52/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated52/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 52 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 52/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Χ., κατοίκου … , 2) Κ. Π. συζύγου Κ., κατοίκου … και 3) Σ. Π. του Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Οικονόμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "A. B. Α. Τ. Ε. (Α. Μ.)", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Α. - Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π." και τον διακριτικό τίτλο "T. A. F. S.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2012 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20870/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1663/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 28 Νοεμβρίου 2019 αίτηση των: 1) Κ. Π. του Χ., 2) Κ. Π. συζ. Κ. και 3) Σ. Π. Κ., κατά των: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "A. B. Α. Τ. Ε." και 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Θ. Α. - Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. Π.", για αναίρεση της με αριθ. 1663/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (31.5.2021), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσίβλητες ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι και επισπεύδουν τη συζήτηση, υπ` αριθμ. 4865 Ε'/29.1.2020 και 4866 Ε'/29.1.2020, αντίστοιχα, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μαρίας Δαλιάνη, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς παράσταση κατ` αυτήν, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων νομότυπα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες.
Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 περ.β, 309 εδ.α, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ 1β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 925/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους αναιρεσείοντες έγγραφα και δη α) από την υπ` αριθμ. 11056/22.10.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Απόστολου Πασχαλίδη και β) το υπ' αριθ. 532/29.11.2019 πιστοποιητικό του Εφετείου Θεσσαλονίκης περί μη κατάθεσης ενδίκων μέσων κατά της άνω απόφασης, προκύπτει ότι η άνω απόφαση επιδόθηκε στην ερημοδικασθείσα εφεσίβλητη στις 22.10.2019 και αυτή δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας εντός της νόμιμης δεκαπενθήμερης προθεσμίας, μετά δε την πάροδο της προθεσμίας και δη στις 2-12-2019 κατατέθηκε η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, η οποία, ως εκ τούτου είναι παραδεκτή.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Ολ.
ΑΠ 15/2012, ΑΠ 1275/2020, ΑΠ 1382/2019). Η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία, τέτοια δε είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 1341/2019, ΑΠ 1319/2017, ΑΠ 778/2015). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.
Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.
Ως εκ τούτου, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 28/2017).
Αντίθετη επί του προκειμένου άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1341/2019).
Περαιτέρω, αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 ΑΚ αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ` αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ).
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ` αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του, και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή.
Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου του ΑΚ (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Τ. Α. Ε." και το διακριτικό τίτλο "Τ. ΑΕ" εδρεύει στο ... του Δήμου ... Ν. … και έχει ως αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο κατεψυγμένων και νωπών ειδών διατροφής.
Ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων) είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής και η δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα), σύζυγος του πρώτου (εναγομένου), είναι μέτοχος και αντιπρόεδρος της εταιρίας αυτής. Μεταξύ της ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας (πρώτης αναιρεσείβλητης) και της εταιρίας "Τ.
ΑΕ" καταρτίσθηκαν οι ακόλουθες συμβάσεις, στις οποίες οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι συμβλήθηκαν ως εγγυητές: α) η με αριθμ. ... από 12-3-2008 σύμβαση ομολογιακού δανείου για το ποσό των 800.000,00 ευρώ, για την παρακολούθηση της οποίας ετηρείτο ο με αριθμ. BND... λογαριασμός, β) η με αριθμ. ... σύμβαση παροχής πίστωσης, με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, για το ποσό των 1.200.000,00 ευρώ, για την εξυπηρέτηση της οποίας ετηρούντο οι με αριθμ. ..., ...
και ... λογαριασμοί, γ) η με αριθμ. ... από 23-8-2010 σύμβαση ομολογιακού δανείου για το ποσό των 700.000,00 ευρώ, για την παρακολούθηση της οποίας ετηρείτο ο με αριθμ. BND... λογαριασμός. Η ανωτέρω πιστούχος εταιρία έχει στην κυριότητά της δύο αγροτεμάχια, εμβαδού 5.300 τ.μ. και 1.004,69 τ.μ. αντίστοιχα, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια ...
του Δήμου ... …, στο πρώτο εκ των οποίων κείνται οι κτιριακές εγκαταστάσεις και δη ένα διώροφο κτίριο, εμβαδού 395,58 τ.μ., όπου στεγάζονται τα γραφεία και οι βοηθητικοί χώροι και ένα βιομηχανικό κτίριο, εμβαδού 1.072,44 τ.μ. Την 1-4-2008 προς εξασφάλιση των απαιτήσεων της ενάγουσας, που απορρέουν από τις υπό στοιχεία α και β συμβάσεις, εγγράφηκαν, με τη συναίνεση της πιστούχου εταιρίας, δύο προσημειώσεις υποθήκης επί των ανωτέρω αγροτεμαχίων, μέχρι του ποσού των 1.200.000,00 ευρώ και την 8-10-2010 προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της ενάγουσας, που απορρέει από την υπό στοιχείο γ σύμβαση, εγγράφηκε, με τη συναίνεση της πιστούχου εταιρίας, προσημείωση υποθήκης στα ίδια ακίνητα μέχρι του ποσού των 600.000,00 ευρώ.
