Supreme Court allows appeal against appellate dismissal due to default, correcting default interest rate to 6%.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal filed by the General Hospital against the Second Instance Court's dismissal of the appeal due to the plaintiff's default. While the procedural dismissal was upheld, the Court found a substantive error regarding the calculation of default interest, which must be 6% annually rather than the standard rate. Consequently, the appeal was allowed in part, the lower court's decision was annulled on this point, and the case was remanded for the Second Instance Court to retry the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 524(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a dismissal for default is admissible only against the appellate judgment, which implicitly rejects the appeal as baseless, and the Supreme Court may correct substantive errors regarding default interest rates upon remanding the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 52 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 52/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ", που εδρεύει στο Αγρίνιο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χολέβα, ο οποίος ανακάλεσε την από 18-11-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "GLAXOSMITHKLINE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγούλια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3634/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 893/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση αμφοτέρων των αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-3-2019 αίτησή του, η οποία κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών με γενικό αριθμό κατάθεσης 2899/2019 και στο Πρωτοδικείο Αθηνών με γενικό αριθμό κατάθεσης 26801/2019. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Κατά το άρθρο 553 παρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, ενώ κατά το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την άσκηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτά (ΟλΑΠ 16/1990, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 322/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος άσκησής της (ΑΠ 819/2017, ΑΠ 268/2016).
Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 893/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν λόγω της ερημοδικίας του την έφεση του εναγόμενου ΝΠΔΔ και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 3634/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι παραδεκτή, εφόσον κατά την άσκηση αυτής (αίτησης αναίρεσης) η ως άνω προσβαλλόμενη ερήμην απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, αφού επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 05-02-2019, χωρίς να ασκηθεί κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, όπως τούτο προκύπτει από την από 22-03-2019 βεβαίωση του γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης κατά της παραπάνω προσβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης (άρθ. 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά το μέρος, όμως, που η κρινόμενη αίτηση στρέφεται κατά της, ενσωματωθείσας στην προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου, υπ' αριθμ. 3634/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Ο θεσμός της παραγραφής είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, καθώς και την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί δε την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο και γι' αυτό δεν είναι νοητή η παραγραφή της αξιώσεως, όταν αυτός έχει ενεργήσει ό,τι είναι αναγκαίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μην χρειάζεται να κάνει κάτι ιδιαίτερο (ΑΠ 148/2017, ΑΠ 361/2019, ΑΠ 1819/2012).
Την παραγραφή διακόπτει και η άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/20.3.2013, μετά την με τον τρόπο αυτό επέλευση της διακοπής, αποτελεί διακοπτικό γεγονός και κάθε μετέπειτα διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης (ΑΠ 1264/2019, ΑΠ 148/2017), όπως η κλήση για προσδιορισμό δικασίμου, η έκδοση, η δημοσίευση και η κοινοποίηση οριστικής απόφασης, αναβλητικής απόφασης η άσκηση ενδίκου μέσου κλ.π.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Το διακοπτικό δηλαδή αποτέλεσμα της παραγραφής που επέφεραν η έγερση της αγωγής και οι μετέπειτα της έγερσης αυτής διαδικαστικές πράξεις, αίρεται με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η οποία απορρίπτει την αγωγή για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός αν εγερθεί αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της απόφασης, οπότε αναβιώνει η διακοπή της παραγραφής.
Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή, από τον διάδοχο του, κατά του ίδιου εναγομένου, ή σε περίπτωση που μεσολαβήσει νόμιμη καθολική ή ειδική διαδοχή κατά του διαδόχου του, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 345/2020, ΑΠ 125/2020, ΑΠ 1102/2019).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διατάξεις των άρθρων 261 και 263 ΑΚ είναι, ουσιαστικά, αλληλένδετες λειτουργικά μεταξύ τους, καθόσον η δεύτερη από αυτές αποτελεί αναγκαίο συμπλήρωμα της πρώτης, παρέχοντας στο δανειστή, που δεν αδράνησε να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, τη δυνατότητα να επανεγείρει την αγωγή του και να διορθώσει και συμπληρώσει ελλείψεις της αρχικικής αγωγής, είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης για λόγους τυπικούς (π.χ.
