Legislator Case Law & Legislation
530/2015 AI generated

Supreme Court remands appeal case regarding mutual account balance validity to lower court for further trial.

Case Number 530/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece remanded the appeal case to the Thessaloniki Court of First Instance for further proceedings. The appellant argued that the lower court incorrectly accepted the validity of specific account balances without proper evidence, despite the appellant's denial. The court found this argument admissible because the record did not clearly establish whether the appellant specifically contested the amounts or merely relied on general admissions, necessitating a fresh examination of the evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(b) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must remand a case for retrial when the lower court's acceptance of disputed account balances lacks a clear finding on whether the appellant specifically contested those amounts, thereby violating the principle of specific denial.

Keywords

AI generated
mutual account balance specific denial requirement appellate remand accounting evidence Code of Civil Procedure appellant's burden legal presumption

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 530 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 530/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΣΚΑΛΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωσήφ Κτενίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Σ. συζύγου Γ. Τ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Λιάρτη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/1/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39663/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1645/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 8/10/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την από 23-9-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1645/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση κατά της 39663/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Με την αγωγή η ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, ζητούσε να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει το κατάλοιπο που προέκυψε κατά το κλείσιμο αυτού την 7-11-2002 ποσού 48.802,08 ευρώ. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ) Από τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕΝ. 361, 873, 874 ΑΚ, 112 Εισ.Ν. ΑΚ και 64 έως 67 του ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", σαφώς συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένως οι απαιτήσεις των δύο μερών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένυνται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού που θα γίνεται καθ` ορισμένα χρονικά διαστήματα σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρξει (ΑΠ 248/2014, ΑΠ 27/2010).

Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβληθέντων μία διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή το από την αντιπαραβολή των κονδυλίων των πιστοχρεώσεων προκύπτον υπόλοιπο (ΑΠ 1795/2007).

Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους, και συνεπώς δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός αν δεν υπάρχει η δυνατότητα χρεοπιστώσεων και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκειά του χρεοπιστώσεις και από τα δύο μέρη ή από μόνο το ένα μέρος(ΑΠ 248/2014, ΑΠ 857/2006).

‘ Όταν περατούται ο λογαριασμός με το κλείσιμό του οφείλεται το κατάλοιπό του, εάν έχει αναγνωρισθεί. Εάν όμως δεν προκύπτει αναγνώριση του καταλοίπου τότε ο ενάγων δανειστής οφείλει να αποδείξει τα κατ’ ιδίαν κονδύλια (χρέωση και πίστωση) από την αντιπαραβολή των οποίων προκύπτει το αιτούμενο κατάλοιπο.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, η οποία πρέπει να είναι σαφής ορισμένη και να μην εξαρτάται από αίρεση, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε για όσα γεγονότα ομολογήθηκαν από αυτόν και κρίνεται αντικειμενικά χωρίς να αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (ΑΠ 634/2011).

Από δε τη διάταξη του άρθρου 261 εδ. β` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.

Επομένως, εφόσον υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην εκ του άρθρου 559 αριθ.11β Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίσθηκε (ΑΠ 653/2008, ΑΠ 848/2006, ΑΠ 1453/2003).

Επί συναγωγής δε ομολογίας από τη μη αμφισβήτηση των αγωγικών ισχυρισμών ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας τις προτάσεις (άρθρο 561 ΚΠολΔ), ελέγχει μόνο αν πράγματι αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός, δεν μπορεί όμως να ελέγξει την κρίση του δικαστηρίου ως προς το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνάγεται ή όχι ομολογία από την παράλειψη αμφισβήτησης (ΑΠ 1307/2006, ΑΠ 802/2005).

ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα, η οποία διατηρεί ατομική επιχείρηση κατασκευής και εμπορίας μεταλλικών ειδών οικιακής χρήσεως, στα πλαίσια της εμπορικής αυτής δραστηριότητάς της, συνήψε σύμβαση με την εναγομένη, υπό την αρχική μορφή της, ως ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία: "ΑΦΟΙ Π.

Ο.Ε.", στη θέση της οποίας ήδη υπεισήλθε η ανώνυμη εταιρεία την επωνυμία: "ΣΚΑΛΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολική διάδοχός της, με βάση την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάζει και να παραδίδει στην ανωτέρω σιδερώστρες, με πρώτες ύλες, που θα τις παρέδιδε η εναγομένη, η οποία για την εργασία της αυτή, θα της κατέβαλλε αμοιβή.

