Χ., 48) Ό. Κ. του Α., 49) Φ. Κ. του Σ., 50) Κ. Μ. του Ι., 51) Α.-Σ.-Μ. Ν. του Ά.-Γ., 52) Χ. Χ. του Χ., 53) Ε. Β. του Η., 54) Β. Γ.-Σ. του Γ., 55) Β. Τ. του Γ., κατοίκων ..., από τις οποίες οι μεν δέκατη όγδοη και τεσσαρακοστή όγδοη (Ε. Κ. και Ό. Κ.) δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιπές εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Νικολουτσόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων είκοσι οκτώ ήδη μη διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1140/2012 του ίδιου δικαστηρίου και 2617/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αναστασάκος ανέγνωσε την από 5-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος και πέμπτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2 και 104 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι: α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (Α.Π. 181/2015).
Εξάλλου από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως το β εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε νόμιμα κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, σε περίπτωση όμως απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί ως προς τους νομίμως παρισταμένους ή κλητευθέντες διαδίκους και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 26-11-2015 αίτηση για αναίρεση της 2617/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της απόφασης νόμιμη δικάσιμο αυτής (19-4-2016) δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δέκατη όγδοη και τεσσαρακοστή όγδοη αναιρεσίβλητες Ε.
Κ. και Ό. Κ.. Αλλά και οι φερόμενες ως παραστάσες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χ. Ν. εικοστή πέμπτη και εικοστή όγδοη αναιρεσίβλητες Β. Μ. και Μ. Π. δεν παρέστησαν νομίμως, αφού δεν προσκομίζονται πληρεξούσια έγγραφα από τα οποία να προκύπτει η χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς τον ανωτέρω δικηγόρο προκειμένου να τις εκπροσωπήσει στη δίκη.
Και ναι μεν η συζήτηση φέρεται ότι επισπεύδεται με επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων (συνεπώς και των ανωτέρω απολιπομένων και μη νομίμως παραστασών) αφού με παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Π. Κ. επιδόθηκε στο αναιρεσείον αντίγραφο της αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση (βλ.
τη .../30-12-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ.-Α. Ζ.). Όμως ούτε στον τελευταίο αυτό δικηγόρο προκύπτει ότι αυτές (απολιπόμενες και μη νομίμως παραστάσες αναιρεσίβλητες) είχαν χορηγήσει τη σχετική για την επίσπευση της συζήτησης της αίτησης πληρεξουσιότητα. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης ως προς τις δέκατη όγδοη, εικοστή πέμπτη, εικοστή όγδοη και τεσσαρακοστή όγδοη αναιρεσίβλητες, δεδομένου δε ότι οι τελευταίες συνδέονται με τις λοιπές αναιρεσίβλητες με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους διαδίκους και να χωρήσει η συζήτηση της αίτησης ως προς αυτούς.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1046/2015).
Εξάλλου η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός (Α.Π. 1192/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-6-2009 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητες εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τις αναφερόμενες για καθεμία ημερομηνίες και απασχολούνταν έκτοτε από αυτό ως καθαρίστριες σχολείων με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν από αυτό καταχρηστικά ως συμβάσεις έργου ενώ πράγματι επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.
Ότι μετά από σχετικές αιτήσεις τους κρίθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και γι’ αυτό κατατάχθηκαν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενταχθείσες στο 18ο μισθολογικό κλιμάκιο. Ζήτησαν δε, μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και να αναγνωρισθεί ότι αυτό υποχρεούται να καταβάλει σε καθεμία από αυτές τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών για τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, οι οποίες διαφορές προέκυπταν λόγω μη συνυπολογισμού του χρόνου προϋπηρεσίας τους κατά τον υπολογισμό των αποδοχών τους.
Με τις από 1-11-2011 και από 14-5-2015 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και του εφετείου αντίστοιχα το τότε εναγόμενο και τότε εφεσίβλητο αντίστοιχα ισχυρίσθηκε ότι η αγωγή ήταν αόριστη για το λόγο ότι δεν αναφερόταν σ’ αυτήν για ποιο ακριβώς χρονικό διάστημα και με ποια ακριβώς σχέση εργαζόταν κάθε ενάγουσα.
