530/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? ΑΠ 1061/2010).
Legislator headnote
AI generated530/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν παρέστη ούτε κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 § 2 ΚΠολΔ). 2.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 530 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 530/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άνθιμο Καγιόγλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Λ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ως και την από 6-4-2006 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 216/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Μαρτίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 29 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 216/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατά το κεφάλαιό της κατά το οποίο έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 407/2004? ΑΠ 1061/2010).
Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 § 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 136/1999? ΑΠ 12/2011). Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από τoν αναιρεσείοντα υπ' αριθ. 1691Δ'/5.5.2009 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Τ.
Τ. ότι αυτός, που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής του για αναίρεση της υπ' αριθ. 216/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 44 τη δικάσιμο της 7.12.2009, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε να παραστεί (άρθρ.122 § 1, 123, 128 § 4, 129 § 2, 230 § 2, 498 §§ 1&2, 568 ΚΠολΔ).
Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, δεν παρέστη ο αναιρεσίβλητος και η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 10.1.2011, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος όφειλε να παραστεί χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής του για τη νέα δικάσιμο.
Όμως ο ως άνω αναιρεσίβλητος δεν παρέστη ούτε κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576 § 2 ΚΠολΔ). 2.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 216/2007 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 12.6.2007 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 42/2007 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κοζάνης και εξαφάνισε την απόφαση αυτή, με την οποία είχε απορριφθεί η από 4.10.2005 αγωγή του και είχε αντίθετα γίνει δεκτή η από 6.4.2006 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος με αντικείμενο την επιδίκαση σ' αυτόν αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη από την αδικαιολόγητη υπαναχώρηση του αντιδίκου του από τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης σ' αυτόν της επιχείρησής του, δέχθηκε ακολούθως η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης την αγωγή, επιδικάζοντας νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο για αιτία λήξασα μετά την ματαίωση πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκε η σύμβαση των διαδίκων, το ποσό της προκαταβολής των 5.000 ευρώ που είχε δώσει στον αντίδικό του, ενώ απέρριψε ως μη νόμιμη την ανταγωγή του τελευταίου.
Με την αίτηση αναίρεσης ζητείται η ολική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή και κατά το σκέλος της με το οποίο, στο πλαίσιο της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ανταγωγή του αναιρεσείοντος. Ωστόσο σε σχέση με το σκέλος αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποδίδονται σ' αυτή πλημμέλειες με λόγο αναίρεσης και συνεπώς απαράδεκτα με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το σκέλος της αυτό.
Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ ).
3. Κατά την έννοια των άρθρ. 559 αριθ.1 και 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης , ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ. ΑΠ 20/2005? ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006).
Ο λόγος αναίρεσης από τα άρθρ. 559 αριθ.1 και 560 αριθ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών (ΑΠ 329/2006).
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 416/1993? ΑΠ 832/2009? ΑΠ 574/2010).
Ωστόσο μόνη η παράλειψη μνείας των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παράβασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε τελικώς υπόψη κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας τα κριτήρια που προβλέπονται στις διατάξεις αυτές (AΠ 683/2010? ΑΠ 715/2010). Η διαπίστωση εξ άλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή (ΑΠ 79/2007), όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993).
Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία συντρέχει, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατέφυγε για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό της σε έγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το συστατικό ή αποδεικτικό της δικαιοπραξίας έγγραφο (ΑΠ 253/2010).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995? ΑΠ 832/2009? ΑΠ 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 των άρθρ. 559 ή 560 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010? ΑΠ 574/2010).
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 416/1993? ΑΠ 683/2010).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ασκούσε επιχείρηση ΚΑΦΕ ΜΠΑΡ με το διακριτικό τίτλο "..." σε μίσθιο κατάστημα στην οδό Ειρήνης στην Κοζάνη.
Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), ο οποίος επιθυμούσε να ασκήσει επιχείρηση εκμετάλλευσης κέντρου διασκεδάσεως στην περιοχή, εκδήλωσε ενδιαφέρον αγοράς της επιχείρησης αυτής και συμφώνησε με τον εναγόμενο να αγοράσει την επιχείρησή του έναντι τιμήματος 40.000 ευρώ... Προς τούτο ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο την 23.5.2005 το ποσό των 2.000 ευρώ και συμφώνησαν να παραδοθεί το κατάστημα στον ενάγοντα και να καταβάλει εκείνος το υπολειπόμενο τίμημα εν μέρει κατά την παράδοση του καταστήματος και εν μέρει αργότερα, αν και όταν καταστεί εφικτή η έκδοση άδειας λειτουργίας νυκτερινού κέντρου στο συγκεκριμένο μίσθιο, καθώς ο εκμισθωτής του καταστήματος συμφωνούσε να ασκήσει στο μίσθιο επιχείρηση ο ενάγων.
Προς απόδειξη της λήψης του ποσού των 2.000 ευρώ ο εναγόμενος εξέδωσε την από 23.5.2005 απόδειξη 2.000 ευρώ σε σχετικό έντυπο, όπου ανέγραψε ως αιτιολογία "προκαταβολή αγοράς επιχείρησης ΚΑΦΕ ΜΠΑΡ ..." και ταυτόχρονα χειρόγραφη απόδειξη επί λευκού χάρτου με το εξής περιεχόμενο: "Απόδειξη 2.000 ευρώ. Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Π.
Π. έλαβον από τον Δ. Λ. το ποσό των δυο χιλιάδων ευρώ ως προκαταβολή για την αγορά της επιχείρησης ΚΑΦΕ ΜΠΑΡ (Μέγαρον), το οποίο βρίσκεται στην Κοζάνη εντός του Εμπορικού Κέντρου. Σε περίπτωση που το παρόν κατάστημα αδυνατεί να εκδώσει άδεια κέντρου διασκέδασης λόγω του ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος, τότε επιστρέφεται η προκαταβολή και παύει να ισχύει κάθε είδους συμφωνία".
Στη συνέχεια ο ενάγων κατέβαλε στον εναγόμενο την 11.8.2005 και το ποσό των 3.000 ευρώ και ο εναγόμενος εξέδωσε σχετική απόδειξη, στην οποία ανέγραψε ως αιτιολογία της λήψης του ποσού αυτού "έναντι αγοράς της επιχείρησης ΚΑΦΕ ΜΠΑΡ ...". Ο ενάγων μέχρι τότε είχε επισκεφθεί το μίσθιο, όπου λειτουργούσε η επιχείρηση του εναγομένου, με τον πατέρα του, ο οποίος είχε πείρα στη λειτουργία κέντρου διασκέδασης, καθώς ο ίδιος ασκούσε ομοειδή επιχείρηση στη Θεσσαλονίκη, όπως επίσης και με έναν αρχιτέκτονα, οι οποίοι διαβεβαίωναν ότι το συγκεκριμένο μίσθιο πληρούσε τις προϋποθέσεις για λειτουργία σ' αυτό βιώσιμης επιχείρησης κέντρου διασκέδασης, που θα χωρούσε περί τους 120 θαμώνες...
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ενεργώντας προκειμένου να εκδώσει άδεια λειτουργίας κέντρου διασκέδασης, περί τα τέλη Αυγούστου 2005 πληροφορήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου Κοζάνης ότι για την έκδοση της άδειας απαιτείται να προβλεφθεί χώρος για καμαρίνια, προθάλαμο, κουζίνα, έξοδο κινδύνου και για την ορχήστρα, με αποτέλεσμα να απομένει ωφέλιμος χώρος για ανάπτυξη καθισμάτων για τριάντα μόλις θαμώνες, γεγονός που καθιστούσε τη λειτουργία της επιχείρησης μη κερδοφόρα και ως εκ τούτου ασύμφορη για τον ενάγοντα...