Προς εξυπηρέτηση της εν λόγω συμβάσεως, οι διάδικοι συνήψαν, παράλληλα, σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, αορίστου χρόνου, στον οποίο συμφώνησαν να καταχωρούνται από την εναγομένη που θα τηρούσε το λογαριασμό, οι εκατέρωθεν απαιτήσεις, από τις οικείες επί μέρους συναλλαγές, με σκοπό να εκκαθαρίζονται και ν’ αποσβήνονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, σε τρόπον ώστε, το τυχόν εναπομείναν κατάλοιπο αυτού ν’ αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση.

Ειδικότερα και με βάση τους όρους αυτής της συμφωνίας, στο μεν πιστωτικό σκέλος του λογαριασμού η εναγομένη θα καταχωρούσε την εκάστοτε συνολική αξία των πρώτων υλών που θα παρέδιδε στην ενάγουσα, μετά της ημερομηνίας παραδόσεως τούτων και της επωνυμίας του εμπόρου-προμηθευτή, την ποσότητα των χρημάτων που θα της κατέβαλλε υπό την ένδειξη "μετρητά", μετά της αντίστοιχης ημεροχρονολογίας καταβολής και υπό την ένδειξη "επιταγή" το ποσό των επιταγών, είτε εκδόσεώς της είτε τρίτων πελατών της, που θα εκχωρούσε σ’ αυτήν (ενάγουσα), στο δε χρεωστικό σκέλος η ίδια θα καταχωρούσε, όταν η ενάγουσα θα της παρέδιδε σιδερώστρες, την ημερομηνία παραδόσεως του εμπορεύματος, το είδος τούτου (σιδερώστρα με την ένδειξη "πλέγμα" ή με την ένδειξη "λαμαρίνα"), την ποσότητα που παραδόθηκε, την τιμή μονάδας κάθε σιδερώστρας (αναλόγως του είδους της) και τη συνολική αξία της παρτίδας που παραδόθηκε.

Ο ανωτέρω αλληλόχρεος λογαριασμός κινήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 29.09.1992 έως και την 07.11.2002, οπότε και καταγγέλθηκε προφορικά από την ενάγουσα. Κατά τη διάρκεια της κινήσεώς του, η ίδια παρέδωσε στην εναγομένη, όπως και τα δύο διάδικα μέρη συμφωνούν, συνολικά 13.677 σιδερώστρες. Δεν αντιλέγει, επίσης ειδικά η εναγομένη με τις προτάσεις της, κατά πάγια θέση της ενώπιον και των δύο βαθμών και ως προς τις εγγραφές του πιστωτικού σκέλους, όπου αναγράφονταν το ποσό - αξία- της κάθε παρτίδας πρώτης ύλης και τα στοιχεία του προμηθευτή αυτής (που συνήθως ήταν η επιχείρηση "Αφοί Μ.", απ’ όπου έπαιρνε η ενάγουσα απευθείας αυτήν, ενώ το τίμημα καταβάλλονταν από την εναγομένη) αλλά και οι μερικές καταβολές χρημάτων εκ μέρους της τελευταίας προς την ενάγουσα είτε υπό μορφή μετρητών είτε με επιταγές.

Έτσι οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι στο τέλος της πολυετούς συνεργασίας τους την 07.11.2002, το συνολικό ποσό του ανωτέρω σκέλους ανήρχετο στο ποσό των 25.510.491 δρχ. ή 74.865,71 Ε. Περαιτέρω, η ενάγουσα ισχυρίζεται στην αγωγή της ότι η ολική αξία της προαναφερόμενης ποσότητας από τις σιδερώστρες που είχε παραδώσει στην εναγομένη ως την πιο πάνω καταληκτική ημερομηνία ανερχόταν σε 42.139.800 δραχμές ή 123.667,79 Ε, καθώς και ότι, με βάση τα σύνολα αυτά, συνάγεται, από τη διαφορά τους, ότι η εναγόμενη της οφείλει το ποσό των 48.802,08 €, που συνιστά το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, το οποίο αυτή ουδέποτε αναγνώρισε ως οφειλή της.