λόγω έλλειψης κάποιας δικονομικής προϋπόθεσης), χωρίς δηλαδή να έχει υπεισέλθει το δικαστήριο στην ουσία της υπόθεσης, είτε παραιτούμενος από το δικόγραφο της πρώτης αγωγής και πριν την έκδοση απόφασης. Παρέχεται, έτσι, ένας επί πλέον λόγος διακοπής της παραγραφής ως συνέχεια των, μετά την άσκηση της αγωγής, διακοπτικών αυτής διαδικαστικών πράξεων, που ανατρέχει όμως στο χρόνο άσκησης της αρχικής αγωγής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του Ν.Δ. 496/1974 «Λογιστικό των ΝΠΔΔ» προκύπτει ότι ο χρόνος παραγραφής των εν γένει χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε (5) έτη, πλην των ειδικότερων αξιώσεων που αφορούν αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα χρηματικά ποσά, αξιώσεις υπαλλήλων και συνταξιούχων του ΝΠΔΔ κλπ., για τις οποίες προβλέπεται διαφορετικός χρόνος παραγραφής (άρθρο 48 παρ. 2-6), αρχίζει δε η εν λόγω πενταετής παραγραφή από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Εξάλλου, στο άρθρο 51 του ίδιου ως άνω Ν.Δ. ορίζονται τα ακόλουθα:
«Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π. διακόπτεται μόνον: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων του δικαστηρίου ή των διαιτητών.
β) Δια της υποβολής προς το Ν.Π. αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως, Αρχής. Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως.
Υποβολή δευτέρας αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφήν. γ) Δια της εκδόσεως τίτλου πληρωμής». Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 52 παρ. 3 του ίδιου Ν.Δ., συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής, που συντελείται με έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άνω άρθρο 51 του ΝΔ 496/1974 τρόπους, συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει, παραδεκτώς και νομίμως, ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, και δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο (ΟλΑΠ 11/2003, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 593/2015).
Ωστόσο, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 51 του Ν.Δ. η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, δεν ρυθμίζεται με αυτή το ζήτημα της τύχης του διακοπτικού της παραγραφής αποτελέσματος από την άσκηση της αγωγής, σε περίπτωση επανέγερσης αυτής, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της αρχικής αγωγής ή μετά την έκδοση απόφασης που απορρίπτει αυτήν τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς.
Είναι βέβαιο, ότι οι παραπάνω διατάξεις του Ν.Δ. 496/1974 έχουν ειδικό χαρακτήρα και επιδιώκουν, μεταξύ άλλων, τον περιορισμό, στο πεδίο των δικών των ΝΠΔΔ, των τρόπων διακοπής της παραγραφής. Από την όλη, όμως, ρύθμιση του άρθρου 51, η παράγραφος 1 του οποίου ταυτίζεται με αυτή του άρθρου 261 ΑΚ, που κατά τα ανωτέρω συνδέεται νοηματικά και ολοκληρώνεται κατ' αποτέλεσμα με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ουδόλως προκύπτει, ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διατάξεως.
Ο μη αποκλεισμός της, άλλωστε, επιβάλλεται και από την αρχή της επιείκειας που εφαρμόζεται σε όλο το δίκαιο και δικαιολογεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την παρεχόμενη με το άρθρο 263 ΑΚ εύνοια προς το δανειστή που δεν αδράνησε, αλλά εγκαίρως υπέβαλε την υπόθεσή του στο δικαστήριο. Υφίσταται, συνεπώς, ακούσιο νομοθετικό κενό, το οποίο πρέπει να καλυφθεί με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 263 ΑΚ.