Ο ενάγων μόλις πληροφορήθηκε τα ανωτέρω ενημέρωσε σχετικώς τον εναγόμενο τέλος Αυγούστου του 2005. Την 20.7.2006 ο εναγόμενος πώλησε την επιχείρησή του στον Β. Τ. έναντι του ποσού των 40.000 ευρώ. Μέχρι τότε ο εναγόμενος ουδέποτε έπαψε να λειτουργεί την επιχείρηση ΚΑΦΕ ΜΠΑΡ στο μίσθιο, ήτοι τη λειτουργούσε και κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του Μαΐου του 2005 μέχρι που την πώλησε στον Β.
Τ.. Επίσης ουδέποτε ο εναγόμενος αναζήτησε από τον ενάγοντα το τίμημα της πώλησης, μη εμμένοντας σ' αυτή. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα από το ότι ο εναγόμενος, αφού πληροφορήθηκε την αδυναμία επίτευξης κέρδους από τη λειτουργία στο μίσθιο κέντρου διασκέδασης για το λόγο ότι δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει ικανό αριθμό θαμώνων, δεν αναζήτησε πια το τίμημα πώλησης ούτε επιδίωξε να παραδώσει το μίσθιο στον ενάγοντα, αλλά αντιθέτως αναζήτησε νέο αγοραστή και τελικώς πώλησε την επιχείρηση, όπως επίσης και από το ότι ο ενάγων επεδείκνυε εξ αρχής ενδιαφέρον περί του βιωσίμου της επιχείρησης, συνδυαζόμενο με τον αριθμό θαμώνων που θα μπορούσε να δεχθεί, η συμφωνία των διαδίκων ότι αν δεν εκδοθεί άδεια λειτουργίας του καταστήματος ως κέντρου διασκέδασης θα πάψει να ισχύει κάθε είδους συμφωνία και θα επιστραφεί το ληφθέν από τον εναγόμενο ποσό, ερμηνευόμενη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων και όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρ. 173 και 200 ΑΚ), είχε την έννοια ότι τα ίδια αποτελέσματα θα επέρχονταν και στην περίπτωση που πληρούνταν μεν οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσης της άδειας, αλλά οριακώς, ώστε η λειτουργία του κέντρου διασκέδασης στο συγκεκριμένο μίσθιο να είναι μεν επιτρεπτή από τις αρμόδιες αρχές, αλλά να μην μπορεί να αποφέρει κανένα κέρδος, καθώς και στις δυο περιπτώσεις εξ αρχής θα ήταν βέβαιο ότι ο ενάγων θα είχε αγοράσει μια επιχείρηση που δεν θα μπορούσε να την εκμεταλλευτεί προκειμένου να αποκομίσει έστω και το ελάχιστο κέρδος και ήταν βέβαιο ότι θα κλείσει.
Κατόπιν των ανωτέρω, ματαιωθείσης της πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως που έθεσαν οι συμβαλλόμενοι διάδικοι, όφειλε ο εναγόμενος να αποδώσει στον ενάγοντα το ληφθέν ποσό των 5.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κοζάνης που είχε κρίνει διαφορετικά, δέχθηκε ακολούθως την ένδικη αγωγή του και υποχρέωσε τον αντίδικό του να του καταβάλει νομιμοτόκως το ως άνω ποσό των 5.000 ευρώ.
Ειδικότερα με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι στην έννοια του συμφωνηθέντος όρου, που η επέλευσή του εμπόδισε την πλήρωση της αναβλητικής, όπως χαρακτηρίσθηκε, αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκαν τα αποτελέσματα της σύμβασης των διαδίκων, περιλαμβάνεται όχι μόνον η αδυναμία έκδοσης άδειας λειτουργίας κέντρου διασκέδασης στο μίσθιο κατάστημα, στο οποίο στεγαζόταν η πωλούμενη επιχείρηση του αναιρεσείοντος, αλλά με ερμηνεία του όρου αυτού κατά την καλή πίστη, σε συνδυασμό και με τα συναλλακτικά ήθη κρίθηκε ότι περιλαμβάνεται στον ίδιο όρο και έχει τα αυτά αποτελέσματα και η περίπτωση που συντρέχουν μεν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της σχετικής άδειας στο μίσθιο κατάστημα, αλλά οριακά, δηλαδή με μετατροπές στο χώρο του καταστήματος που μειώνουν σημαντικά τον διαθέσιμο για τους θαμώνες χώρο του, ώστε η λειτουργία κέντρου διασκέδασης στο συγκεκριμένο μίσθιο να μην είναι πλέον βιώσιμη ως επιχείρηση ελλείψει κέρδους.