Αντίθετα, η εναγομένη διατείνεται ότι στην τιμή μονάδας κάθε σιδερώστρας που παραδίνονταν υπολογίζονταν μόνον η αξία της εργασίας της ενάγουσας, όχι δε και η αξία της χρησιμοποιημένης πρώτης ύλης, καθόσον, αυτή την προμήθευε η ίδια στην τελευταία, επιβαρυνόμενη με τη δαπάνη κτήσεώς της, κατά τα ανωτέρω, με συνέπεια, η συνολική αξία της προαναφερθείσας συνολικής ποσότητας εμπορεύματος να ανέρχεται την 07.11.2002 στο ποσό των 16.733.809 δραχμών ή 49.108,76 €, όπως το σχετικό σκέλος του λογαριασμού παραθέτουν στις προτάσεις τους και των δύο βαθμών, δεδομένου ότι ως τιμή μονάδος κάθε σιδερώστρας από πλέγμα συμφωνήθηκε (σταθερή για όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, όπως ισχυρίζονται) αυτή των 1.300 δραχμών ή 3,82 € και κάθε σιδερώστρας από λαμαρίνα αυτή των 1.000 δραχμών ή 2,94 €.

Αντιθέτως, η ενάγουσα διατείνεται πως, υπό το δεδομένο ότι, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, η εκάστοτε παραδιδόμενη πρώτη ύλη καταχωρούνταν στον αλληλόχρεο λογαριασμό ως οικονομική αξία (χρήματα) καταβληθείσα στην ενάγουσα, ήτοι, πιστωθείσα στην εναγομένη, στην τιμή μονάδος κάθε σιδερώστρας που παρέδιδε στην τελευταία συμπεριλαμβάνονταν μέρος της απαιτούμενης για την κατασκευή της πρώτης ύλης, καθώς και η αξία των εργατικών της (αμοιβή), ώστε να επέρχεται ισοσκελισμός μεταξύ της πρώτης ύλης που παραδίδονταν και των αντιστοίχων σιδερώστρων που κατασκευάζονταν απ’ αυτήν.

Πράγματι, εφόσον η πρώτη ύλη που παραλάμβανε η ενάγουσα, επέστρεφε στην εναγομένη, σταδιακά έστω και με τη μορφή πλέον της σιδερώστρας και ενσωματωμένη σ’ αυτήν, προκειμένου ο λογαριασμός να αποτυπώνει ορθά την οικονομική αυτή συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων μερών, θα πρέπει να περιλαμβάνει στο αντίστοιχο σκέλος του- χρεωστικό για την εναγομένη- και την αξία της πρώτης ύλης που είχε ενσωματωθεί στην κάθε σιδερώστρα.

Διαφορετικά και μέσα στη δεκαετία που μεσολάβησε κατά το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους, οπωσδήποτε θα προέκυπτε ένα διαρκώς διογκούμενο χρεωστικό για την ενάγουσα κατάλοιπο, σαν η τελευταία να κρατούσε μόνιμα όποια παρτίδα πρώτης ύλης παραλάμβανε, κάτι, όμως που ούτε η εναγομένη ισχυρίζεται.

Άλλωστε και από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα, τηρούμενες όμως από την εναγομένη καρτέλες του οικείου λογαριασμού, προκύπτει με σαφήνεια ότι η τελευταία-αντίθετα από ότι στις προτάσεις της ισχυρίζεται, δεν υπολόγιζε ως αξία της κάθε σιδερώστρας που της παρέδιδε μόνον το ποσό των 1300 δρχ. για αυτές με πλέγμα και μόνον το ποσό των 1000 δρχ.

για αυτές με λαμαρίνα αλλά το ποσό των 2.900 δρχ. για τις πρώτες (που σημειωτέον αναφέρονται ως ατμού) και των 2.600 δρχ. για τις δεύτερες, υπολογίζοντας συνεπώς στην αξία της κάθε σιδερώστρας και την αξία της πρώτης ύλης, που χρησιμοποίησε η ενάγουσα για την κατασκευή της, κατά περίπτωση. Δε διαφοροποιείται εξάλλου η ανωτέρω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου από το γεγονός ότι η ίδια η ενάγουσα στα εκδιδόμενα εκ μέρους της, κάθε φορά που απέστελλε τις ποσότητες από τις σιδερώστρες, που παρήγε στην εναγομένη, σχετικά τιμολόγια και δελτία αποστολής, που προσκομίζει η τελευταία, αναγράφει ως αμοιβή το ποσό των 1300 και 1000 δρχ.