Επίσης, στην υπό στοιχείο β σύμβαση, συμβλήθηκε ως τρίτη εγγυήτρια, η μη διάδικος, Μ. Μ. και εγγράφηκε υπέρ της ενάγουσας προς εξασφάλιση της απορρέουσας από τη σύμβαση αυτή απαίτησής της, προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 400.000,00 ευρώ, επί του κειμένου στον οικισμό ... του Δημοτικού Διαμερίσματος ...
οικοπέδου, ιδιοκτησίας της, επί του οποίου υφίσταται διώροφη κατοικία. Από τις αρχές του έτους 2011, η ανωτέρω πιστούχος εταιρία αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας και δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις. Τον μήνα Μάϊο του έτους 2011 η ως άνω πιστούχος εταιρία ζήτησε από την ενάγουσα να την χρηματοδοτήσει εκ νέου και να παρατείνει τον χρόνο εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων, ακολούθησαν δε τους επόμενους μήνες σχετικές συζητήσεις, οι οποίες, όμως, απέβησαν άκαρπες, καθόσον η πιστούχος εταιρία δεν μπορούσε να παράσχει καμία κάλυψη στην ενάγουσα.
Επειδή οι ανωτέρω συμβληθέντες δεν τήρησαν τις απορρέουσες από τις ανωτέρω συμβάσεις υποχρεώσεις τους, η ενάγουσα κατήγγειλε τις συμβάσεις αυτές με τις από 30-3-2012 έγγραφες εξώδικες δηλώσεις της, που κοινοποιήθηκαν, την 2-4-2012, στους πρώτο και δεύτερη εναγόμενους. Οι ανωτέρω λογαριασμοί, που ετηρούντο για τις τρεις συμβάσεις, έκλεισαν με χρεωστικό υπόλοιπο 455.299,62 ευρώ, 282.869,60 ευρώ και 585.881,16 ευρώ, αντίστοιχα.
Ακολούθως, κατόπιν αιτήσεων της ενάγουσας, εκδόθηκαν σε βάρος των πρώτου και δεύτερης εναγομένων, οι με αριθμ. 9970/2012, 9971/2012 και 9972/2012 διαταγές πληρωμής των Δικαστών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επιδόθηκαν σ' αυτούς την 18-4-2012, με τις οποίες υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην ενάγουσα, τα ανωτέρω ποσά πλέον τόκων και εξόδων, ειδικότερα δε οι απαιτήσεις της ενάγουσας, κατά τον ως άνω χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ανέρχονταν στα ποσά των 462.767,30 ευρώ, 287.547,28 ευρώ και 595.385,84 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή στο συνολικό ποσό των 1.345.700,42 ευρώ.
Συνεπώς, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (κατάθεση τη 30-4-2012, επίδοση την 29-6-2012 και 2-7-2012), η ενάγουσα είχε την ιδιότητα της δανείστριας, καθώς είχε ήδη γεννηθεί η σε βάρος της πιστούχου και των εγγυητών-πρώτου και δεύτερης εναγομένων απαίτησή της, έστω και αν δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, με την καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεων, η οποία, κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα, έλαβε χώρα προ της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (30-9-2014).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ενώ τα παραγωγικά της ανωτέρω απαίτησης της ενάγουσας σε βάρος των πρώτου και δεύτερης εναγομένων, γεγονότα από τις προαναφερθείσες συμβάσεις, υπήρχαν ήδη από τον χρόνο κατάρτισης αυτών (μετά της εγγύησης) -2008 και 2010 κατά τα ανωτέρω, έσπευσαν αυτοί και μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής, στη θυγατέρα τους, το μοναδικό αξιόχρεο, ελεύθερο βαρών, περιουσιακό τους στοιχείο.
Συγκεκριμένα την 4-11-2011, οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι μεταβίβασαν στην τρίτη εναγόμενη (τρίτη αναιρεσείουσα) θυγατέρα τους, με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίας Βουλγαράκη, το ιδανικό τους μερίδιο και δη ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί ενός διαμερίσματος, καθαρού εμβαδού 143,81 τ.μ.
και μικτού εμβαδού 175,36 τ.μ., με αριθμό εσωτερικής αρίθμησης Δ1, του τέταρτου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται εντός της πόλης της …, επί των οδών ... και ..., συμμεταβιβασθέντος του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης της υπ' αριθμ. 5 θέσης στάθμευσης του ισογείου ορόφου (πυλωτής) και της υπ' αριθμ. 1 θέσης στάθμευσης του υπογείου της ανωτέρω πολυώροφης οικοδομής.
Κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (30-4-2012), η αντικειμενική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος ανερχόταν στο ποσό των 499.000,00 ευρώ, η εμπορική του αξία στο ποσό των 650.000,00 ευρώ και η αξία άμεσης διάθεσής του στο ποσό των 500.000,00 ευρώ... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας τους και συνακόλουθα η διάγνωση της αφερεγγυότητάς τους και του προσδιορισμού της βλάβης της ενάγουσας...
δεν είχαν άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία που να είναι επαρκής για την ικανοποίηση της απαίτησης της τελευταίας. Η ανεπάρκεια δε της περιουσίας αυτών εξακολουθούσε υφισταμένη κατά τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (30-9-2014), λαμβανομένου υπόψη του ως άνω ύψους του χρέους αυτών προς την ενάγουσα σε συνδυασμό με την έλλειψη άλλης επαρκούς αξιόχρεης περιουσίας τους, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε τέτοια...
