530/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 49025/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1762/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 869/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated530/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 530 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 530/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Κοτζαμανίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ά. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, αμφότεροι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 49025/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1762/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 869/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 25-1-2011 έκθεση της ήδη κωλυομένης να συμμετάσχει Αρεοπαγίτου Γεωργίας Λαλούση, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ.
β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολυόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμ. 3489/9-8-2010 και 7508Ε/11-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ... η πρώτη και της δικαστικής επιμελητρίας Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., η δεύτερη, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της από 26-4-2010 αιτήσεως αναιρέσεως αυτού, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 2-4-2011, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους εφεσιβλήτους.
Επομένως αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και έτσι ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και όταν έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι στο αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-1-2004 και περί ώρα 14.20' στην οδό Κατσιμίδη Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα στο προς την οδό Αγίου Δημητρίου ρεύμα πορείας αυτής, μετά την συμβολή του ρεύματος αυτού πορείας με την οδό Σ.
Κυριακίδη έλαβε χώρα αυτοκινητικό ατύχημα, κάτω από τις εξής συνθήκες και περιστατικά. Η οδός αυτή έχει δύο ρεύματα πορείας, ένα που οδηγεί προς την περιφερειακή οδό Αγίου Δημητρίου, τα οποία διαχωρίζονται με πλάτους 1,8 μ. νησίδα. Κάθε ρεύμα πορείας έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτους 3,5 μ. καθεμία. Επικρατούσε ηλιοφάνεια, δεν περιορίζονταν η ορατότητα, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή, η κυκλοφορία, πεζών και οχημάτων αραιή και το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλ.
την ώρα. Στο σημείο του ατυχήματος δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, υπήρξαν όμως διαβάσεις για πεζούς σε μικρή απόσταση από αυτό και συγκεκριμένα στη συμβολή της οδού Κατσιμίδη με τις οδούς Σκουφά και Α. Δημητρίου. Την παραπάνω ημέρα και ώρα ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του προς Αγίου Δημητρίου ρεύμα πορείας της οδού Κατσιμίδη.
Την ίδια ημέρα και ώρα ο ενάγων περπατούσε πεζός, μαζί με τον φίλο του I. Κ. στο δεξιό πεζοδρόμιο του ίδιου ρεύματος πορείας της οδού αυτής. Τη στιγμή που βρισκόταν στο ύψος της συμβολής της οδού αυτής με την οδό Σ. Κυριακίδη από απροσεξία του πάτησε περιττώματα τα οποία σκέφθηκε να καθαρίσει από τα παπούτσια του με τα χόρτα που υπήρχαν στη διαχωριστική νησίδα.
Στην προσπάθειά του αυτή αιφνιδιαστικά και απρόσεκτα και χωρίς να ενημερώσει σχετικά τον παραπάνω φίλο του, ο οποίος τη στιγμή εκείνη κοιτούσε τα έργα που εκτελούνταν στο Καυτατζόγλειο Στάδιο, κατέβηκε από το πεζοδρόμιο χωρίς να ελέγξει την κυκλοφορία των κινούμενων στο ρεύμα αυτό πορείας οχημάτων.
Την ίδια αμελή συμπεριφορά επέδειξε και όταν είχε διασχίσει την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού που βρισκόταν στο κέντρο αυτό, συνέχισε, δηλαδή, την πορεία του την στιγμή που το αυτοκίνητο των πρώτων εναγομένων βρίσκονταν σε απόσταση 10 περίπου μ. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του ενάγοντος, ήταν να παρεμποδίσει την ομαλή πορεία του αυτοκινήτου του εναγόμενου, ο οποίος αντιληφθείς τον ενάγοντα από 10 μ.
