Legislator Case Law & Legislation
530/2014 AI generated

530/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 530/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

530/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): IV) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 16§1 του Ν.1569/1985 και 297, 298, 299, 681, 914, 922, 926 και 932 του ΑΚ και με σαφείς, επαρκείς χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του ότι υπήρξε σχέση πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Α Ε.Ζ Α.Ε" και του Ν.

Keywords

AI generated
financing of accident insurance dental insurance funding of occupational pension schemes fraudulent insurance claim foreign insurer legal expenses insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 530 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 530/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Καρακοϊδα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1743/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2876/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά με την από 5-10-2012 αίτησή της η αναιρεσείουσα.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 1-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2876/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι εφέσεις της 2ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και η έφεση του 1ου εναγομένου Ν. Ν. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ι. Σ., εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη 1473/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έγινε δεκτή η από 4-2-2008 αγωγή (εξ αδικήματος)και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 250.000 ευρώ, (νομιμοτόκως). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

II) Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005, 7/2006).

Συνεπώς η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα\ατά την, έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 Α.Κ: "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε, σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Η εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της ένεκα της πρόστησης θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) παρείχε σ' αυτόν προς χρησιμοποίηση για άλλο σκοπό των στη διάθεση του τεθέντων μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ. Εξ άλλου, κατά το αρθρ. 16§1 του Ν. 1569/1985, όπως οι διατάξεις του τροποποιήθηκαν με το αρθρ. 36§24 του Ν. 2496/1997, ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, χωρίς όμως δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ή εκπροσώπησης της ασφαλιστικής επιχείρησης ή των λοιπών ως άνω προσώπων, με τα οποία συνδέεται με σύμβαση έργου.

Ωστόσο, η νομική αυτή φύση της σχέσης του ασφαλιστικού συμβούλου με τα ως άνω πρόσωπα δεν αποκλείει εξ ορισμού την ύπαρξη μεταξύ τους σχέσης πρόστησης και ειδικότερα με την ασφαλιστική επιχείρηση, με συνέπεια τότε την εις ολόκληρον ευθύνη τους σε περίπτωση αδικοπραξίας του ασφαλιστικού συμβούλου κατά την εκτέλεση ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, εφόσον η ασφαλιστική επιχείρηση με τη σχετική σύμβαση διαφύλαξε για την ίδια τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου που του ανέθεσε, παρέχοντας σ' αυτόν δεσμευτικές οδηγίες και εντολές, στο πλαίσιο έστω και χαλαρής εξάρτησης, ενώ η ίδια ευθύνη ανακύπτει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, και όταν ο προστηθείς ενήργησε κατά κατάχρηση της θέσης του ή των μέσων που έθεσε στη διάθεση του η ασφαλιστική επιχείρηση.

Από δε τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού προέβη σε θετική πράξη ή παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστης να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.

Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με τα συγκεκριμένα στοιχεία που αποτελούν τον νόμιμο λόγο της ευθύνης του (πρβλ. ΑΠ 1718/2012).

III) Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και έκτο λόγους της αίτησής του η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης αφενός των διατάξεων του άρθρου 922 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι υπήρχε σχέση πρόστησης μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας εταιρείας) και Ν.

Ν., ασφαλιστικού συμβούλου της, αφετέρου δε των διατάξεων των άρθρων 300 και 330 ΑΚ, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό της περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Η δεύτερη εναγόμενη εταιρία....είναι ασφαλιστική εταιρία που δραστηριοποιείται στους κλάδους ασφαλίσεων ζωής, μεταξύ δε άλλων, προγραμμάτων προσέφερε στο κοινό προγράμματα ασφαλίσεων συνδεδεμένα με επενδύσεις του κεφαλαίου των καταβαλλομένων ασφαλίστρων προς επωφελή τοποθέτηση τούτων και δη με μεταβίβαση στο δικαιούχο μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου.

