Supreme Court dismisses appeal regarding tax exemption on severance pay and interest start date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's ruling on severance pay and interest. The company argued that a private agreement exempting the employee from income tax on severance was invalid due to public law prohibitions and that interest should accrue from the lawsuit filing date. The court rejected these claims, holding that the private agreement remains valid between parties and that interest for the public entity starts only from the service of the lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 361 A.C.; Art. 15 para. 1 of Law 4444/1964; Art. 21 of the Code of Civil Procedure of the Public; The private agreement between employer and employee regarding tax exemption on severance pay remains valid between parties and does not violate public law prohibitions, while interest for the public entity accrues only from the service of the lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 530 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 530/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε με το νόμο 3270/2004 (ΦΕΚ 187/Α/11-10-04) άρθρο 2 η εταιρία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Βαβέτση.
Της αναιρεσίβλητης: ψ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σακελλαρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/5/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 380/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8867/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/3/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 13/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 12 παρ. 1 ν. 2336/1998 ιδρύθηκε η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που αρχικά έλαβε την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΕΟΤ" και ακολούθως μετονομάστηκε, με το άρθρο 9 παρ. 4 ν. 2837/2000 σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 3270/2004, σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ".
Σκοπός της εταιρείας αυτής, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 ν. 2636/1998, ήταν η διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Ξενοδοχείο-Καζίνο Πάρνηθας, που στη συνέχεια έλαβε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με το άρθρο 10 παρ. 5 του ν. 2837/2000, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (δηλ. από 3-8-2000), καταργήθηκαν οι Υπηρεσίες αυτεπιστασίας του ΕΟΤ, στις οποίες περιλαμβανόταν και το Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, και όλο το προσωπικό που υπηρετούσε σ' αυτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως με την ίδια εργασιακή σχέση στην "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ενώ στην παράγραφο 4 περ.
β' του αυτού άρθρου, ορίστηκε ότι το εν λόγω προσωπικό θεωρείται από τον ίδιο χρόνο αυτοδικαίως αποσπασμένο στη Διεύθυνση Καζίνο του Υπουργείου Ανάπτυξης. Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 του ν. 3139/2003 (ΦΕΚ Α' 100/30-4-2003), η προβλεπόμενη στο εδάφιο α' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ν. 2206/1994 άδεια λειτουργίας καζίνο στη "θέση του Μον Παρνές στην Πάρνηθα" χορηγείται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην " ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ" και εισφέρεται, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 5 του νόμου αυτού, στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", ενώ με το άρθρο 4 παρ. 6 το ιδίου νόμου, αντικαταστάθηκε το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 ως εξής: "Με την ανάληψη της διοικήσεως, διαχειρίσεως ή εκμεταλλεύσεως των επιχειρηματικών μονάδων της "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", Καζίνο-Ξενοδοχείο- Τελεφερίκ Πάρνηθας και Καζίνο Κέρκυρας, από τις εταιρείες της παραγράφου 1, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 24 του ν. 2919/2001, όλο το προσωπικό, που εργάζεται στις παραπάνω επιχειρηματικές μονάδες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, μεταφέρεται αυτοδικαίως με την ίδια σχέση εργασίας και με πλήρη διασφάλιση των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων στις εταιρείες αυτές, εκτός από όσους εργαζόμενους δηλώσουν εγγράφως και μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σε αυτήν...".
Με την παράγραφο 7 περ. β' δε του ιδίου άρθρου, ορίστηκε ότι το παραπάνω προσωπικό, μπορεί "μέσα σε τρία χρόνια από τη μεταφορά του στις εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ν. 2837/2000 να υποβάλει αίτηση εθελουσίας αποχωρήσεως από την εργασία του. Η εταιρεία υποχρεούται να απαντήσει στην αίτηση αυτή μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την υποβολή της, διαφορετικά η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε αποδεκτή.
Σε περίπτωση αποδοχής της παραπάνω αίτησης ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωσης, διπλάσιας από την προβλεπόμενη για την καταγγελία συμβάσεως εργασίας. Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημίωσης και συνυπολογίζονται πέραν αυτής". Τέλος, με την παρ. 3 του άρθρου 5 του ιδίου νόμου, ορίστηκε ότι "Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", κατά το μέρος που αποτελεί τον κλάδο "Καζίνο-Ξενοδοχείο-Τελεφερίκ Πάρνηθας" ....
αποσπάται από την εταιρεία και εισφέρεται αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το προσωπικό που ανήκε στην αναιρεσείουσα και υπηρετούσε με απόσπαση στην επιχειρηματική μονάδα Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας, από τη δημοσίευση του ν. 3139/2003, δηλαδή από τις 30-4-2003, μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", εκτός από τους εργαζόμενους που έχουν δηλώσει εγγράφως μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός μηνός προς την "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", ότι επιθυμούν να παραμείνουν σ' αυτήν. Παρέπεται δε, ότι οι εργαζόμενοι που υπέβαλαν εμπροθέσμως, δηλαδή μέχρι τις 31-5-2003, τη δήλωση αυτή προς την "Ε.Τ.Α. ΑΕ", και έτσι δεν μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", αλλά παρέμειναν στο προσωπικό της "Ε.Τ.Α. ΑΕ", δικαιούνται τις παροχές που θεμελιώνονται στη σύμβαση εργασίας, από την τελευταία αυτή εταιρεία και όχι από την "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 19-5-1983 από τον ΕΟΤ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί στην επιχείρηση "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" ως τεχνικός παιγνίων και έκτοτε παρείχε την εργασία αυτή στην εν λόγω επιχείρηση.