Όμως η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση του παραπάνω όρου δεν δικαιολογείται με βάση τα κριτήρια των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε σχετικά η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η αδυναμία έκδοσης από τις αρμόδιες αρχές άδειας λειτουργίας κέντρου διασκέδασης στο μίσθιο κατάστημα ως όρος ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης, από την οποία εξαρτήθηκαν τα αποτελέσματα της σύμβασης των διαδίκων, έχει την έννοια της αδυναμίας έκδοσης της άδειας αυτής για γενικούς λόγους, όπως είναι οι περιβαλλοντικοί λόγοι ή οι λόγοι στατικής επάρκειας του καταστήματος, δηλαδή ανεξάρτητα από τις μετατροπές που απαιτεί ο νόμος στο κατάστημα για να μπορεί να λειτουργήσει αυτό ως κέντρο διασκέδασης.
Τις αναγκαίες αυτές μετατροπές έλαβε υπόψη του ή όφειλε κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να λάβει υπόψη του ο αναιρεσίβλητος, με δεδομένο άλλωστε, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι επισκέφθηκε το μίσθιο κατάστημα με τον πατέρα του, που ασκούσε ομοειδή επιχείρηση στη Θεσσαλονίκη και είχε έτσι ανάλογη εμπειρία, αλλά και με αρχιτέκτονα, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι το κατάστημα πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη λειτουργία σ' αυτό βιώσιμης επιχείρησης κέντρου διασκέδασης με χωρητικότητα 120 θαμώνων.
Συνεπώς η αδυναμία έκδοσης άδειας λειτουργίας κέντρου διασκέδασης στο μίσθιο κατάστημα συνιστά εντελώς διαφορετική περίπτωση, γραμματικά αλλά και λογικά, από αυτή της αδυναμίας λειτουργίας βιώσιμης επιχείρησης στο ίδιο μίσθιο κατάστημα και ούτε είναι δυνατόν να διευρυνθεί η πρώτη περίπτωση, ώστε να συμπεριλάβει και τη δεύτερη, επειδή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο μεν αναιρεσίβλητος έδειχνε από την αρχή ενδιαφέρον για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης που θα ασκούσε στο μίσθιο κατάστημα που στέγαζε μέχρι τότε την πωλούμενη επιχείρηση του αναιρεσείοντος, αυτός δε, δηλαδή ο αναιρεσείων, δεν επιδίωξε έγκαιρα την είσπραξη του τιμήματος από τον αντίδικό του, αφότου αυτός υπαναχώρησε από τη μεταξύ τους σύμβαση και ούτε ενδιαφέρθηκε να παραδώσει σ' αυτόν το μίσθιο κατάστημα, αλλά αντίθετα ενδιαφέρθηκε και πώλησε σε άλλον την επιχείρησή του.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε διαφορετικά, δεχόμενη εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη σχετική δήλωση βουλήσεως των διαδίκων, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ και είναι έτσι βάσιμος ο αντίστοιχος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αυτό αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 201 ΑΚ με το να κρίνει ότι συνιστά αναβλητική και όχι διαλυτική αίρεση ο όρος από τον οποίο εξαρτήθηκαν τα αποτελέσματα της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης αγοραπωλησίας.
Πρέπει έτσι κατά παραδοχή του πρώτου λόγου να γίνει αντίστοιχα δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το κεφάλαιό της κατά το οποίο έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου. Κατά το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ.580 § 3 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178 § 2, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 216/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατά το κεφάλαιό της κατά το οποίο έγινε δεκτή η ένδικη από 4.10.2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