Ενισχυτικό της απόψεως αυτής είναι και το γεγονός ότι, κατά την ερμηνεία της ομοίου περιεχομένου διάταξης του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού, όπως μέχρι σήμερα ισχύει (άρθρα 95 του ν.δ. 321/1969, 93 του ν.2362/1995 και 143 του ν.4270/2014), έχει κριθεί ότι η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ έχει εφαρμογή και στην παραγραφή των κατά του Δημοσίου χρηματικών απαιτήσεων (ΑΠ 1102/2019, ΑΠ 252/2016, ΑΠ 190/2008, ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1774/1999, αντίθ.
ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1607/2014, ΣτΕ 4024/1990).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 10-03-2011 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ να της καταβάλει, με βάση έγκυρες συμβάσεις πώλησης (κύρια αγωγική βάση), άλλως, σε περίπτωση ακυρότητας των ως άνω συμβάσεων πώλησης, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού (επικουρική βάση), το ποσό των 117.667,88 ευρώ, ως ανεξόφλητο τίμημα φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, τα οποία αυτή πώλησε, κατά τη διάρκεια του έτους 2004, στο πρώην Γενικό Νοσοκομείο Μεσολογγίου "Χατζή-Κώστα", το οποίο, ήδη από 01-01-2013, δυνάμει των διατάξεων της υπ' αριθμ. Υ4α/οικ.123896/31.12.2012 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών - Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης - Υγείας (ΦΕΚ Β' 3510/31.12.2012), έχει συγχωνευθεί, μαζί με το πρώην Νοσοκομείο Αγρινίου, στο αυτοτελές και ενιαίο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αιτωλοακαρνανίας" (αναιρεσείον), που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ως άνω συγχωνευθέντων Νοσοκομείων.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το αναιρεσείον προέβαλε την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ισχυριζόμενο ότι από το τέλος του οικονομικού έτους 2004, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση, μέχρι την άσκηση της αγωγής, που επιδόθηκε σ' αυτό στις 15-03-2011, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε (5) ετών, που είναι ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά ΝΠΔΔ.
Η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε κατ' αντένσταση, ότι η παραγραφή της αξίωσής της είχε διακοπεί με την άσκηση της προγενέστερης από 30-10-2009 αγωγής της, η οποία επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις 06-11-2009, και, εν συνεχεία, παραιτηθείσα από το δικόγραφο της εν λόγω αρχικής αγωγής, επανήγειρε αυτήν με την ίδια ιστορική και νομική αιτία εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 263 ΑΚ εξάμηνης προθεσμίας, με αποτέλεσμα να θεωρείται διακοπείσα η παραγραφή της ένδικης αξίωσής της με την άσκηση της αρχικής αγωγής.
Το ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 3634/2012 απόφασή του, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε κατά την έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής, που στηριζόταν στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής:
«Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία (αναιρεσίβλητη) δραστηριοποιείται στον τομέα της εισαγωγής, εμπορίας και διακίνησης φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων και έχει καταστεί οιονεί καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΛΕΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΤΕΛΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ" λόγω συγχώνευσής τους με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη [...]