Τούτο το έπραττε η δεύτερη εναγομένη, ως ασφαλιστική εταιρία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν. 1969/1991 και κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, έχοντας αναλάβει τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρίας με την επωνυμία EFG EUROBANK ΑΕΔΑΚ, δια των φυσικών προσώπων-ασφαλιστικών συμβούλων που χρησιμοποιούσε η ίδια για την εξυπηρέτηση του δικού της λειτουργικού σκοπού.

Ο πρώτος εναγόμενος (Ν. Ν.) με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου, είχε ενταχθεί στο δίκτυο των προσώπων τα οποία απασχολούσε η δεύτερη εναγομένη για την προώθηση των προϊόντων της και ειδικώς είχε ανατεθεί σ' αυτόν, αντί προμήθειας, εκτός από τη διαμεσολάβηση για την προώθηση των προγραμμάτων ασφαλίσεων ζωής της ίδιας της δεύτερης εναγομένης, η διάθεση των τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων της ανωτέρω εταιρίας με την επωνυμία EFG EUROBANK ΑΕΔΑΚ.

Με την ιδιότητα του αυτή, ο πρώτος εναγόμενος υπαγόταν ιεραρχικά στο κατάστημα της δεύτερης εναγομένης στην Αθήνα και δη επί της οδού ... αριθ. 62, όπως συνομολογεί η δεύτερη εναγομένη στις προτάσεις της, τελούσε δε υπό τη γενική εποπτεία των οργάνων της τελευταίας και υπέκειτο στον έλεγχο του προϊσταμένου του και συντονιστή Ασφαλιστικών Συμβούλων Δ.

Φ., ο οποίος και εξετάστηκε ως μάρτυρας (της δεύτερης εναγομένης) στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ... . Περαιτέρω, ο πρώτος εναγόμενος,στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του σε σχέση με την πώληση των αμοιβαίων κεφαλαίων, όφειλε να παρέχει στο κοινό διαφημιστικά φυλλάδια των παρεχομένων προς το κοινό προϊόντων της δεύτερης εναγομένης (ως αντιπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία EFG EUROBANK ΑΕΔΑΚ) και έντυπες αιτήσεις για ασφάλιση, τις οποίες είχε προμηθευθεί από τη δεύτερη εναγομένη και τις οποίες, μετά τη συμπλήρωση τους με τα απαιτούμενα στοιχεία των ενδιαφερομένων, είχε υποχρέωση να αποστέλλει, υπογεγραμμένες από τους τελευταίους, στα γραφεία της εταιρίας.

Είχε επίσης την υποχρέωση, μετά την έκδοση του οικείου ασφαλιστηρίου, να παραδίδει τούτο στους ασφαλισμένους επί αποδείξει, την οποία στη συνέχεια διαβίβαζε στην εταιρία, ενώ το τίμημα (ασφάλιστρο) για την αγορά κεφαλαίων δεν επιτρεπόταν να καταβληθεί στα χέρια του αλλά σε τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της εταιρίας διαχείρισης (εν προκειμένω της εταιρίας με την επωνυμία EFG EUROBANK ΑΕΔΑΚ).

Συνεπώς, ενεργούσε για λογαριασμό της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, σύμφωνα με τη φύση και το σκοπό της δραστηριότητας αυτής, εντός του κύκλου της επιχειρηματικής της δράσης, στα πλαίσια της οποίας είχε διαπλασθεί ένα πλέγμα δεσμευτικών για αυτόν καθηκόντων, από τα οποία δεν μπορούσε να αποκλίνει.

Ως εκ τούτου, τον συνέδεε με αυτή σχέση πρόστησης, κατά την έννοια της ΑΚ 922, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της, δοθέντος ότι αυτός είχε μεν δικαίωμα να ενεργεί ελευθέρως ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο ανευρέσεως πελατών πλην όμως για την υλοποίηση της απόφασης του κάθε πελάτη να αγοράσει κάποια αμοιβαία κεφάλαια εφαρμοζόταν και ίσχυε αποκλειστικά (για τον πρώτο εναγόμενο) το πλέγμα των δεσμευτικών καθηκόντων αυτού, από τα οποία και δεν μπορούσε να αποκλίνει.