αντίστοιχα (ή 3,82 και 2,94Ε ανάλογα) αφού ακριβώς αυτή υπολόγιζε μόνον ως αμοιβή της για το έργο, που είχε αναλάβει να εκτελέσει και εκτελούσε κάθε φορά, χωρίς να περιλαμβάνει και την αξία της πρώτης ύλης, που είχε χρησιμοποιήσει, διότι ενδεχόμενη τέτοια συμπερίληψη, θα διόγκωνε πλασματικά το ποσό της αμοιβής της.

Άλλο θέμα συνεπώς η έκδοση των ανωτέρω τιμολογίων και των δελτίων αποστολής-που μάλιστα δεν ανέγραφαν καμία τιμή δίπλα από την ποσότητα, που παραδίνονταν κάθε φορά- και άλλο η ορθή λογιστική βήμα προς βήμα παρακολούθηση του τηρούμενου για τις συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων μερών αλληλόχρεου λογαριασμού.

Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο η ενάγουσα παραπονείται για το μη υπολογισμό σ’ αυτόν εκ μέρους της εναγομένης της πρώτης ύλης στην αξία της κάθε σιδερώστρας, που της παρέδιδε, πρέπει να γίνει δεκτός από ουσιαστική άποψη. Αντίθετα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετούς και πλέον συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, η αμοιβή ανά είδος και μονάδα σιδερώστρας παρέμεινε στην ίδια προαναφερόμενη κατά περίπτωση τιμή, ανεξαρτήτως των οικονομικών συνθηκών της κάθε εποχής και ιδίως της αύξησης του κόστους παραγωγής, όπως προκύπτει από τον ίδιο τον τηρούμενο λογαριασμό, ασχέτως μάλιστα του γεγονότος ότι τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα τιμολόγια-δελτία αποστολής που αφορούν συναλλαγές της-πωλήσεις προς τρίτους κατά τον ίδιο κρίσιμο χρόνο των ίδιων εμπορευμάτων αναγράφουν μεγαλύτερα ποσά ως τιμή μονάδος και διαφορετική κάθε φορά, καθώς εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο ότι η ενάγουσα κατά τη συναλλαγή της με την εναγομένη απέβλεπε περισσότερο στη σταθερή και διαχρονική συνεργασία τους και στο μεγάλο όγκο παραγωγής που θα επιτυγχάνονταν, ενώ αντίθετα στις προς τρίτους πωλήσεις διαμόρφωνε κάθε φορά τις τιμές λαμβάνοντας υπόψη την ποσότητα (τεμάχια) των πωλουμένων προς αυτούς ειδών κυρίως, πλέον του κόστους κατασκευής αυτών, αφού από την αντιπαραβολή των ανωτέρω εγγράφων δεν προκύπτει άνευ ετέρου ότι όσο σε πιο νεώτερες πωλήσεις αφορούν τόσο πιο μεγαλύτερη τιμή πώλησης συμφωνήθηκε με τους αγοραστές.

Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος έφεσης απορριπτέος κατ’ ουσίαν κρίνεται. Μετά ταύτα, στο σκέλος του λογαριασμού, στο οποίο αναγράφεται η αξία της ποσότητας από σιδερώστρες, που κάθε φορά παραδίδονταν στην εναγομένη, πρέπει λογιστικά -σε σχέση δηλ. με αυτήν που η εναγομένη υποστηρίζει στις προτάσεις της, καθώς στην πραγματικότητα το περιλάμβανε, όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω-να συμπεριληφθεί και ποσό 21.883,200 δρχ.

ή 64.220,68 Ε (13.677 σιδερώστρες X 1600 δρχ. η κάθε μία ανεξαρτήτως είδους, ατμού-πλέγματος ή λαμαρίνας), ποσό που συνίσταται στην αξία της πρώτης ύλης, που η ενάγουσα χρησιμοποιούσε κάθε φορά για την κατασκευή, από αυτήν που παραλάμβανε προς τούτο από την εναγομένη και κατόπιν ενσωματωμένη στη σιδερώστρα της επέστρεφε, υπολογίζεται δε και για τα δύο είδη στο ποσό των 1600 δρχ.