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι κατά το χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης, είχαν στην κυριότητά τους, τα κατωτέρω ακίνητα: α) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ένα διαμέρισμα, μικτού εμβαδού 67,20 τ.μ. και καθαρού εμβαδού 57 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της τοπικής κοινότητας ...
του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας …, επί του οποίου έχει εγγραφεί αναγκαστικά, υπέρ της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Γ.- Μ. Χ. ΟΕ", προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 30.000,00 ευρώ και β) η δεύτερη εξ αυτών, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ένα διαμέρισμα, εμβαδού 44 τ.μ., της πολυώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στην πόλη της …, επί της οδού ...
αριθμ. …. Κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, η αγοραία αξία των παραπάνω ακινήτων, ανερχόταν, κατά το χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης, του πρώτου (διαμερίσματος στη ...), στο ποσό των 150.000,00 ευρώ και του δευτέρου (διαμερίσματος επί της οδού ... αριθμ. 105), στο ποσό των 60.000,00 ευρώ. Ωστόσο, η ανωτέρω περιουσία τους, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι αποτιμάται χρηματικά στα ανωτέρω ποσά, δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των επίδικων απαιτήσεων της ενάγουσας, που ανέρχονται συνολικά, κατά τα προαναφερθέντα, στο ποσό των 1.345.700,42 ευρώ, ενώ δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι το κείμενο στη … διαμέρισμα είναι ήδη προσημειωμένο υπέρ έτερου δανειστή.
Περαιτέρω, από τη συνεκτίμηση του ως άνω αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση του προαναφερθέντος ακινήτου έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας και προκειμένου να αποστερηθεί αυτή της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της, την ύπαρξη της οποίας καθώς και τη φθίνουσα οικονομική πορεία της πιστούχου, οι πρώτος και δεύτερη των εναγομένων λόγω και της ιδιότητας, του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου και αντιπροέδρου αυτής (πιστούχου), αντίστοιχα, γνώριζαν, αφού ήδη από τον μήνα Μάϊο του 2011, όπως προαναφέρθηκε, είχαν ζητήσει από την ενάγουσα την εκ νέου χρηματοδότηση αυτής (πιστούχου εταιρίας) καθώς και την παράταση του χρόνου εκπλήρωσης των συμβατικών της υποχρεώσεων.
Η εκ μέρους των τελευταίων (πρώτου και δεύτερης εναγομένων) πρόθεση βλάβης των συμφερόντων της ενάγουσας προκύπτει εξάλλου αβίαστα και από το γεγονός ότι το μεταβιβασθέν ακίνητο ήταν το μοναδικό εμφανές αξιόχρεο ελεύθερο βαρών, περιουσιακό τους στοιχείο. Επομένως, κατά το χρόνο της ένδικης απαλλοτρίωσης οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι αποδέχονταν με βεβαιότητα το γεγονός ότι με αυτή ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας, η οποία ήδη κατά τα ανωτέρω έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη.
Εξάλλου, το γεγονός ότι η ανωτέρω απαλλοτριωτική δικαιοπραξία έλαβε χώρα σε χρόνο προγενέστερο του οριστικού κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού και καταγγελίας των λοιπών συμβάσεων, δεν ασκεί εν προκειμένω καμία έννομη επιρροή, καθόσον, τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά υπήρχαν ήδη από τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων, με το κλείσιμο του λογαριασμού και καταγγελία των συμβάσεων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβαν χώρα πριν από την συζήτηση της υπό κρίση αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η δε απαίτηση αυτής απλώς κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή μεταγενέστερα...
Ενόψει δε της χαριστικής αιτίας των δικαιοπραξιών, δεν απαιτείται γνώση ης τρίτης εναγομένης περί του ότι οι οφειλέτες πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι απαλλοτριώνουν προς βλάβη της ενάγουσας δανείστριας (άρθρο 942 ΑΚ) και ως εκ τούτου παρέλκει η εξέταση αυτής. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ύπαρξης επαρκούς περιουσίας ακίνητης περιουσία της πρωτοφειλέτριας, από την συνολική αξία της οποίας υπερκαλύπτεται η απαίτηση της ενάγουσας, κρίνεται απορριπτέος, καθόσον τα παραπάνω περιστατικά και αν ακόμα υποτεθεί ότι είναι αληθινά, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο αυτού που απαλλοτριώνει και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, η απαιτούμενη δε για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρόθεση βλάβης του δανειστή και η αφερεγγυότητα του οφειλέτη εξακολουθούν να υφίστανται και όταν άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης διαθέτει επαρκή περιουσία ή τη φερεγγυότητα για την ικανοποίηση του δανειστή, τόσον κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, όσο και κατ' αυτόν της άσκησης της αγωγής ή της συζήτησής της. ... ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τους περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 20870/2014 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η από 17-12-2012 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και ως ουσία βάσιμη και απαγγέλθηκε η διάρρηξη της ως άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 939 επ.