περίπου επιχείρησε να ακινητοποιήσει φρενάροντας το αυτοκίνητο του, πλην όμως, λόγω της μικρής απόστασης, ανεπιτυχώς, αφού, παρόλον ότι, εκινείτο με μικρή ταχύτητα 35 χιλ την ώρα και φρενάρισε σε απόσταση 8,81 μ., δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει πριν από τον ενάγοντα το αυτοκίνητο του, με αποτέλεσμα να επιπέσει η αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου σ' αυτόν (ενάγοντα) τη στιγμή που ο ενάγων ήθελε 86 εκ.
ακόμη για να διασχίσει και την άλλη λωρίδα κυκλοφορίας. Στη συνέχεια το σώμα του ενάγοντος επέπεσε στο καπώ του αυτοκινήτου, κτύπησε στο παρμπρίζ αυτού και μετά έπεσε στο οδόστρωμα. Με βάση τα περιστατικά αυτά αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος αυτού είναι ο ενάγων, συνίσταται δε η υπαιτιότητά του αυτή στο ότι ενώ όφειλε και μπορούσε α) να χρησιμοποιήσει τις διαβάσεις πεζών που υπήρχαν στις παραπάνω διασταυρώσεις των οδών, σε μικρή απόσταση από αυτόν (άρθρο 38 παρ. 4α του ΚΟΚ), και β) πριν κατέβει από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα να ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων, και να μην επιχειρήσει την κίνησή του αυτή, εάν προηγουμένως δεν βεβαιωθεί ότι με αυτήν δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων (άρθρο 38 παρ.4α).
Αντίθετα, χωρίς ο ενάγων να προβεί σε στοιχειώδη έλεγχο της κυκλοφορίας των οχημάτων, αιφνιδιαστικά και χωρίς να ενημερώσει τον φίλο του I. Κ. κατέβηκε από το πεζοδρόμιο. Την ίδια αμελή συμπεριφορά επέδειξε και όταν διέσχισε την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας και έφθασε στη μέση του οδοστρώματος. Αντί δηλαδή, να διακόψει την πορεία του και ελέγξει την κυκλοφορία των οχημάτων από αριστερά του, στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας την οποία επρόκειτο να διασχίσει, αυτός όχι μόνο δεν έλεγξε, όπως όφειλε και μπορούσε και όπως θα έκανε κάθε άλλος μέσος συνετός άνθρωπος, ευρισκόμενος σε παρόμοια με αυτές συνθήκες οδηγήσεως, την κυκλοφορία, αλλά επιτάχυνε το βήμα του.
Εάν αυτός προέβαινε στον στοιχειώδη έλεγχο της κυκλοφορίας, θα αντιλαμβάνονταν το αυτοκίνητο του εναγομένου, όπως το αντιλήφθηκε ο παραπάνω φίλος του, που τη στιγμή εκείνη βρίσκονταν σε μικρή απόσταση, 10 περίπου μ. ο οποίος θα διέκοπτε την πορεία του και θα αποφεύγονταν το όχημα. Και αν ακόμη υποτεθεί ότι ο ενάγων έλεγξε την κυκλοφορία των οχημάτων, δεν αίρεται η αποκλειστική του υπαιτιότητα, γιατί παρά του ότι αντιλήφθηκε σε μικρή απόσταση το αυτοκίνητο του εναγόμενου, συνέχισε την πορεία του, αντί να αναμείνει πρώτα τη διέλευση του αυτοκινήτου.
Ο πρώτος εναγόμενος δεν βαρύνεται με κάποια υπαιτιότητα, γιατί α) εκινείτο με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 34 χιλ την ώρα , β) οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και γ) όταν δε αντιλήφθηκε την αιφνιδιαστική και μη αναμενόμενη είσοδο του ενάγοντος στο οδόστρωμα σε απόσταση 10 μ. από το αυτοκίνητο του, ενήργησε όπως θα ενεργούσε κάθε άλλος μέσος συνετός οδηγός ευρισκόμενος σε παρόμοιες με αυτόν συνθήκες οδηγήσεως, δηλαδή επιχείρησε να ακινητοποιήσει, φρενάροντας το αυτοκίνητο του σε απόσταση 8,81 μ., πλην όμως ανεπιτυχώς λόγω της μικρής απόστασης.