Ήδη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και αριθ. 19 (πράγματι δε αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.) Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή των αναιρεσιβλήτων διότι, όπως κατά λέξη αναγράφεται στο αναιρετήριο: "Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες και νυν αναιρεσίβλητες, αφού παραθέτουν τα επί μέρους κονδύλια που αφορούν περισσότερες απαιτήσεις τους από διαφορές δεδουλευμένων μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και αδείας για κάθε έτος ξεχωριστά, αφαιρούν στη συνέχεια από το αποτέλεσμα που προκύπτει (μετά συναρίθμηση των ετήσιων καταβλητέων για τις αιτίες αυτές επί μέρους ποσών με βάση το επικαλούμενο νόμιμο μισθό τους) το συνολικό ετήσιο ποσό που έλαβαν για την απασχόλησή τους ως καθαρίστριες για όλες τις αιτίες αυτές συγκεντρωτικώς, χωρίς να εξειδικεύουν ποια ακριβώς ποσά τους έχουν καταβληθεί για καθένα από τα επίδικα κονδύλια ανά έτος ξεχωριστά".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως διότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τον προβαλλόμενο με την αίτηση αναίρεσης ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, σε κάθε δε περίπτωση διότι από την κατά τ’ ανωτέρω επισκόπηση των σχετικών δικογράφων προκύπτει ότι άλλη αοριστία απέδιδε στην αγωγή με τις πρωτόδικες και τις κατ’ έφεση προτάσεις του το αναιρεσείον και άλλη με το λόγο αυτό, ο οποίος συνεπώς στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης έργου ή εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.Α.Π. 18/2006). Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/ 1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1 εδ.
α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ. 2 εδ.
α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10ε ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ.
και πειθαρχικά. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.
Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα.
Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ. 1 περ.
α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ.
α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ.
α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.
Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (Ολ. Α.Π. 19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος.
Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ. Α.Π. 7/2011 και 8/2011).
Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1, 2, 3 και 4 ν. 3320/2005: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα μετά οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του (παρ. 1). "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ’ εφαρμογή του π.δ. 164/2004" (παρ. 2). "Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (παρ. 3). "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους.
Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 4). Περαιτέρω με τα άρθρα 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 και 4 και 20 ν. 3205/2003 ορίζονται τα εξής: "Το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου εξελίσσεται, ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά έχει, σε μισθολογικά κλιμάκια, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 3 του νόμου αυτού" (άρθρο 2 παρ. 1). "Τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών: - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) με πτυχίο ή δίπλωμα Πανεπιστημίου ημεδαπής ή ισότιμο Σχολών αλλοδαπής, - Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) με πτυχίο ή δίπλωμα Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (T.E.I.) της ημεδαπής ή ισότιμο Σχολών ημεδαπής ή αλλοδαπής, - Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και - Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) ορίζονται σε δεκαοκτώ (18) για κάθε κατηγορία και οι υπάλληλοι εκάστης κατηγορίας εξελίσσονται σε αυτά με εισαγωγικό το 18ο Μ.Κ.
και καταληκτικό το 1ο Μ.Κ." (άρθρο 3 παρ. 1). "1. Ο διοριζόμενος εισέρχεται στην Υπηρεσία με το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας στην οποία ανήκει η θέση που διορίζεται. 2. Όπου από τις ισχύουσες ειδικές οργανικές διατάξεις προβλέπεται η πλήρωση της θέσης προϊσταμένου οργανικής μονάδας με απευθείας διορισμό, ο διοριζόμενος στη θέση αυτή εισέρχεται στην Υπηρεσία με το μισθολογικό κλιμάκιο της οικείας κατηγορίας και κλάδου, το οποίο αντιστοιχεί στα έτη υπηρεσίας του βαθμού της θέσης που διορίζεται" (άρθρο 4). "Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών, από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, απαιτείται υπηρεσία ως εξής:
α. Για την απονομή του αμέσως επόμενου μετά το εισαγωγικό Μ.Κ., υπηρεσία ενός (1) έτους στο εισαγωγικό Μ.Κ. β. Για την απονομή όλων των επόμενων μισθολογικών κλιμακίων, υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο" (άρθρο 5 παρ. 1). "Για την, κατά την προηγούμενη παράγραφο, μισθολογική εξέλιξη λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού" (άρθρο 5 παρ. 2).
Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη α... β... γ... δ... ε... στ... ζ... η... θ... ι. Ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ’ αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηριστεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
ι. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο, ιι. παροχή εργασίας στο χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ιιι. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου..." (άρθρο 15 παρ. 1). "Απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών, είναι να μην έχουν χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση καμίας άλλης οικονομικής παροχής ή αναγνώρισης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, καθώς και να έχουν παρασχεθεί μετά τη συμπλήρωση του δέκατου έβδομου (17ου) έτους της ηλικίας τους ή, για όσους στη συνέχεια μονιμοποιήθηκαν σε υπηρεσία του ίδιου Υπουργείου μετά τη συμπλήρωση του δέκατου πέμπτου (15ου) έτους.
Σε κάθε περίπτωση αναγνώρισης προϋπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη, τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής δεν μπορεί να ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής όλων των κατά νόμο απαιτούμενων δικαιολογητικών" (άρθρο 15 παρ. 4). "Η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ. του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα.
Ο χρόνος υπηρεσίας που πλεονάζει μετά την κατάταξή τους αυτή θεωρείται ότι διανύθηκε στο Μ.Κ. της κατάταξής τους για την απονομή του επόμενου Μ.Κ." (άρθρο 20). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι οι οποίοι κατατάσσονται σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 και οι οποίοι προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων καθώς και για τη μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ. 4 εδ.
β? ν. 3320/2005) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως προς όλες μάλιστα τις συνέπειες. Το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλαδή ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (Α.Π. 86/2016, 398/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Με βάση συμβάσεις που συνήφθησαν κατ’ επίκληση των... διατάξεων του άρθρου 113 παρ. 5 του ν. 1892/1990 οι ενάγοντες προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν επί σειρά ετών μέχρι την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και του άρθρου 1 του ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή για την εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών, αφού, όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας"...
και από το ΑΣΕΠ. Απασχολήθηκαν έκτοτε για συνεχή έτη με αλληλοδιαδοχικές συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως "μισθώσεις έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δεκάμηνη (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30 Ιουνίου), δηλαδή ίση περίπου με τη σχολική περίοδο, ωστόσο απασχολούνταν και μετά το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης.
Επισημαίνεται σχετικά ότι, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρησή τους κατά τους δύο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα"...
Οι δε εργασίες που εκτελούσαν υποχρεωτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους ήταν και ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων των σχολείων. Περαιτέρω εργάζονταν όχι σε χρόνο που επέλεγαν οι ίδιοι αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη τους ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης τους και τελούσαν, όπως έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "υπό την εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους διευθυντές των σχολείων (εργοδότες), οι οποίοι γνωρίζουν άριστα τις ανάγκες καθαριότητας της σχολικής μονάδας που διευθύνουν"...
Επρόκειτο δηλαδή για εργασία που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου" αλλά της εξαρτημένης εργασίας και που επιπλέον κάλυπτε σταθερές ανάγκες του εναγομένου, οι οποίες αποτελούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, όπως κρίθηκε και από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου και από το Α.Σ.Ε.Π. Ενώ όμως οι ενάγοντες εργάζονταν (και εξακολουθούν να εργάζονται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή τους δεν ήταν ούτε είναι αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία λαμβάνουν οι συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, παρ’ όλο που διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.
Ενόψει αυτών, κατόπιν της θέσεως σε ισχύ του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, οι ενάγοντες υπέβαλαν αιτήσεις για τη θεώρηση των συμβάσεών τους ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου. Επί των αιτήσεών τους απεφάνθη θετικά το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο και το Α.Σ.Ε.Π., κατά τα προεκτεθέντα, οπότε με τη... 132333/Δ4/7-12-2006 απόφαση ΥΠ.Ε.Π.Θ.
όσον αφορά τους λοιπούς ενάγοντες, κατετάγησαν αυτοί σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, λαμβάνοντας έκτοτε βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή 176 ευρώ. Πλην όμως, ενώ κατετάγησαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, η κατάταξή τους έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπόψιν η προϋπηρεσία τους με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μισθώσεις έργου, κατά παράβαση τόσο των αρχών του ορθού νομικού χαρακτηρισμού όσο και της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005...
και του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 3205/2003... Έτσι οι ενάγοντες κατετάγησαν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία τους έπρεπε να είχαν καταταγεί στα παρακάτω αναφερόμενα για τον καθένα τους μισθολογικά κλιμάκια και να λαμβάνουν βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας τους, καθώς η προϋπηρεσία τους διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας κατά τα προεκτεθέντα.