Σημειωτέον, εν προκειμένω ότι η δεύτερη εναγόμενη αρνείται την ύπαρξη σχέσης πρόστησης, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός ουδόλως αποδεικνύεται. Τουναντίον, η αντίθετη άποψη που υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο ενισχύεται από το περιεχόμενο της υπογραφείσας μεταξύ τους σύμβασης "παραγωγικής συνεργασίας με ασφαλιστικό σύμβουλο", όπου στο άρθρο 1 (υπό το κεφάλαιο Α της σύμβασης) αναφέρεται ότι κατά τη διάρκεια ισχύος του συμφωνητικού, και για όλους του κλάδους ασφάλισης στους οποίους συμμετέχει ο ασφαλιστικός σύμβουλος, αυτός δεν επιτρέπεται να συνεργάζεται ως ασφαλιστικός σύμβουλος ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα διαμεσολαβούντος προσώπου στην ασφάλιση ή εκπαιδευτού ή βοηθού εκπαιδευτού με άλλη ασφαλιστική επιχείρηση, καθώς και με επιχείρηση ασφαλιστικής πρακτόρευσης ή με επιχείρηση μεσιτείας ασφαλίσεων ή απευθείας με συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων από το οποίο συνάγεται ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν λειτουργούσε ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας με δική του έδρα.

Η θέση της δεύτερης - εναγομένης για ανυπαρξία σχέσης πρόστησης αντικρούεται και από το περιεχόμενο της από 28-8-2007 εξωδίκου δήλωσης - καταγγελίας αυτής προς τον πρώτο εναγόμενο, όπου ρητά αναφερόταν η καταγγελία της σύμβασης ως προς όλους τους κλάδους ασφαλίσεων που είχε αναλάβει αυτός, μεταξύ των οποίων και από αυτόν της διαμεσολάβησης για την πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρίας με την επωνυμία EFG EUROBANK ΑΕΔΑΚ, και παράλληλα καλείτο αυτός να επιστρέψει όλα τα σχετικά έντυπα της δεύτερης εναγομένης που βρίσκονται στα χέρια του ... .

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ήλθε σε επαφή με τον πρώτο εναγόμενο, μέσω κοινού γνωστού καθ' ότι και οι δύο ανήκαν στο θρησκευτικό δόγμα της Πεντηκοστής. Το Φεβρουάριο του 2006, ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο σπίτι του, οπότε και ο ενάγων, με τη διαμεσολάβηση του, ασφάλισε στην εναγομένη τα οχήματα της οικογένειας του για την αστική ευθύνη έναντι τρίτων από την κυκλοφορία τους.

Επιπλέον δε, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος παρουσιάστηκε στον ενάγοντα ως επιτυχημένος ασφαλιστικός σύμβουλος βραβευθείς από τη δεύτερη εναγομένη για τις επιδόσεις του, του πρότεινε να τοποθετήσει τα χρήματα του σε πρόγραμμα επενδύσεων αυτής, με εξασφαλισμένο το κεφάλαιο και υψηλές αποδόσεις. Ενόψει της προβολής του αυτής, της σχέσης εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε μεταξύ τους βάσει του κοινού δόγματος τους και της αναφοράς του ονόματος της δεύτερης εναγομένης ως αξιόπιστης ασφαλιστικής εταιρίας, ο ενάγων πείστηκε από τις ψευδείς δηλώσεις, εν γνώσει της αναλήθειας του εναγομένου αυτού ότι θα μεσολαβούσε για την επωφελή τοποθέτηση των χρημάτων του σε επενδυτικά προγράμματα της δεύτερης εναγομένης.