ανά τεμάχιο, καθώς από το ποσό των 2900 δρχ. που η εναγομένη αναγράφει στο λογαριασμό που τηρούσε για κάθε σιδερώστρα ατμού, ισχυρίζεται εσφαλμένα ότι πρέπει να υπολογιστεί μόνον το ποσό των 1300 δρχ., ενώ από το ποσό των 2600 δρχ. που η εναγομένη αναγράφει στο λογαριασμό που τηρούσε για κάθε σιδερώστρα λαμαρίνας, ισχυρίζεται εσφαλμένα ότι πρέπει να υπολογιστεί μόνον το ποσό των 1000 δρχ.

Η εναγομένη ισχυρίζεται βέβαια ότι στο λογαριασμό που επικαλείται η ενάγουσα δεν περιλαμβάνονται στο σκέλος με τις πρώτες ύλες και τις επί μέρους. καταβολές παραδομένες πρώτες ύλες που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 23/12/94 ως 26/6/96, πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός έρχεται σε προφανή αντίφαση με την προηγούμενη χωρίς επιφύλαξη ή διάκριση αποδοχή εκ μέρους της των αναγραφών που περιλαμβάνονται στο σχετικό σκέλος, όπως περιλήφθηκε στην αγωγή και του συνολικού ποσού- αθροίσματος, όπως το υπολόγιζε η ενάγουσα σ’ αυτήν (βλ.

σελ. 7 προτάσεων εναγομένης στον παρόντα βαθμό, που αποτελούν επανάληψη των προτάσεων της κατά την πρωτοβάθμια δίκη) πλέον του ότι τα προσκομιζόμενα εκ μέρους της δελτία αποστολής δεν αναφέρουν την αξία των αντίστοιχων πρώτων υλών ούτε και καθίσταται βέβαιο αν αυτές αφορούν στην κατασκευή μόνο σιδερώστρων.

Επομένως, προστιθεμένου του προαναφερόμενου ποσού των 64.220,68 Ε στο ποσό των 49.108,76 Ε, στο οποίο η εναγομένη υπολογίζει και αποδέχεται ότι πρέπει, με βάση τους κατά τα ανωτέρω δικούς της υπολογισμούς, να ανέρχεται το άθροισμα του χρεωστικού για την ίδια σκέλους του λογαριασμού, προκύπτει σύνολο ύψους 113.329,44Ε, το οποίο είναι και το ορθό άθροισμα του σκέλους αυτού.

Αφαιρουμένου δε από το πιο πάνω άθροισμα του ποσού των 74.463,73 Ε, στο οποίο κατά τα προαναφερόμενα συγκλίνουν τα διάδικα μέρη ότι ανέρχεται το πιστωτικό για την εναγομένη σκέλος του λογαριασμού, προκύπτει υπόλοιπο 38.865,71 Ε, το οποίο και είναι καταβλητέο προς την ενάγουσα, αφού αυτό είναι και το εξαγόμενο υπέρ αυτής κατάλοιπο του λογαριασμού, που προέκυψε κατά το κλείσιμο αυτού στο τέλος της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, ενώ η εναγόμενη δεν είχε καταλήξει σε κάποιο μαθηματικό αποτέλεσμα και δεν αναγράφονταν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ως κατάλοιπο του λογαριασμού, όταν παρέδωσε τις σχετικές καρτέλες στην ενάγουσα, με αποτέλεσμα η αποστολή των καρτελών να μη θεωρείται ως αποστολή λογιστικής εκκαθαρίσεως από το ένα μέρος στο άλλο και κατ’ επέκταση ότι ενέχει και πρόταση για αναγνώριση του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα στην κρινόμενη περίπτωση.

Επακολούθησε η αποστολή εκ μέρους της ενάγουσας προς την εναγόμενη της από 22.11.2004 επιστολής της, με την οποία την καλούσε να της καταβάλει τα οφειλόμενα, στην οποία η εναγομένη απάντησε την 09.12.2004, με την από 02.12.2004 εξώδικη δήλωση της, ότι οφειλέτης προς αυτήν ήταν η ενάγουσα. Η τελευταία, την 16.12.2004, της κοινοποίησε την από 14.12.2004 εξώδικη απάντηση της, με την οποία την καλούσε να την εξοφλήσει άμεσα, πλην όμως η εναγομένη ουδέν έπραξε ή ανταπάντησε (βλ.