Εξάλλου το εναγόμενο σε δύο ταυτόσημες περιπτώσεις με αυτές των εναγόντων, συναδέλφων τους και ειδικότερα των Α. Μ. και Β. Κ., που και αυτές, όπως και οι ενάγοντες, απασχολούνταν ως καθαρίστριες δημόσιων σχολείων επί μεγάλο χρονικό διάστημα με συμβάσεις "μίσθωσης έργου" (5 έτη, 10 μήνες και ημέρες η πρώτη και 9 έτη, 7 μήνες και 3 ημέρες η δεύτερη) προέβη σε αναγνώριση του συνολικού χρόνου προϋπηρεσίας τους, κατατάσσοντας αυτές μάλιστα και στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια όταν οι τελευταίες εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ενγομένου βάσει του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 (ΜΚ 15 για την Α.
Μ., ΜΚ 13 για τη Β. Κ.)... Στις περιπτώσεις δηλαδή των συναδέλφων τους το εναγόμενο συμμορφώθηκε με την εκ του νόμου υποχρέωσή του και αναγνώρισε το σύνολο της διανυθείσας προϋπηρεσίας τους υπό το καθεστώς απασχόλησής τους με συμβάσεις "μισθώσεως έργου"". Με βάση αυτές τις παραδοχές και επί πλέον παραδοχές που αφορούσαν την παραγραφή μέρους των αγωγικών αξιώσεων των εναγουσών, καθώς και τον υπολογισμό των οφειλομένων σε καθεμία από αυτές διαφορών αποδοχών, το εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγουσών κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή) και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στις ενάγουσες τα αναλυτικά αναφερόμενα για καθεμία από αυτούς ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του ισχύοντος Συντάγματος, 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 21 ν. 2190/1994, 11 π.δ. 164/2004, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4, 5 παρ. 1 και 2, 15 παρ. 1 και 4, 20 ν. 3205/2003, 1 παρ. 3, 4 και 5, 2 παρ. 1 ν. 3320/2005, 6 παρ. 1 ν. 2527/1997.
Τούτο διότι, με βάση τα περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδεδειγμένα, κατ’ ορθή ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων δέχθηκε περαιτέρω: α) ότι οι συμβάσεις των εναγουσών (παρά το χαρακτηρισμό τους ως συμβάσεων έργου) είχαν λάβει το χαρακτήρα των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη ισχύος της τροποποιημένης διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και αναγνωρίσθηκαν ως τοιαύτες κατά τη διαδικασία του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 και β) ότι από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης οι ενάγουσες δικαιούνταν τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων καθώς και για τη μισθολογική τους εξέλιξη έπρεπε να συνυπολογισθεί, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.
Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙV. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ ?αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ’ αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α’ ) και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.
β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ’ ?απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ ?εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.
Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α’ ) ως ειδική παροχή...
διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ.
Α.Π. 16 και 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο, κατά τον υπολογισμό των οφειλόμενων σε κάθε ενάγουσα διαφορών αποδοχών, συνυπολόγισε και την ειδική παροχή των 176 ευρώ με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α Κ.Πολ.Δ.
και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και του αποτελούντος ειδικότερη έκφανσή του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β αυτού και 14 ν. 3016/2002, αφού κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002.
Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στις ενάγουσες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Συνεπώς ο τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
V. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος απ’ αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών αν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 241/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, επιδικάζοντας μέρος των αιτουμένων διαφορών αποδοχών των εναγουσών, έλαβε υπόψη του και τις προγενέστερες τέσσερις (4) αγωγές των ιδίων κατά του εναγομένου, που ασκήθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, από τις οποίες παραιτήθηκαν με την ένδικη αγωγή τους. Οι αγωγές αυτές, καθώς και οι ενδιάμεσες των πιο πάνω αγωγών διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων, είχαν επιφέρει, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα.
Πρόκειται, ειδικότερα, για τις αγωγές με αριθμούς κατάθεσης 2562/2005, 2563/2005, 2856/2007 και 494/2009, οι οποίες κατά τις παραδοχές της απόφασης διέκοψαν την παραγραφή των αξιώσεων των εναγουσών για τα επίδικα έτη 2004-2008, για το λόγο ότι βασιζόταν στην ίδια ακριβώς με την ένδικη αγωγή νομική και ιστορική αιτία και οι ενάγουσες ζητούσαν διαφορές αποδοχών για τα έτη 2001-2008, λόγω μη υπολογισμού της προϋπηρεσίας τους.
Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς το γεγονός της ύπαρξης ή όχι πλήρους ταύτισης των πιο πάνω αγωγών με την ένδικη αγωγή. Και τούτο γιατί το Εφετείο δεν παραθέτει ως όφειλε, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασής του, το ειδικότερο περιεχόμενο των προγενέστερων αγωγών, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει πλήρης ταύτιση αυτών, τόσο ως προς τη νομική και πραγματική βάση των αξιώσεων, όσο και των υποκειμένων αυτών (εναγουσών).
Συνεπώς ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. (κατά την επιτρεπτή νοηματική του απόδοση) είναι βάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Κατά μεν το άρθρο 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους": "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε το άρθρο 91 εδ.
α του ίδιου νόμου: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 91 εδ. α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α, και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008). Περαιτέρω κατά μεν το άρθρο 93 του ίδιου νόμου (2362/1995): "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α) Με την υποβολή της υποθέσεως στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών....", κατά δε το άρθρο 94 παρ. 3 αυτού "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια".
Εξάλλου κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο.
Επίσης με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3202/2003 προστέθηκαν παράγραφοι στο τέλος του άρθρου 304 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το π.δ. 410/1995, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και ότι κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως καταργείται.
Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο στο άρθρο 276 παρ. 2 του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 και ισχύει από 1-1-2007. Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε σχετικά με το κρίσιμο θέμα της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων των εναγουσών και της διακοπής αυτής τα εξής: "Περαιτέρω, σχετικά με τον και αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενο υπόψη ισχυρισμό (ένσταση) του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου ότι οι αξιώσεις των εναγουσών και ήδη εκκαλουσών έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995...
τον οποίο είχε προτείνει πρωτοδίκως... και τον οποίο επαναφέρει με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου από 14-5-2015 προτάσεις του, και τον ισχυρισμό (αντένσταση) των εναγουσών περί διακοπής της διετούς παραγραφής, ο οποίος προτάθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως... επαναφέρεται δε προς κρίση... στο παρόν (δευτεροβάθμιο) δικαστήριο...
αποδεικνύονται τα εξής: Οι 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η, 18η, 19η, 21η, 22η, 23η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 33η, 34η, 36η, 38η, 39η, 40η, 41η, 42η, 43η, 45η, 46η, 47η, 48η, 49η, 50η, 51η, 52η, 53η, 54η, 55η, 56η, 57η, 59η, 60η, 61η, 62η, 65η, 68η, 69η και 80η ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την με αριθμό κατάθεσης 2562/2005 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, που επιδόθηκε σ’ αυτό στις 29-12-2005...
προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 2-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-4-2007, οπότε και ματαιώθηκε. Οι 2η, 6η, 7η, 13η, 23η, 28η, 29η, 31η, 36η, 42η, 45η, 53η, 59η, 65η ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την με αριθμό κατάθεσης 2563/2005 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, που επιδόθηκε σ’ αυτό στις 29-12-2005...
προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 2-11-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23-4-2007, οπότε και ματαιώθηκε. Οι 3η, 4η, 5η, 8η, 12η, 14η, 16η, 18η, 19η, 24η, 27η, 34η, 38η, 39η, 41η, 43η, 46η, 47η, 48η, 49η, 51η, 52η, 54η, 55η, 56η, 57η, 60η, 61η, 62η, 68η, 69η και 80η ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την με αριθμό κατάθεσης 2856/2007 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, που επιδόθηκε σ’ αυτό στις 27-12-2007...
προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 3-12-2008, κατά την οποία ματαιώθηκε. Τέλος οι 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 7η, 8η, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η, 18η, 19η, 21η, 22η, 23η, 26η, 27η, 28η, 29η, 30η, 31η, 33η, 34η, 36η, 38η, 39η, 40η, 41η, 42η, 43η, 45η, 46η, 47η, 48η, 49η, 50η, 51η, 52η, 53η, 54η, 55η, 56η, 57η, 59η, 60η, 61η, 62η, 65η, 68η, 69η και 80η ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την με αριθμό κατάθεσης 494/2009 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, που επιδόθηκε σ’ αυτό την 1-4-2009...