Προς τούτο, αρχές Νοεμβρίου του 2006 του κατέβαλε το ποσό των 100.000 ευρώ, το οποίο ο πρώτος εναγόμενος, με σκοπό να πείσει τον ενάγοντα να προβεί και σε άλλες καταβολές, του το επέστρεψε περίπου δύο μήνες μετά, όπως συνομολογεί ο ενάγων στην αγωγή του, μαζί με το επιπλέον ποσό των 44.000 ευρώ ως κέρδη. Ο ενάγων μάλιστα προσκομίζει και επικαλείται και την από 1-12-2006 βεβαίωση με την επωνυμία της δεύτερης εναγομένης, την οποία του παρέδωσε ο πρώτος εναγόμενος, και στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγων συμμετείχε με κεφάλαιο 155.000 ευρώ στην προεγγραφή του αμοιβαίου κεφαλαίου SINGLE PREMIUM στηριζόμενο στο αμοιβαίο κεφάλαιο EUROBANK ALLWEATHER ... .

Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ... κατέβαλε στον τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου εναγομένου το συνολικό ποσό των 265.000 ευρώ ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ουδέποτε είχε πρόθεση να τοποθετήσει τα χρήματα αυτά, που έλαβε για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, στο όνομα του ενάγοντος ούτε προέβη στις αναγκαίες διατυπώσεις για την κατάρτιση της οικείας ασφαλιστικής σύμβασης με σύνταξη και προώθηση των σχετικών εντύπων στην δεύτερη εναγομένη και έκδοση του σχετικού ασφαλιστηρίου, παρά μόνο, στις 13-7-2007, απέδωσε στον ενάγοντα το ποσό των 15.000 ευρώ, λέγοντας του ότι πρόκειται για κέρδη επί του κατατεθειμένου κεφαλαίου των 265.000 ευρώ, και έκτοτε εξαφανίστηκε, παρακρατώντας το λοιπό ποσό των (265.000 -15.000) 250.000 ευρώ και αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος ισόποσο προς το ποσό αυτό, με αντίστοιχη ζημία του ενάγοντος.

Σημειωτέον ότι ο ενάγων απευθύνθηκε στα αρμόδια όργανα της δεύτερης εναγομένης, οπότε και πληροφορήθηκε ότι δεν είχαν γίνει επενδύσεις στο όνομα του, ενώ για την ως άνω από 1-12-2006 βεβαίωση, έγινε αναφορά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι την εξέδωσε ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος εν αγνοία των προϊσταμένων του στη δεύτερη εναγομένη.

Μετά ταύτα, ο ενάγων δεν κατέστη δυνατό να λάβει πίσω το ποσό των 250.000 ευρώ που είχε καταβάλει, δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν επικοινώνησε ξανά μαζί του και η δεύτερη εναγομένη αρνήθηκε να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, καθόσον ουδέποτε είχε υποβληθεί σε αυτήν αίτηση ασφάλισης ούτε είχε εκδοθεί ασφαλιστήριο συμβόλαιο στο όνομα του ενάγοντος.

Επίσης, εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου, ο οποίος εκφέρεται και ως τρίτος λόγος της ... εφέσεως του, ότι τα ως άνω χρηματικά ποσά τα έλαβε ως δάνειο από τον ενάγοντα με τη συμφωνία να τα επιστρέψει με τόκο 22-25% και ότι τα ποσά εκ 44.000 ευρώ και 15.000 ευρώ που του απέδωσε τον Νοέμβριο του 2006 και στις 13-7-2007 αντιστοίχως αφορούσαν τόκους, δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όπως και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως.

Άλλωστε, ο πρώτος εναγόμενος φέρεται να εισέπραξε με τις ίδιες μεθόδους ποσά και από άλλα πρόσωπα που ανήκουν στο δόγμα της Πεντηκοστής (βλ. τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες στη δικογραφία 14 αγωγές άλλων προσώπων ασκηθείσες κατά του ανωτέρω εναγομένου και της δεύτερης εναγομένης με ίδια ή παρεμφερή ιστορική βάση και αίτημα), και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθεί βάσιμα ότι αυτός είχε συνάψει με όλα τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα και τον ενάγοντα συμβάσεις δανείου.

Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και η ένσταση συμψηφισμού (άρθρο 440 του ΑΚ), που εκφέρεται και ως δεύτερος λόγος και εν μέρει ως συναφής τρίτος τοιούτος της ... εφέσεως, ένσταση που πρότεινε (επικουρικά) ο πρώτος εναγόμενος κατά του ενάγοντος και δη να συμψηφιστεί με την απαίτηση του τελευταίου δική του ανταπαίτηση εκ του ως άνω ποσού των 44.000 ευρώ, καθόσον, όπως έγινε δεκτό, ουδόλως αποδεικνύεται ότι το ποσό αυτό αφορά τόκους από σύμβαση δανείου.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι για την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ο ενάγων υπέβαλε σε βάρος του ... μήνυση ... ενώ, μετά από μηνύσεις άλλων παθόντων προσώπων ... εκδόθηκαν ... Διατάξεις επιβολής περιοριστικών όρων των τακτικών Ανακριτών ... με τις οποίες επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι σε βάρος του πρώτου εναγομένου, ως κατηγορουμένου για τις πράξεις της απάτης και πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, τελεσθείσες σε βάρος των προαναφερθέντων μηνυτών τους οποίους και ζημίωσε κατά τον ίδιο τρόπο όπως και τον ήδη ενάγοντα.

Εξάλλου, για την ως άνω υπαίτια και παράνομη ενεργεία του πρώτου εναγομένου, σε βάρος του ενάγοντος, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ της παράνομης ιδιοποίησης με απατηλή συμπεριφορά των χρηματικών ποσών που του παρέδωσε ο ενάγων με την πεποίθηση ότι θα διατεθούν έναντι της τιμήματος αγοράς των αμοιβαίων κεφαλαίων, ευθύνεται παράλληλα και η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ως προστήσασα αυτόν στην υπηρεσία της.

Και τούτο, διότι η πράξη του τελούσε σε εσωτερική συνάφεια με την εν λόγω υπηρεσία που του είχε αναθέσει ως ασφαλιστικού της συμβούλου στον κλάδο των αμοιβαίων κεφαλαίων και τελέστηκε κατά κατάχρηση αυτής, δεδομένου ότι η εν λόγω υπηρεσία και η υπηρεσιακή του εγκατάσταση της εναγομένης υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την εκ μέρους του τέλεση ζημιογόνου πράξης του σε βάρος του ενάγοντος.

Εξάλλου, αυτός απέσπασε τα επίδικα ποσά από τον ενάγοντα, ως διαμεσολαβητής για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με την εναγομένη και όχι για ίδιο λογαριασμό και ο ενάγων πείστηκε από τις υποσχέσεις αυτές του εναγομένου και κατέβαλε τα υπεξαιρεθέντα ποσά, τα οποία δεν θα κατέβαλε εάν ο εναγόμενος εμφανιζόταν ως απλός ασφαλιστικός σύμβουλος, χωρίς την προβολή και την σύνδεση του με τη δεύτερη εναγομένη, για την οποία, άλλωστε, ο ενάγων ήταν γνώστης και από πριν, δεδομένου ότι είχε ασφαλίσει τα αυτοκίνητα της οικογένειας του για την έναντι τρίτων ευθύνη από την κυκλοφορία τους.

Η δεύτερη εναγόμενη εταιρία πρότεινε τον ισχυρισμό, που συγκροτεί την επί του άρθρου 300 ΑΚ ερειδομένη ένσταση, την οποία και εκφέρει και ως τέταρτο λόγο της εφέσεως της, ότι ο ενάγων όφειλε να ζητήσει να λάβει στα χέρια του εταιρικά έγραφα περί των επενδύσεων για τις οποίες κατέβαλε τα χρηματικά ποσά, ενόψει και του γεγονότος ότι για την αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων υπάρχει συγκεκριμένο δελτίο κατάθεσης του ασφαλίστρου το οποίο παραδίδεται στον ενδιαφερόμενο μαζί με τη σχετική αίτηση που συμπληρώνει και στο οποίο αναφέρεται ότι το ασφάλιστρο παραδίδεται μόνο με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας διαχείρισης των αμοιβαίων κεφαλαίων (ήτοι της εταιρίας EFG EUROBANK ΑΕΔΑΚ) και όχι στον ασφαλιστικό σύμβουλο και ότι συνεπώς ευθύνεται και ο ίδιος για την επελθούσα ζημία του.