. Στα πλαίσια άσκησης της ως άνω εμπορικής της δραστηριότητας, η ενάγουσα εταιρία πώλησε και παρέδωσε στο εναγόμενο ΝΠΔΔ (αναιρεσείον), δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, που καταρτίστηκαν τηλεφωνικώς, κατά το χρονικό διάστημα από 09-01-2004 έως και 17-12-2004, τα αναφερόμενα αναλυτικά κατ' είδος, ποσότητα και τιμή στην υπό κρίση αγωγή φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα, συνολικής αξίας 118.479,51 ευρώ, εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια, τα οποία ενσωματώνονται σε φωτοτυπικά αντίγραφα στην υπό κρίση αγωγή και δεν αμφισβητούνται ως προς όλα τα στοιχεία τους και το σύνολο του περιεχομένου τους από το εναγόμενο. Σύμφωνα και με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι ως άνω συμβάσεις πώλησης μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας και του εναγομένου ΝΠΔΔ είναι άκυρες, διότι καταρτίστηκαν με τηλεφωνικές συνομιλίες των εκπροσώπων τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο παρέλαβε τα προαναφερόμενα πωληθέντα εμπορεύματα, δίχως ωστόσο να καταβάλει στην ενάγουσα το οφειλόμενο γι' αυτά τίμημα, τα οποία (εμπορεύματα) εν συνεχεία χρησιμοποίησε (ανάλωσε), οπότε με τον τρόπο αυτό άντλησε την ωφέλειά τους, εξοικονομώντας τη δαπάνη, στην οποία θα προέβαινε προκειμένου να τα αποκτήσει, αν αγόραζε τα ίδια εμπορεύματα από άλλο προμηθευτή με έγκυρη σύμβαση. Η εξοικονομηθείσα, δε, από το εναγόμενο αυτή δαπάνη ανέρχεται στο ποσό των 118.479,51 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία των ακύρως πωληθέντων εμπορευμάτων και κατά το οποίο το εναγόμενο ΝΠΔΔ κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο, χωρίς να υφίσταται νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού αυτού, δεδομένου ότι οι ως άνω συμβάσεις πώλησης ήταν άκυρες, με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας. Επειδή, όμως, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο των συναλλαγών της με το εναγόμενο, εκδόθηκαν και τα υπ' αριθμ. 397/18-3-2004 και 1611/7-12-2004 πιστωτικά τιμολόγια συνολικής αξίας 811,63 Ευρώ (155,74 Ευρώ + 655,89 Ευρώ αντιστοίχως), η συνολική αξία του αδικαιολόγητου πλουτισμού του εναγόμενου περιορίστηκε κατά το ποσό αυτό και ανέρχεται πλέον στο ποσό των 117.667,88 Ευρώ (118.479,51 Ευρώ - 811,63 Ευρώ), το οποίο το εναγόμενο ΝΠΔΔ έχει υποχρέωση να αποδώσει στην ενάγουσα κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Περαιτέρω, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση παραγραφής του εναγόμενου, γενομένης δεκτής ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης διακοπής της παραγραφής της ενάγουσας εταιρίας, καθόσον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε αρχικώς την από 30-10-2009 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 204836/30-10-2009 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε βάρος του εναγομένου, η οποία επιδόθηκε στο τελευταίο στις 6-11-2009, οπότε επήλθε διακοπή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 48 παρ. 1 ΝΔ. 469/1974, σε συνδυασμό με το άρθρο 49 του ιδίου Ν.Δ/τος, με την άσκηση δε της ως άνω αγωγής ξεκίνησε νέα πενταετής παραγραφή.
Ωστόσο, ακολούθως, η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 30-10-2009 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου 204836/30-10-2009 αγωγής με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, την οποία επέδωσε στο εναγόμενο στις 15-03-2011 και η οποία στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική βάση με την προηγούμενη αγωγή, με συνέπεια με την επανέγερση της υπό κρίση αγωγής εντός έξι μηνών από της παραιτήσεως να έχει αναβιώσει το δια της πρώτης αγωγής διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής.
Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 117.667,88 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και με επιτόκιο υπερημερίας το οριζόμενο κατά τις ΠΤΔΕ/ΠΥΣ, δεδομένου ότι πρόκειται για οφειλή από εμπορική συναλλαγή και όχι με το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ/τος 496/1974 «περί λογιστικού ΝΠΔΔ» επιτόκιο υπερημερίας ύψους 6%, διότι η διάταξη αυτή παραβιάζει το δικαίωμα της ενάγουσας στην περιουσία της, όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
και τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής ως προς το οριζόμενο σε αυτή ύψος του επιτοκίου υπερημερίας […]».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο ως βάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη αντένσταση διακοπής της παραγραφής, απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ περί παραγραφής της κατ' αυτού αξιώσεως που αφορούσε τίμημα πωλήσεως για πωλήσεις, που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος 2004 και, ακολούθως, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την επικουρική της βάση (άρθρο 904 ΑΚ) ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 51 του ν.δ. 496/1974 και 263 του ΑΚ, οι οποίες κατά τη μείζονα σκέψη ήσαν εφαρμοστέες και τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν την παραδοχή, κατ' άρθρο 263 ΑΚ, της αντένστασης διακοπής της παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της προβληθείσας από το αναιρεσείον ένστασης παραγραφής αυτής, αφού, κατά τις ως άνω παραδοχές, η υπό κρίση αγωγή της αναιρεσίβλητης, επιδοθείσα στο αναιρεσείον στις 15-03-2011, ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την παραίτηση από το δικόγραφο της προηγούμενης από 30-10-2009 αγωγής της, που στηριζόταν στην ίδια με αυτή ιστορική και νομική αιτία, με αποτέλεσμα να θεωρείται διακοπείσα η παραγραφή της ένδικης αξίωσης με την επίδοση της ως άνω αρχικής αγωγής στις 06-11-2009, ήτοι πριν τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής που άρχισε στο τέλος του έτους 2004.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν σε περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, δημόσιου ή κοινωνικού, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003).
Εξάλλου, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 04-11-1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου (ΝΠΔΔ), στην περιουσία και την οικονομική κατάσταση των οποίων συμβάλλει το σύνολο των πολιτών, με την καταβολή φόρων (ΑΠ 992/2017).
Το συμφέρον αυτό, πρωτίστως, εξυπηρετεί και η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 «περί λογιστικού των ΝΠΔΔ», που είναι ανάλογη προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής.
Η ρύθμιση αυτή, με την οποία, επί υπερημερίας, αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των ΝΠΔΔ, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις ως άνω, αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία παντός προσώπου.
Και τούτο, διότι η προστασία της περιουσίας του ΝΠΔΔ είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να παραμένει σε θέση να εκπληρώνει, απρόσκοπτα, τους προέχοντες καταστατικούς σκοπούς του και να εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 992/2017, ΑΠ 2/2014, ΑΠ 1460/2012, ΑΠ 1228/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πρωτόδικης απόφασης, ενσωματωθείσας στην προσβαλλόμενη, το δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική διάταξη και αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον οφείλει στην αναιρεσίβλητη το χρηματικό ποσό των 117.667,88 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης και με επιτόκιο υπερημερίας το οριζόμενο από τις ΠΤΔΕ/ΠΥΣ, ενώ έπρεπε να επιδικάσει τόκους από την επίδοση της αγωγής όχι με το συνήθη τόκο υπερημερίας αλλά προς 6% ετησίως (ΑΠ 1847/2013, ΑΠ 363/2006). Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 893/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που ενσωματώνει την υπ' αριθμ. 3634/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το προαναφερόμενο μέρος.
Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, «Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση».
Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως, ως προς το ζήτημα του υπέρ του αναιρεσείοντος περιορισμού του επιτοκίου της υπερημερίας σε ποσοστό 6%, η νομιμότητα του οποίου έχει ήδη διαπιστωθεί, κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, δυνάμει του οποίου η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να γίνει δεκτή και η έφεση, στην έκταση του αντιστοίχου λόγου αυτής, να εξαφανιστεί αναλόγως η υπ' αριθμ. 3634/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να αναγνωριστεί ότι το αναιρεσείον, ως εναγόμενο, οφείλει στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, το ποσό που ήδη έχει αναγνωριστεί (117.667,88 ευρώ), με το νόμιμο τόκο, ήτοι 6% ετησίως, από τον χρόνο υπερημερίας του, που έχει ήδη διαγνωσθεί. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμηνεύτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-03-2019 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3634/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 893/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία ενσωματώνει την υπ' αριθμ. 3634/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την έφεση του αναιρεσείοντος. Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 3634/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού του επιτοκίου, του οφειλόμενου τόκου υπερημερίας.
Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό, που ήδη επιδικάσθηκε σ' αυτή, εντόκως προς 6% ετησίως, από την υπερημερία αυτού που ήδη έχει διαγνωσθεί. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