ΑΚ, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 112 ΕισΝΑΚ, τους οποίους κανόνες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι οι δύο πρώτοι των αναιρεσειόντων εν γνώσει του ήδη γεγεννημένου χρέους τους προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής το μοναδικό εμφανές αξιόχρεο, ελεύθερο βαρών, περιουσιακό τους στοιχείο στην τρίτη αναιρεσείουσα, τέκνο τους, με σκοπό βλάβης της δανείστριάς τους πρώτης αναιρεσίβλητης, αφού κατά το χρόνο που καταρτίσθηκε η ως άνω απαλλοτριωτική οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες γνώριζαν την οφειλή τους προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα και παρά ταύτα επεχείρησαν από πρόθεση την ανωτέρω δικαιοπραξία με αποκλειστικό σκοπό να την αποστερήσουν από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα περιουσιακά στοιχεία που διέθεταν και β) ότι η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία των δύο πρώτων των αναιρεσειόντων δεν αρκούσε για την ικανοποίηση των επίδικων απαιτήσεων της ενάγουσας, συνολικού ύψους 1.345.700,42 ευρώ, εξαιτίας του ότι η αξία του μεν ακινήτου τους που βρίσκεται στη ...
δεν υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, ενώ είναι ήδη προσημειωμένο υπέρ έτερου δανειστή, του δε ακινήτου της δεύτερης αναιρεσείουσας, που βρίσκεται στην πόλη της …, επί της οδού ... αριθμ. …, δεν υπερβαίνει το ποσό των 60.000 ευρώ. Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και δη: 1) αν η πρώτη αναιρεσίβλητη δανείστρια τράπεζα μπορούσε να προβεί προς πλήρη ικανοποίηση της απαίτησής της σε οποιονδήποτε χρόνο σε περαιτέρω ενέργειες επί των αναφερομένων ακινήτων τόσο των δύο πρώτων εξ αυτών όσο και κυρίως επί εκείνων της πιστούχου εταιρίας και της εγγυήτριας τους Μ.
Μ., όπως σε κατάσχεση και αναγκαστική εκποίησή τους, 2) αν δεν προέβη σε τέτοιες ενέργειες, σε τι οφείλεται η παράλειψή της, και αν αυτοί κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης δικαιοπραξίας α) γνώριζαν ή αν μπορούσαν να γνωρίζουν το κλείσιμο των λογαριασμών από μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης, β) αν γνώριζαν ή μπορούσαν να γνωρίζουν ότι η εν λόγω αντίδικος δεν θα προέβαινε σε καμία τέτοια ενέργεια επί των άνω ακινήτων προς ικανοποίηση των απαιτήσεών της και γ) αν γνώριζαν ή μπορούσαν να γνωρίζουν ότι αν προέβαινε στις ενέργειες αυτές, ήτοι σε αναγκαστική εκποίηση των ανωτέρω ακινήτων της πιστούχου εταιρίας, ήταν απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία των ακινήτων αυτών και συνακόλουθα να ικανοποιηθούν από αυτό οι ανωτέρω απαιτήσεις της κατά της πιστούχου εταιρίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι τα παραπάνω περιστατικά δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση αφού ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από τα στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο αυτού που απαλλοτριώνει και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, η απαιτούμενη δε για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρόθεση βλάβης του δανειστή και η αφερεγγυότητα του οφειλέτη εξακολουθούν να υφίστανται και όταν άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης διαθέτει επαρκή περιουσία ή τη φερεγγυότητα για την ικανοποίηση του δανειστή, τόσο κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης όσο και κατ' αυτόν της άσκησης της αγωγής ή της συζήτησής της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με την αναγκαία, κατ` άρθρο 939 ΑΚ, προϋπόθεση της ύπαρξης του στοιχείου της πρόθεσης των δύο πρώτων, ως οφειλετών, πρόκλησης βλάβης της πρώτης αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 10/2012). Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 16/2016, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 711/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997). Επίσης, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως, που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αρ. 8 περ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά, τότε μόνο στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία διάταξη λόγο αναίρεσης, όταν αυτά, αθροιστικά λαμβανόμενα υπόψη μαζί μ` εκείνα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, θεμελιώνουν τον από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμό (ΑΠ 534/2020, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 782/2014).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη απολογία της.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση, χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες, οι οποίες όμως στην ουσία αντικαθίστανται με αυτές της αναιρετικής. Απορρίπτεται λοιπόν η αναίρεση που προσβάλλει την απόφαση ως προς τις αιτιολογίες, όταν αυτές δεν επιδρούν στο διατακτικό της και συνεπώς ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αντικατάστασή τους (ΑΠ 1259/2018, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 785/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 8 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τον οποίο επανέφερε την και στον πρώτο βαθμό υποβληθείσα και απορριφθείσα ως μη νόμιμη ένστασή τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του ασκούμενου δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης να ζητήσει τη διάρρηξη της άνω απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα ακόλουθα περιστατικά, τα οποία τόσο κατ` έφεση όσο και πρωτοδίκως είχε επικαλεσθεί, μεταξύ άλλων, για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής και ειδικότερα:
α) Ότι κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, με την εταιρία τους "Τ. ΑΕ", προς εξεύρεση λύσης για την αντιμετώπιση της αιφνίδιας και μονομερούς αλλαγής της συναλλακτικής πρακτικής από τους προμηθευτές του εξωτερικού, αιφνιδίως κατήγγειλε και τις τρεις συμβάσεις ταυτόχρονα και απέκλεισε κάθε πρότασή τους για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, παρόλη τη μακροχρόνια συνεργασία τους μαζί της και την εκ μέρους τους πιστή τήρηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και παρόλο που η αξία της άνω εταιρίας και η πολύχρονη παρουσία της στην αγορά και το χώρο διακίνησης νωπών και κατεψυγμένων τροφίμων παρείχε τα εχέγγυα για εξεύρεση βιώσιμης λύσης, με συνέπεια η εν λόγω απόφαση που έλαβε η αντίδικος να έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική της ασφυξία, τη σφράγιση επιταγών της από προμηθευτή της τον Μάρτιο 2012, η οποία και αποτέλεσε τη βάση για να δικαιολογήσει την καταγγελία των δανειακών συμβάσεων.