Η ένσταση όμως αυτή, όπως και ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι ο ενάγων γνώριζε τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί, ούτε ο πρώτος εναγόμενος έθεσε στη διάθεση του την έντυπη αίτηση, από την οποία θα επληροφορείτο που έπρεπε να καταθέσει τα χρήματα του.

Περαιτέρω ούτε υπαίτια άγνοια επέδειξε ο ενάγων, καθόσον δεν διέθετε τέτοιου είδους συναλλακτική και κοινωνική εμπειρία και εύλογα πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις του εναγομένου ότι θα προβεί σε επωφελή επένδυση για λογαριασμό του, με αποτέλεσμα να δεχθεί να του καταβάλει το χρηματικό ποσό, γνωρίζοντας ότι αυτός ήταν ενταγμένος στο δίκτυο, των προσώπων που απασχολεί η εναγομένη για την προώθηση των προϊόντων της, και μάλιστα ότι είναι προβεβλημένο στέλεχος της.

Ακόμη έλαβε υπόψη του και την επένδυση με θετική απόδοση, που είχε πραγματοποιήσει, μέσω του εναγομένου, προηγουμένως τόσον ο ίδιος όσον και άλλα φιλικά του πρόσωπα αλλά και την απόδοση που φερόταν ότι είχε το πρώτο χρηματικό ποσό που κατέβαλε ο ίδιος (ενάγων) στον εναγόμενο και κυρίως το γεγονός ότι ανήκε και αυτός (όπως και ο ενάγων) στο θρησκευτικό δόγμα της Εκκλησίας της Πεντηκοστής, όπου δίδεται ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη της πλήρους εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών της.

Πίστευε δε ότι ο εναγόμενος θα του παρέδιδε εν καιρώ το σχετικό τίτλο αμοιβαίων κεφαλαίων, αφού του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, που με βάση τις παραπάνω περιστάσεις κρίνεται δικαιολογημένη. Η επαγγελματική δραστηριότητα δε του ενάγοντος, ασχολουμένου με εργολαβίες οικοδομών και το γεγονός ότι προηγουμένως αυτός είχε καταρτίσει με τη δεύτερη εναγομένη, ασφαλιστήρια συμβόλαια για τα αυτοκίνητα των μελών της οικογένειας του δεν προσδίδουν σ' αυτόν τέτοιου είδους συναλλακτική και κοινωνική εμπειρία ώστε να έχει εξοικείωση με τις εξειδικευμένες οικονομικές συναλλαγές - επενδύσεις που του πρότεινε ο πρώτος εναγόμενος ...".

IV) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 16§1 του Ν.1569/1985 και 297, 298, 299, 681, 914, 922, 926 και 932 του ΑΚ και με σαφείς, επαρκείς χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του ότι υπήρξε σχέση πρόστησης μεταξύ της αναιρεσείουσας εταιρείας "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ Ε.Α Ε.Ζ Α.Ε" και του Ν.

Ν., εφόσον έγινε δεκτό ότι η αναιρεσείουσα εδραστηριοποιείτο όχι μόνο στους κλάδους ασφαλίσεων ζωής αλλά προσέφερε στο κοινό και προγράμματα ασφαλίσεων συνδεδεμένα με επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια του κεφαλαίου των καταβαλλομένων ασφαλίστρων και ότι ο ασφαλιστικός της σύμβουλος Ν. Ν., ο οποίος είχε ενταχθεί στον κύκλο των προσώπων που η αναιρεσείουσα απασχολούσε για την προώθηση των προϊόντων της (προγραμμάτων ασφαλίσεων ζωής και διάθεση των τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων), και τελούσε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της, ενεργώντας καταχρηστικά και εκμεταλλευόμενος τις ευκαιρίες που η σχέση του με την ως άνω εταιρεία του προσέφερε, εξαπάτησε τον αναιρεσίβλητο και του απέσπασε τα επίδικα ποσά.