τις ανωτέρω εξώδικους). Η τελευταία βέβαια και πρωτοδίκως προέβαλε προς συμψηφισμό - έστω επικουρικά και για την περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε στο λογαριασμό κατάλοιπο υπέρ της ενάγουσας- το ποσό των 8.776.682 δρχ. (25.756,95 Ε) ποσό στο οποίο, κατά τους δικούς της υπολογισμούς, ανέρχονταν το πιστωτικό υπέρ αυτής κατάλοιπο του λογαριασμού, ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός δε συνιστά ένσταση, αφού δεν πρόκειται για άλλη άσχετη με τον ερευνώμενο λογαριασμό ομοειδή και ληξιπρόθεσμη απαίτησή της κατά της ενάγουσας αλλά είναι ερευνητέος απλώς στα πλαίσια της άρνησης της ιστορικής βάσης της αγωγής και του ύψους αγωγικής αξίωσης.

Συνακόλουθα, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει μερικά δεκτή για το προαναφερόμενο ποσό των 38.463,73 Ε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε κατ’ ουσίαν αυτήν, έσφαλε, γιατί δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Για το λόγο αυτό πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων έφεσης από ουσιαστική άποψη, να γίνει δεκτή αυτή και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ....

να γίνει μερικά δεκτή αυτή για το πιο πάνω ποσό το οποίο είναι καταβλητέο νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, καθώς όπως αποδείχθηκε, δεν υπάρχει προηγούμενη αναγνώριση καταλοίπου με το κλείσιμο του λογαριασμού ώστε αυτό να είναι από τότε απαιτητό".

ΙV) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο την τελική κρίση του ότι το προκύπτον χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας από την κίνηση του αλληλόχρεου λογαριασμού, που λειτούργησε μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, ανήλθε κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την 7-11-2002 σε 38.463,73 ευρώ, επιχειρεί να στηρίξει σε ομολογία της αναιρεσείουσας άλλως σε μη αμφισβήτηση από την τελευταία της βασιμότητας ορισμένων εκ των πιστοχρεώσεων, που αποτέλεσαν τη βάση μαζί με άλλες για τον υπολογισμό του οριστικού καταλοίπου, άλλως σε συμφωνία των διαδίκων σχετικά με τη βασιμότητα των πιστοχρεώσεων αυτών.

Ειδικότερα, δέχεται: α) ότι η αναιρεσείουσα "δεν αντιλέγει ειδικά" ως προς την αξία των υλικών, με τα οποία αυτή προμήθευσε την αναιρεσίβλητη όπως και ως προς το ύψος των καταβολών που έγιναν προς την τελευταία κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους είτε με καταβολή μετρητών είτε με εκχώρηση επιταγών (οι οποίες και πληρώθηκαν), β) ότι "οι δύο πλευρές συμφωνούν" ότι την 7-11-2002, το συνολικό ποσό του ανωτέρω σκέλους ανερχόταν στο ποσό των 25.510.491 δρχ.

ή 74.865,71 ευρώ, γ) ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα "υπολογίζει και αποδέχεται" ότι η αξία που είχαν οι παραδοθείσες από την αναιρεσίβλητη σιδερώστρες (χωρίς να υπολογίζεται η αξία των χρησιμοποιηθέντων υλικών) ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 16.733.809 δρχ. ή 49.108,76 ευρώ και δ) ότι "τα διάδικα μέρη συγκλίνουν" ότι το πιστωτικό για την εναγομένη σκέλος του λογαριασμού ανέρχεται σε 74.463,73 ευρώ.

Από τα παραπάνω όμως δεν προκύπτει με βεβαιότητα στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου αν το Δικαστήριο δέχεται ομολογία ή μη ειδική αμφισβήτηση των αναφερομένων κονδυλίων και πιστοχρεώσεων, που μαζί με άλλα αποτέλεσαν τη βάση για τον υπολογισμό του οριστικού καταλοίπου, ούτε εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, ενόψει της αμφισβήτησης από την αναιρεσείουσα της βασιμότητας αυτών, ώστε να διαπιστωθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 352 ή 261 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 β (κατ’ εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του) πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι ενώ αυτή, ως εφεσίβλητη αλλά και ως εναγομένη, αρνήθηκε το προκύπτον κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού όπως και τη βασιμότητα των παραπάνω κονδυλίων και πιστοχρεώσεων, το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε αυτά ως αποδειχθέντα.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης πλέον της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1645/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