Πριν από την ψήφιση του ν. 3139/2003 και ενόψει της αναλήψεως της διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως του συγκροτήματος και επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας" από την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", υπογράφηκε στις 28-3-2003, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, των συνδικαλιστικών οργανώσεων "Σωματείο εργαζομένων στο Καζίνο-Ξενοδοχείο και Τελεφερίκ Πάρνηθας" και "Πανελλαδικό Σωματείο Τεχνικών Υπαλλήλων Τυχερών Παιγνίων", και της εταιρείας "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", συμφωνία, με την οποία ρυθμίζονταν τα θέματα της κατοχυρώσεως των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων στο συγκρότημα της Πάρνηθας.
Ειδικότερα, συμφωνήθηκαν τα εξής: Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν επιθυμούν την αυτοδίκαιη μεταφορά τους στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" σύμφωνα με τις διατάξεις του υπό ψήφιση σχεδίου νόμου (ήδη ν. 3139/2003), αλλά την εθελουσία αποχώρησή τους από την εργασία τους, μπορούν με έγγραφη δήλωσή τους προς την "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΕ", υποβαλλόμενη εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας να ασκήσουν δικαίωμα συμμετοχής σε πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, το οποίο προτείνει η εταιρεία αυτή και διέπεται από τους αναφερόμενους στη συμφωνία όρους.
Με τον όρο 3 παρ. γ' της ίδιας συμφωνίας, τα άνω συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ακόμη, ότι ο εργαζόμενος που αποχωρεί δικαιούται αποζημίωση διπλάσια από την οφειλόμενη, λόγω καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2112/1920 και 3198/1955 και σαν βάση υπολογισμού της λαμβάνεται ο μέσος όρος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως του 12μήνου πριν την υποβολή της αιτήσεως....
Όλες οι νόμιμες επιβαρύνσεις δεν περιλαμβάνονται στο ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως και συνυπολογίζονται πέραν αυτής. Η αναιρεσίβλητη, όντας μέλος του προσωπικού της επιχειρηματικής μονάδας "Καζίνο Ξενοδοχείο Τελεφερίκ Πάρνηθας", με την από 26-5-2003 αίτηση, που απηύθυνε προς την αναιρεσείουσα, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την αυτοδίκαιη μεταφορά της στην "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ" και ζήτησε να συμμετάσχει στο πρόγραμμα της αναιρεσείουσας περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της από την εργασία.
Η εν λόγω αίτηση έγινε δεκτή από την αναιρεσείουσα και η αναιρεσίβλητη αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της στις 3-9-2003. λαμβάνοντας την προβλεπόμενη από την παραπάνω συμφωνία αποζημίωση, από την οποία και παρακρατήθηκε ο φόρος που αναλογούσε σ' αυτήν. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι εν προκειμένω υπόχρεος σε καταβολή της αποζημιώσεως στην αναιρεσίβλητη λόγω της εθελουσίας αποχωρήσεως αυτής από την εργασία της, συνεπώς και για τη συμπλήρωση αυτής, κατά το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου εισοδήματος που αναλογούσε σ' αυτήν, και ο οποίος, σύμφωνα με την αγωγή, κατά παράβαση της από 28-3-2003 συμφωνίας παρακρατήθηκε, είναι η αναιρεσείουσα και όχι η "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο ακολούθως απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3139/2003, διότι σύμφωνα με αυτές, εφόσον η αναιρεσίβλητη υπέβαλε εντός της αποκλειστικής προθεσμίας του ενός μηνός από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (στις 30-4-2003), δήλωση παραμονής της στην "Ε.Τ.Α.
ΑΕ", παρέμεινε στο προσωπικό της τελευταίας και δε μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ". Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που η επικαλούμενη παραβίαση αναφέρεται στις διατάξεις του π.δ. 178/2002 "περί προστασίας εργαζομένων σε μεταβιβαζόμενες επιχειρήσεις", είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση διότι, κατά τις πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη δε μεταφέρθηκε στο προσωπικό της διαδόχου επιχειρήσεως "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ".
Κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.