Επίσης, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300 και 330 ΑΚ, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου στην επέλευση της ζημίας του με την καταβολή του υπεξαιρεθέντος ποσού σε λογαριασμό του Ν. Ν., εφόσον έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί σχετικά με τα αμοιβαία κεφάλαια, διότι δεν είχε τέτοιου είδους συναλλακτική και κοινωνική εμπειρία αλλά και διότι ο εξαπατήσας αυτόν πρώτος εναγόμενος δεν έθεσε στη διάθεση του την έντυπη αίτηση, από την οποία θα επληροφορείτο πού έπρεπε να καταθέσει τα χρήματα του.

IV) Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που έπρεπε να εφαρμοσθεί αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται κατά τα λοιπά με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 698/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο, τέταρτο και όγδοο λόγους της αίτησής της, επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στα ζητήματα της ύπαρξης πρόστησης, της ύπαρξης εσωτερικής συνάφειας του κλάδου των αμοιβαίων κεφαλαίων με τα ασφαλιστικά προγράμματα αυτοκινήτων και της μη ύπαρξης συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου ως προς την επέλευση της ζημίας του.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτει ότι έχει σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίες δικαιολογούν το καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα, Ειδικότερα, από τις αιτιολογίες αυτές με σαφήνεια προκύπτει:

α) ότι η τέλεση της άδικης και υπαίτιας από πρόθεση πράξης του ασφαλιστικού συμβούλου της αναιρεσείουσας εταιρείας κατέστη δυνατή λόγω της ένταξης αυτού, με την ιδιότητα του ασφαλιστικού συμβούλου, στο δίκτυο των προσώπων τα οποία απασχολούσε η αναιρεσείουσα για την προώθηση των προγραμμάτων ασφαλίσεων ζωής αλλά και για τη διάθεση των τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων.

Η ιδιότητα δε αυτή, με την οποία ενήργησε, τελούσε σε εσωτερική συνάφεια με τα καθήκοντα, που του είχαν ανατεθεί, με την έννοια ότι δεν μπορούσε να την πραγματοποιήσει χωρίς την πρόστηση και β) ότι δεν συντρέχει συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση και στο μέγεθος της ζημίας του, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, καθόσον, η ιστορούμενη έλλειψη ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου και η έλλειψη συναλλακτικής και κοινωνικής εμπειρίας αυτού σε τέτοιου είδους υποθέσεις αλλά και η αναφερόμενη δόλια συμπεριφορά του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα ως άνω προσώπου, δημιούργησαν τέτοια εμπιστοσύνη στον αναιρεσίβλητο, ώστε δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι με τις ενέργειες του αυτές αποσκοπούσε να τον παραπλανήσει και να ιδιοποιηθεί τα χρήματα του.

V) Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, 558/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007).

Με τους δεύτερο, πέμπτο και έβδομο λόγους αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ο Ν. Ν. δεν διαμεσολάβησε για την πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων παρά μόνο για την ασφάλιση αυτοκινήτων, β) απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι το αιτούμενο και φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσό των 250.000 ευρώ δόθηκε από τον αναιρεσίβλητο στον Ν.

Ν. λόγω δανείου και όχι για συμμετοχή του σε ασφαλιστικά - επενδυτικά προγράμματα και γ) απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσιβλήτου. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ο μεν πρώτος ως αβάσιμος, διότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε δεχόμενο ότι ο Ν.

Ν. διαμεσολάβησε όχι μόνο για την ασφάλιση αυτοκινήτων του αναιρεσιβλήτου αλλά και για την πώληση σ' αυτόν αμοιβαίων κεφαλαίων και ότι το ποσό των 250.000 ευρώ το έλαβε για το σκοπό αυτό αλλά το υπεξαίρεσε, οι δε δεύτερος και τρίτος ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που νόμιμα προτάθηκε και όχι όταν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και στη συνέχεια τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, όπως εν προκειμένω.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση της εταιρίας " Interamerican Ελληνική Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής ΑΕ" για αναίρεση της 2876/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