β) Ότι το επίδικο ακίνητο, το οποίο μεταβίβασαν οι δύο πρώτοι από αυτούς στην τρίτη, από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, δεν αποτελεί το μόνο περιουσιακό στοιχείο από το οποίο η αντίδικος θα μπορούσε να ικανοποιηθεί, καθώς μπορεί να ικανοποιήσει άμεσα πλήρως την απαίτησή της, η οποία είναι πλήρως εξασφαλισμένη με τα βάρη που έχει εγγράψει στην ακίνητη περιουσία της οφειλέτιδας εταιρίας και της τρίτης εγγυήτριας, καθώς και την υπόλοιπη εμφανή περιουσία τους, διότι ειδικότερα: 1) η εν λόγω αντίδικος είναι η μόνη που έχει προνομιακά εξασφαλισμένη απαίτηση απέναντι στην εταιρία "Τ.
ΑΕ", ποσού 1.800.000 ευρώ με δύο προσημειώσεις, οι οποίες ενεγράφησαν στα ακίνητα της εταιρίας στις 1-4-2008 και 8-10-2008 αντίστοιχα, τις οποίες έχει τρέψει σε υποθήκες ήδη από την 7-1-2013 για όλο το ποσό, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση από την 25-4-2012 για ποσό όμως μόλις 210.000 ευρώ, ενώ θα μπορούσε να προχωρήσει σε κατάσχεση για το σύνολο της οφειλής της εταιρίας προς αυτήν. 2) πέραν των ανωτέρω εμπράγματων ασφαλειών, προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της, υπάρχει εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης για ποσό 400.000 στο ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο της άλλης εγγυήτριας, Μ.
Μ., μπορούσε δε να ζητηθεί, προς περαιτέρω εξασφάλισή της, η παροχή εμπράγματων ασφαλειών εις βάρος των δύο άλλων εμφανών περιουσιακών τους στοιχείων. 3) επίσης, πλέον των ανωτέρω, θα μπορούσε να προβεί σε σύσταση ενεχύρου ή και σε συντηρητική κατάσχεση του κινητού εξοπλισμού της εταιρίας "Τ. ΑΕ" ή ακόμη και σε κατάσχεση εις χείρας τρίτων των απαιτήσεων της εταιρίας αυτής, 4) ως προς το ζήτημα της υπερεπαρκούς εξασφάλισης της αντιδίκου τους έχει κρίνει ήδη σχετικά και η με αριθμό 20321/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της αντιδίκου για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί του επιδίκου ακινήτου.
γ) ότι η αντίδικος από τα μέσα του 2011 γνώριζε την ύπαρξη του επίδικου ακινήτου αλλά και την έστω μικρή τότε δυσχέρειά τους, από τη στιγμή δε που δεν ζήτησε περαιτέρω εξασφαλίσεις σε εκείνο το χρόνο, τους δημιουργήθηκε η ακράδαντη πεποίθηση ότι η αντίδικος είναι πλήρως εξασφαλισμένη, εφησύχασαν και δεν τους πέρασε ούτε στιγμή από το μυαλό ότι μπορούσε να δημιουργηθεί έστω και υπόνοια ότι η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στην κόρη τους έγινε με δόλο για να βλάψουν τα συμφέροντα της αντιδίκου.
Χαρακτηριστικό δε, είναι ότι το επίδικο ακίνητο μεταβίβασαν οι δύο πρώτοι στην τρίτη ήδη από τον Νοέμβριο 2011, ήτοι μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από την καταγγελία των συμβάσεων από την αντίδικο, που έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2012. Δηλαδή η ενάγουσα από την 17-3-2008 μέχρι την 4-11-2011 ουδέποτε ζήτησε να λάβει πρόσθετες εμπράγματες εξασφαλίσεις από αυτές τις οποίες και έλαβε με την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων, πράγμα που από μόνο του αποδεικνύει ότι η ίδια θεωρούσε ως απόλυτα επαρκείς τις δοθείσες από την εταιρία και τους εγγυητές εμπράγματες εξασφαλίσεις, κυρίως όμως εκτιμούσε ότι η υπόλοιπη κινητή και ακίνητη, αλλά και η άυλη εμπορική αξία της εταιρίας της παρείχε την απόλυτη εξασφάλιση.