Εξάλλου, για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς αν παραβιάστηκαν οι κανόνες αυτοί, ή αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε τον περιεχόμενο στην από 28-3-2003 συμφωνία όρο "νόμιμες επιβαρύνσεις", δεχόμενο ότι σ' αυτές περιλαμβάνεται και ο κατά το άρθρο 14 του ν. 2238/1994 παρακρατούμενος από τον εργοδότη κατά την καταβολή της αποζημιώσεως απολύσεως, φόρος εισοδήματος.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου της πιο πάνω έγγραφης συμφωνίας. Κατά το μέρος δε που επιχειρείται η θεμελίωση του ιδίου λόγου στην παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένοι κανόνες που παραβιάστηκαν, και ακόμη σε τι συνίσταται το νομικό σφάλμα, αν δηλαδή οι κανόνες αυτοί δεν εφαρμόστηκαν μολονότι διαπιστώθηκε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, ή εφαρμόστηκαν εσφαλμένα και έτσι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.
Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2238/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 8 και 9 του ν. 3091/2002, "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλουμένης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους με βάση α) το άρθρο 1 του β.δ. 16/18 Ιουλίου 1920, β) το ν. 2112/1920, γ) το άρθρο 94 του ν.
δ 3026/1954. Ο φόρος υπολογίζεται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καθαρό ποσό της αποζημιώσεως μετά την αφαίρεση ποσού είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και παρακρατείται κατά την πληρωμή της στο δικαιούχο. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περιπτώσεως γ' της παραγράφου 4 του άρθρου 45, οι διατάξεις αυτής της περιπτώσεως, εφαρμόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιοδήποτε λόγο διακοπής της σχέσεως, η οποία συνδέει το φορέα με το δικαιούχο της αποζημιώσεως.
Αν το ποσό που καταβάλλεται στο δικαιούχο της αποζημιώσεως υπερβαίνει εκείνο που θα έπρεπε να του καταβληθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζημιώσεως που του καταβάλλεται φορολογείται με τον πιο πάνω συντελεστή". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει μεν ότι υπόχρεος έναντι του δημοσίου προς καταβολή του αναλογούντος φόρου εισοδήματος είναι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, ο δε εργοδότης υποχρεούται απλώς να παρακρατήσει το φόρο αυτόν κατά την πληρωμή της αποζημιώσεως στο δικαιούχο, πλην όμως, δεν αντίκειται στις εν λόγω διατάξεις, η ενοχικού χαρακτήρα συμφωνία, που καταρτίζεται μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου-δικαιούχου, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), με την οποία συμφωνείται η καταβολή στο δικαιούχο ολόκληρης της αποζημιώσεως, χωρίς την παρακράτηση του αναλογούντος φόρου, τον οποίο αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στο δημόσιο ο εργοδότης.
Και τούτο διότι η εν λόγω συμφωνία ισχύει μόνο στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δε μεταβάλλεται με αυτήν ο εκ του νόμου έναντι του δημοσίου υπόχρεος σε καταβολή του αναλογούντος στην αποζημίωση φόρου. Δεν μπορεί δε να συναχθεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης απόψεως, από τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του ν.δ. 4444/1964 κατά την οποία, "απαγορεύεται η εκ μέρους των επιχειρήσεων, των πάσης φύσεως οργανισμών και εν γένει εργοδοτών καταβολή εις βάρος των επιχειρήσεων κ.λ.π.
του φόρου εισοδήματος επί των αποδοχών του προσωπικού των ως και του φόρου του αναλογούντος επί των λοιπών εισοδημάτων αυτού", καθόσον ως κύρωση για την παράβαση της διατάξεως αυτής ορίζεται με την ίδια τη διάταξη όχι η ακυρότητα της σχετικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, αλλά η μη έκπτωση των καταβληθέντων για την αιτία αυτή ποσών ως δαπάνη της επιχειρήσεως.
Επομένως, το Εφετείο, που δέχτηκε ως έγκυρη την ως άνω από 28-3-2003 συμφωνία, στο περιεχόμενο της οποίας εκτίμησε ότι περιέχεται και ο όρος ότι το καταβλητέο στους δικαιούχους (εθελουσίως εξερχόμενους από την υπηρεσία εργαζόμενους), ποσό αποζημιώσεως δε θα επιβαρύνεται με τον αναλογούντα σ' αυτήν φόρο εισοδήματος, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατά συνέπεια, οι αντίθετοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Με τον πέμπτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται νόμιμους τόκους για το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό αποζημιώσεως, από χρόνο προγενέστερο της επιδόσεως της αγωγής, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 19 ν. 2636/1998, που ορίζει ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία απολαμβάνει των προνομίων του Ε.Ο.Τ.
και 1 παρ 12 ν. 2160/1993, κατά την οποία, ο Ε.Ο.Τ. έχει όλα τα δικονομικά προνόμια του δημοσίου σαν να ήταν το ίδιο το δημόσιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο, αν και με διαφορετική αιτιολογία, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε αφού το προβλεπόμενο από το άρθρο 21 του Κώδικα περί Δικών του Δημοσίου (ΚΔ 26-6/10-7-1944) προνόμιο, κατά το οποίο ο οφειλόμενος από το δημόσιο τόκος υπερημερίας αρχίζει από την επίδοση της αγωγής, συγκαταλέγεται στα ουσιαστικά και όχι στα αναφερόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 του ιδίου Κώδικα δικονομικά προνόμια του δημοσίου, των οποίων επικαλείται ότι απολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-3-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8867/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