Άλλον επιτυχή ελιγμό δεν μπορούσε να κάνει ο εναγόμενος και δη παράλληλα με το φρενάρισμα να στρίψει δεξιά, γιατί στην περίπτωση αυτή θα συγκρούονταν με τα κινούμενα στη στιγμή εκείνη στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας οχήματα. Στην κρίση αυτή οδηγείται το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων την προανακριτική κατάθεση του παραπάνω φίλου του ενάγοντος και αυτόπτη μάρτυρα των συνθηκών του ατυχήματος I.
Κ., ο οποίος καταθέτει "γυρίζω το βλέμμα μου προς τα εμπρός, αντιλαμβάνομαι αφ' ενός τον Κ. Π. (ενάγοντα) να έχει ήδη διασχίσει το μισό οδόστρωμα, αφ' ετέρου ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο να έρχεται επί της οδού Κατσιμίδη με κατεύθυνση προς την οδό Αγ. Δημητρίου. Αντιλαμβανόμενο ο Κ. (ενάγων) το αυτοκίνητο επιτάχυνε το βήμα του για να διασχίσει το δρόμο, όμως παρόλα αυτά ...".
Σχετικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας ήταν 20 χιλ την ώρα το παραβίασε ο εναγόμενος, ρυθμιζόμενο με φορητή πινακίδα Κ16, πρέπει να λεχθεί ότι πράγματι στον τόπο υπήρχε η πινακίδα εκεί, πλην όμως αφορούσε παλιότερα εκτελεσθέντα έργα, γι' αυτόν δε το λόγο ήταν σκονισμένη και δυσδιάκριτη από παραδρομή δε, (προφανώς) των αρμοδίων οργάνων δεν αποσύρθηκε από τον τόπο του ατυχήματος.
Επίσης δεν είχε εκδοθεί ούτε υπήρχε σε ισχύ άδεια εκτέλεσης εργασιών το επίδικο διάστημα και κατά συνέπεια περιορισμού του ορίου ταχύτητας στο τμήμα της οδού Κατσιμίδη που συνέβη το επίδικο ατύχημα". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφενός μεν απέρριψε την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος και αφετέρου δέχθηκε την έφεση των εναγομένων αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του αναιρεσείοντος-ενάγοντος πεζού, και ακολούθως απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητα των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων, ήτοι του τραυματισθέντος πεζού και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου. Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με τις παραδοχές η ορατότητα δεν περιοριζόταν, δεν διευκρινίζεται γιατί ο εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν αντιλήφθηκε τον πεζό εγκαίρως από μεγαλύτερη απόσταση, αν και είχε διασχίσει τη μια λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά τον αντιλήφθηκε μόνο όταν έφθασε σε απόσταση 10 μέτρων από αυτόν οπότε και η αντίδραση του (τροχοπέδηση) δεν είχε επιτυχή κατάληξη Επίσης, η παραδοχή ότι ο εναγόμενος οδηγός δεν είχε δυνατότητα πραγματοποίησης άλλου αποφευκτικού ελιγμού διότι υπήρχε κίνδυνος σύγκρουσης με τα κινούμενα στη δεξιά λωρίδα οχήματα, είναι ανεπαρκής, λαμβανομένοι μάλιστα υπόψη ότι σε άλλο σημείο δέχεται ότι η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ήταν αραιή.
Επίσης, ασαφείς είναι οι αιτιολογίες της απόφασης σχετικά με την ύπαρξη ή όχι της ρυθμιστικής πινακίδας Κ16, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι το εφετείο συνδέει την ύπαρξη αυτής της πινακίδας με τη διενέργεια έργων στην περιοχή, ενώ κατά τον ΚΟΚ η ανωτέρω πινακίδα εφιστά την προσοχή των οδηγών στον κίνδυνο λόγω συχνής κίνησης παιδιών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται παραπάνω και ως εκ τούτου ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 869/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