Γνώριζε λοιπόν μετά βεβαιότητας και είχε πλήρη άμεση, θετική και πλήρη γνώση για την οικονομική κατάσταση της εταιρίας, του κύκλου εργασιών αυτής, των παγίων και του μηχανολογικού και κινητού εξοπλισμού της, αλλά και της άυλης αξίας της και για όλους αυτούς τους λόγους, ουδέποτε ζήτησε έστω και προφορικά ή υπαινίχθηκε την παροχή πρόσθετων εξασφαλίσεων εκ μέρους της εταιρίας και των εγγυητών.
Επίσης γνώριζε πολύ καλά την περιουσιακή κατάσταση των εγγυητών της απαίτησής της και ουδέποτε εξέφρασε με οιονδήποτε τρόπο ότι επιθυμούσε να δεσμεύσει το επίδικο ακίνητο. Μάλιστα ήδη από το Μάιο του 2010 και την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, τα σημάδια της οικονομικής κρίσης ήταν έντονα σε όλη την αγορά και η κατάσταση έβαινε διαρκώς επιδεινούμενη.
Τότε ακριβώς και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2010 η ίδια η ενάγουσα ενέγραψε δεύτερη προσημείωση υποθήκης στην ακίνητη περιουσία της εταιρία "Τ. ΑΕ" και εκτίμησε, εν μέσω της κρίσης, την αξία αυτής προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της και μέχρι του ποσού των 1.800.000 ευρώ συνολικά. Όμως παρά τα ανωτέρω και πάλι η ενάγουσα δεν έθεσε ποτέ ζήτημα πρόσθετων εξασφαλίσεων, διότι η εταιρία "Τ.
ΑΕ" παρά την μεγάλη κρίση της αγοράς είχε όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να επιβιώσει, δ) ότι, ενόψει των ανωτέρω, από τα οποία καταδεικνύεται ότι παρά το ότι η κύρια οφειλέτιδα εταιρία έχει παράσχει πλήρεις εξασφαλίσεις με τις οποίες και καλύπτεται μετά βεβαιότητας η όποια τελική εκκαθαρισμένη απαίτηση της ενάγουσας στο σύνολό της, η προσπάθειά της, με την ένδικη αγωγή και ενώ ουσιαστικά όλα τα συμφέροντά της είναι πλήρως εξασφαλισμένα, να διαρρήξει την επίδικη δικαιοπραξία, η οποία έγινε από λόγους ιδιαίτερου ηθικού καθήκοντος και προς ικανοποίηση των στεγαστικών αναγκών της τρίτης από αυτούς, ασκείται απολύτως καταχρηστικά, λόγω προφανούς υπέρβασης των επιτρεπτών ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματός της.
Από την παραδεκτή (ΚΠολΔ 561 παρ 2) επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι οι τελευταίοι, αφού αρνήθηκαν ως νόμω και ουσία αβάσιμη την αγωγή και δη αφού αρνήθηκαν ρητά αφενός ότι οι δύο πρώτοι από αυτούς προέβησαν στην επίδικη μεταβίβαση του άνω ακινήτου τους με σκοπό βλάβης της ενάγουσας και αφετέρου ότι τυγχάνουν αφερέγγυοι, πρότειναν προς απόκρουση της κατ` αυτών αγωγής, την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, προς θεμελίωση της οποίας ισχυρίστηκαν, επί λέξει, ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά, "Κυρίως διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι υπήρχε πρόθεση δόλιας μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου από τους δύο πρώτους στην τρίτη.
Αντίθετα ... η ενάγουσα όλως καταχρηστικά προβαίνει στην κατάθεση της εν λόγω αγωγής, καθώς η κύρια οφειλέτιδα ανώνυμη εταιρία "Τ. ΑΕ" έχει προσφέρει πλείστες εξασφαλίσεις με τις οποίες και καλύπτεται μετά βεβαιότητας η όποια τελική εκκαθαρισμένη απαίτηση της ενάγουσας στο σύνολό της. Η ενάγουσα έχει ήδη εξασφαλισθεί μερικώς και με την εγγραφή προσημείωσης στο ακίνητο της κ.
Μ. Μ., αλλά και θα μπορούσε να εξασφαλισθεί επιπλέον και με το ακίνητο των α και β εξ ημών στη .... Το κυριότερο όμως και το σπουδαιότερο από όλα τα ανωτέρω στοιχεία και το οποίο καταδεικνύει άνευ ετέρου την καταχρηστικότητα της επίδικης αγωγής, είναι η εξής διαπίστωση: Τόσο κατά τον χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων με την ενάγουσα, δηλαδή στις 17-3-2008, όσο και μετά από αυτήν και μέχρι την ημέρα της μεταβίβασης του επίδικου διαμερίσματος από τους δύο πρώτους από εμάς προς την τρίτη..., η οποία έλαβε χώρα στις 4/11/2011 κανένα ουσιαστικά εμπράγματο βάρος δεν υφίστατο στο διαμέρισμα και η ύπαρξή του ήταν γνωστή στην ενάγουσα, η οποία και ουδέποτε ζήτησε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης σε αυτό προς εξασφάλιση των όποιων απαιτήσεών της από τις μεταξύ αυτής και της εταιρίας "Τ.