προσδιορίστηκε να συζητηθεί στη δικάσιμο της 3-12-2009, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 10-11-2010. Οι ενάγουσες των δύο πρώτων από τις παραπάνω αγωγές με τις .../19-10-2007 κλήσεις, που επιδόθηκαν στο εναγόμενο στις 19-10-2007... τις επανέφεραν προς συζήτηση για τις δικασίμους της 9-6-2008 και 10-6-2008 αντίστοιχα, κατά τις οποίες αναβλήθηκαν για τις δικασίμους 17-3-2009 και 16-3-2009 αντίστοιχα, οπότε δεν εκφωνήθηκαν.
Όλες οι παραπάνω αγωγές βασίζονται στην ίδια ακριβώς με την κρινόμενη αγωγή νομική και ιστορική αιτία, διαφοροποιούνται όμως ως προς τη χρονική περίοδο για την οποία οι ενάγουσες κάθε αγωγής ζητούσαν διαφορές αποδοχών. Ειδικότερα οι δύο πρώτες αγωγές αφορούν τα έτη 2000 έως και 2005, η τρίτη τα έτη 2002 έως και 2006 και η τελευταία τα έτη 2001 έως και 2008.
Στη συνέχεια κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών η κρινόμενη από 10-6-2009... αγωγή, η οποία προσδιορίστηκε να δικασθεί στις 20-5-2010, οπότε και ματαιώθηκε, επαναφερθείσα με την από 8-10-2010... κλήση και η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 24-6-2009... Με την κρινόμενη επιδοθείσα στο εναγόμενο αγωγή οι προαναφερθείσες ενάγουσες παραδεκτά παραιτήθηκαν από το δικόγραφο όλων των παραπάνω προηγηθεισών αγωγών...
Περαιτέρω, όσον αφορά την παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων, με την επίδοση των δύο πρώτων από τις παραπάνω αγωγές (2562 και 2563/2005) στις 29-12-2005 διακόπηκε η παραγραφή εκείνων των ετών 2004 και 2005... Όσον όμως αφορά τις αγωγικές αξιώσεις των προηγούμενων ετών (2000 έως και 2003) έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, που...
αρχίζει από τη γέννηση της κάθε αξίωσης, λαμβανομένου υπόψη ότι ο χρόνος καταβολής του επιδόματος εορτών Πάσχα είναι δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα, του επιδόματος αδείας κάθε έτους είναι η 1η Ιουλίου, του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων η 21η Δεκεμβρίου και του μηνιαίου μισθού που προκαταβάλλεται για κάθε δεκαπενθήμερο η 1η και η 16η κάθε μήνα...
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως εν μέρει βάσιμος στην ουσία ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου. Περαιτέρω με την επίδοση της τρίτης από τις προαναφερόμενες αγωγές (2856/2007) στις 27-12-2007 διακόπηκε η παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων των ετών 2006 και 2007 και τέλος με την επίδοση της τελευταίας αγωγής (494/2009) την 1-4-2009 διακόπηκε η παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων από 1-4-2007 έως και και 31-12-2008.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι οι αναβολές, ματαιώσεις της συζήτησης, καθώς και κλήσεις για συζήτηση που μνημονεύονται παραπάνω αναλυτικά για καθεμία από τις προηγηθείσες της ένδικης τέσσερις αγωγές, ενόψει του ότι συνιστούν διαδικαστικές πράξεις διότι έχουν συγκεκριμένο αποτέλεσμα στην κίνηση της δίκης, έχουν σαν αποτέλεσμα, μετά τη διακοπή της παραγραφής που κατά τα προαναφερόμενα επήλθε με την άσκηση κάθε μιας από τις παραπάνω αγωγές, την εκ νέου έναρξη ισόχρονης παραγραφής από την άσκηση κάθε διαδικαστικής πράξης...
Έτσι, όσον αφορά τις προαναφερόμενες μη παραγραφείσες αγωγικές αξιώσεις που ασκήθηκαν με τις προγενέστερες της κρινόμενης αγωγές, δεν είχαν παραγραφεί ούτε μέχρι την παραίτηση των εναγουσών από αυτές με την κρινόμενη αγωγή. Και τούτο διότι... δεν μεσολάβησε μεταξύ των προαναφερόμενων διαδικαστικών πράξεων, για κάθε αγωγή χωριστά, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, με συνέπεια να λογίζεται ότι και με την κρινόμενη αγωγή επήλθε νέα διακοπή της παραγραφής.
Με βάση τα όσα αναλυτικά εκτέθηκαν παραπάνω, πέραν των επίδικων αξιώσεων των ετών 2000 έως και 2003, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και οι αξιώσεις των 2ης, 6ης, 11ης, 13ης, 15ης, 21ης, 22ης, 23ης, 26ης, 28ης, 29ης, 30ης, 31ης, 33ης, 36ης, 40ης, 42ης, 45ης, 50ης, 53ης, 59ης και 65ης από τις ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως και 31-3-2007, δεδομένου ότι για πρώτη φορά τις άσκησαν με την 494/2009 αγωγή τους, που όπως προαναφέρθηκε επιδόθηκε την 1-4-2009.
Περαιτέρω έχουν παραγραφεί οι αξιώσεις των ετών 2004 και 2005 της εικοστής τέταρτης ενάγουσας Α. Κ., δεδομένου ότι για πρώτη φορά τις άσκησε με τις 2856/2007 και 494/2009 αγωγές της, που όπως προαναφέρθηκε επιδόθηκαν στις 27-12-2007 και 1-4-2009 αντίστοιχα". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε μερικώς την ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων την οποία είχε προτείνει το εναγόμενο και την απέρριψε κατά τα λοιπά κατά παραδοχή της αντενστάσεως των εναγουσών για διακοπή της παραγραφής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής μέρους των ένδικων αξιώσεων των εναγουσών και της διακοπής της παραγραφής του υπολοίπου μέρους αυτών.
Ειδικότερα δε όσον αφορά την περιγραφή των αγωγών με τις οποίες το εφετείο δέχθηκε ότι διακόπηκε η παραγραφή, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή είναι πλήρης αφού αναφέρονται αναλυτικώς οι ενάγουσες καθεμιάς από αυτές, ότι αυτές έχουν την ίδια νομική και ιστορική αιτία με την ένδικη αγωγή και ότι αυτές παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις μόνο ως προς το χρόνο, οι οποίες (διαφοροποιήσεις) σαφώς εκτίθενται στην προσβαλλομένη.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, ο πέμπτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και έπρεπε να απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (και συγκεκριμένα ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3, 91, 93 παρ. 1 και 94 παρ. 3 ν.2362/1995 και 260 επ. Α.Κ. δέχθηκε ότι η άσκηση αγωγής ενώπιον αναρμοδίου δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω το Ειρηνοδικείο Αθηνών, διακόπτει την παραγραφή) είναι απαράδεκτος και έπρεπε επίσης να απορριφθεί, αφού με καμία από τις πιο πάνω διατάξεις δεν ορίζεται ότι για τη διακοπή της παραγραφής με την άσκηση αγωγής απαιτείται η αγωγή να έχει ασκηθεί ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου.
VI. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνουν δεκτοί οι τέταρτος κατά το πρώτο σκέλος του και πέμπτος αναιρετικοί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις λοιπές (πλην των δέκατης όγδοης, εικοστής πέμπτης, εικοστής όγδοης και τεσσαρακοστής όγδοης) αναιρεσίβλητες και κατά το μέρος που επιδίκασε υπέρ των αναιρεσιβλήτων αυτών την ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002, καθώς και κατά το μέρος που δέχθηκε μερικώς την αντένσταση διακοπής της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων αυτών του χρονικού διαστήματος 2004-2008, παρελκούσης της έρευνας του τετάρτου κατά το δεύτερο σκέλος του λόγου αναίρεσης που αφορά το πρώτο από τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαια της προσβαλλομένης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά τα μέρη της αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων εξαιτίας της κατά ένα μέρος νίκης και ήττας τους (άρθρο 22 παρ. 2 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26-11-2015 αίτησης για αναίρεση της 2617/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις δέκατη όγδοη, εικοστή πέμπτη, εικοστή όγδοη και τεσσαρακοστή όγδοη αναιρεσίβλητες Ε. Κ., Β. Μ., Μ. Π. και Ό. Κ.
Αναιρεί την πιο πάνω απόφαση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη της ως προς τις λοιπές αναιρεσίβλητες.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα μέρη της αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