Α.Ε." συνεργασίας. Δηλαδή η ενάγουσα από την 17-3-2008 μέχρι την 4-11-2011 ουδέποτε ζήτησε να λάβει πρόσθετες εμπράγματες εξασφαλίσεις από αυτές τις οποίες και έλαβε με την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων. Αυτό από μόνο του αποδεικνύει ότι η ίδια θεωρούσε ως απόλυτα επαρκείς τις δοθείσες από την εταιρία και εμάς τους εγγυητές εμπράγματες εξασφαλίσεις, κυρίως όμως εκτιμούσε ότι η υπόλοιπη κινητή και ακίνητη, αλλά και η άυλη εμπορική αξία της εταιρίας "Τ.
Α.Ε." της παρείχε την απόλυτη εξασφάλιση. Γνώριζε λοιπόν μετά βεβαιότητας και είχε πλήρη άμεση, θετική και πλήρη γνώση για την οικονομική κατάσταση της εταιρίας, του κύκλου εργασιών αυτής, των παγίων και του μηχανολογικού και κινητού εξοπλισμού της, αλλά και της άυλης αξίας της και για όλους αυτούς τους λόγους, ουδέποτε ζήτησε έστω και προφορικά ή υπαινίχθηκε την παροχή πρόσθετων εξασφαλίσεων εκ μέρους της εταιρίας και ημών ..των εγγυητών.
Μάλιστα θα πρέπει ιδιαίτερα να τονισθεί ότι ήδη από το Μάιο του 2010 και την υπογραφή του πρώτου μνημονίου, τα σημάδια της οικονομικής κρίσης ήταν έντονα σε όλη την αγορά και η κατάσταση έβαινε διαρκώς επιδεινούμενη. Τότε ακριβώς και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2010 η ίδια η ενάγουσα ενέγραψε δεύτερη προσημείωση υποθήκης στην ακίνητη περιουσία της εταιρίας "Τ.
Α.Ε." και εκτίμησε εν μέσω της κρίσης, την αξία αυτής προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της και μέχρι του ποσού των 1.800.000 ευρώ συνολικά. Όμως παρά τα ανωτέρω και πάλι η ενάγουσα δεν έθεσε ποτέ ζήτημα πρόσθετων εξασφαλίσεων, διότι πολύ απλά η εταιρία "Τ. Α.Ε." παρά την μεγάλη κρίση της αγοράς είχε όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να επιβιώσει, κάτι που δεν κατέστη τελικά δυνατόν...
σημαντικότατος δε λόγος της οικονομικής της κατάρρευσης, υπήρξε και η απροθυμία της ενάγουσας να ανταποκριθεί ως πιστωτικό ίδρυμα σε βασική της καταστατική και νομική υποχρέωση, δηλαδή να στηρίξει την "εταιρία" τη στιγμή της κρίσης. Αντίθετα όμως, η ενάγουσα όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά προέβη στο κλείσιμο των επίδικων συμβάσεων και έδωσε τη χαριστική βολή στην εταιρία...
Και όχι δεν σταμάτησε μόνο εκεί η ενάγουσα, αλλά προχώρησε και στην άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία χαρακτηρίζει ως καταδολιευτική την επίδικη γονική παροχή και στοχεύει στην πλήρη οικονομική και ηθική εξαθλίωση και της τρίτης από εμάς. Εν κατακλείδι λοιπόν, η ενάγουσα η οποία σημειωτέον έχει ήδη προβεί στην κατάσχεση της ακίνητης περιουσίας της εταιρίας "Τ.
Α.Ε." επιδιώκει την μετάθεση όλης της οικονομικής κρίσης σε εμάς τους εναγομένους, λειτουργώντας προφανώς εκτός των επιβαλλομένων από τα χρηστά ήθη και έθιμα ορίων..". Από το περιεχόμενο αυτό των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι οι τελευταίοι αρνήθηκαν μεν κατ' αρχάς την ιστορική βάση της αγωγής και δη αφενός ότι οι δύο πρώτοι από αυτούς προέβησαν στην επίδικη μεταβίβαση του άνω ακινήτους τους με σκοπό βλάβης της ενάγουσας και αφετέρου ότι τυγχάνουν αφερέγγυοι, πλην όμως στη συνέχεια και σε κάθε περίπτωση πρότειναν την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, επικαλούμενοι προς τούτο τα άνω περιστατικά, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς τους συγκροτούν πλήρως την προβαλλόμενη ένσταση.
Τα περιστατικά όμως αυτά, εν συνόλω λαμβανόμενα υπόψη και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν την νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκούμενου από την πρώτη αναιρεσίβλητη ως άνω δικαιώματος, ενόψει μάλιστα και του ότι η επίκληση της πλήρους εξασφάλισης της πρώτης αναιρεσίβλητης με την εγγραφή προσημειώσεων υποθήκης στα ακίνητα της πιστούχου εταιρίας και της εγγυήτριας Μ.
Μ. και η μη απαίτηση από αυτήν πρόσθετων εξασφαλίσεων, δεν κρίνεται ικανή να δημιουργήσει ευλόγως στους αναιρεσείοντες και ειδικότερα στους δύο πρώτους από αυτούς την πεποίθηση ότι η δικαιούχος πρώτη αναιρεσίβλητη δεν επρόκειτο να ασκήσει το ένδικο δικαίωμά της, αλλά, επί πλέον, και της δυνατότητας αυτής ως δανείστριας, να αξιώσει, κατ` αρέσκεια, το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, ανεξαρτήτως αν για την ικανοποίηση αυτής αρκεί η περιουσία άλλου συνοφειλέτη.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση αυτή, δεχόμενο τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναλαμβάνουν τον ισχυρισμό τους αυτό με σχετικό λόγο έφεσης, ότι το δικαίωμα της ενάγουσας για διάρρηξη της μεταξύ τους συναφθείσας απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τούτο ενόψει του ότι ουδεμία πρόθεση βλάβης της ενάγουσας εκ μέρους των πρώτου και δεύτερης εξ αυτών, υπήρχε, αφού η σύσταση της γονικής παροχής έγινε προς τη θυγατέρα τους για τη διατήρηση της οικονομικής αυτοτέλειάς της και την κάλυψη των οικογενειακών στεγαστικών αναγκών της, η οποία θα υποστεί δυσβάστακτες συνέπειες σε περίπτωση διάρρηξης της ένδικης δικαιοπραξίας, υπήρχε, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης επαρκής εμφανής περιουσία της πρωτοφειλέτριας και της έτερης εγγυήτριας, μη διαδίκου, Μ.
Μ., επί της οποίας έχουν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης, για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας. Με το περιεχόμενο αυτό ο ισχυρισμός των εναγομένων, συνολικά εκτιμώμενος με τη βασική αρνητική τους θέση, όπως αυτή προεκτέθηκε και αληθής υποτιθέμενος δεν δύναται να θεμελιώσει την εκ του άρθρου 281 Α.Κ.
καταλυτική της αγωγής ένσταση, καθόσον δεν συγκροτεί τη νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκουμένου ως άνω δικαιώματος. Και τούτο, διότι για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής απαιτείται άσκηση δικαιώματος, του οποίου τα δικαιοπαραγωγικά δικαιώματα έχουν συντελεσθεί και δεν αμφισβητούνται, ενώ οι εναγόμενοι αρνούνται την συνδρομή των προϋποθέσεων, που απαιτούνται, κατά τα άρθρα 939 έως 942 του Α.Κ., για την γέννηση του επίδικου δικαιώματος της ενάγουσας προς διάρρηξη της άνω δικαιοπραξίας, ως καταδολιευτικής και, ειδικότερα, την πρόθεση βλάβης της ενάγουσας δανείστριας εκ μέρους των πρώτου και δεύτερης εναγομένων οφειλετών της και την αφερεγγυότητα αυτών κατά τον χρόνο άσκησης της εναντίον τους αγωγής, που αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής της ενάγουσας...
ενώ περαιτέρω η δανείστρια τράπεζα δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε σε ολόκληρο συνοφειλέτη συγχρόνως ή διαδοχικώς, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και άλλων σε ολόκληρο συνοφειλετών... Επομένως, τα ίδια αφού δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έστω και με ελλιπή εν μέρει αιτιολογία, ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό ο σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος... ".
Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την εν λόγω ένσταση των αναιρεσειόντων, θεωρώντας ότι οι τελευταίοι αρνούνται μόνο την ιστορική βάση της αγωγής και μη λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των άνω επικαλουμένων από τους αναιρεσείοντες περιστατικών, η λήψη όμως των οποίων θα οδηγούσε και πάλι σε απόρριψη της άνω ένστασης ως μη νόμιμης, αφού και με βάση το σύνολο των άνω εκτιθέμενων από τους αναιρεσείοντες περιστατικών δεν συγκροτείται η νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκούμενου από την πρώτη αναιρεσίβλητη ως άνω δικαιώματος διαρρήξεως της επίδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας.
Κατά συνέπεια, το διατακτικό της απόφασης που απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειόντων είναι ορθό, αλλά το αιτιολογικό αυτής εσφαλμένο, πλην όμως, κατ` εφαρμογήν του άρθρου 578 ΚΠολΔ, ο δεύτερος, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση, ότι εσφαλμένως απέρριψε με την προαναφερόμενη αιτιολογία την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, μη λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών που επικαλέσθηκαν προς θεμελίωση της ένστασής τους, είναι αβάσιμος, καθόσον δεν υπάρχει έννομο συμφέρον αυτών προς αποτροπή δυσμενούς δεδικασμένου.
Συνακόλουθα, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι, και αν ακόμη ήθελε κριθεί ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το σύνολο των περιστατικών που επικαλέσθηκαν προς θεμελίωση της προβληθείσας από αυτούς ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της πρώτης αναιρεσείουσας, εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη, διότι τα περιστατικά αυτά συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, όπως προεκτέθηκε, τα περιστατικά αυτά, εν συνόλω λαμβανόμενα υπόψη και αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν την νομική έννοια της καταχρηστικότητας του ασκούμενου από την πρώτη αναιρεσίβλητη ως άνω δικαιώματος.
Κατ` ακολουθίαν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Λόγω δε του ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν και συνεπώς δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα, δεν πρέπει να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Νοεμβρίου 2019 αίτηση των: 1) Κ. Π. του Χ., 2) Κ. Π. συζ. Κ. και 3) Σ. Π. Κ., για αναίρεση της με αριθ. 1663/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