Legislator Case Law & Legislation
52/2018 AI generated

52/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 52/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

52/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Keywords

AI generated
impairment of vision unfit notwithstanding health condition paralysis insurance failure to prove deterioration severe health impairment health impairment in military insurance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 52 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 52/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Φιλιππόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Π. του Ν., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ανδροβιτσανέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4720/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2610/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-4-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Χρήστο Βρυνιώτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. Α’ ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση.

Ως γνώση της ζημίας νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της αδικοπραξίας, χωρίς ωστόσο να είναι απαραίτητη η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας (ΑΠ 666/2010). Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α’ του ιδίου Κώδικα κατά την οποία: "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ’ αρχήν, στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.

Και τούτο διότι, το μέρος αυτό της αξίωσης καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Αναγκαία όμως προϋπόθεση για τη δέσμευση από το δεδικασμένο εκδοθείσας απόφασης είναι η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης για βλάβη π.χ. του σώματος ή της υγείας του παθόντος σε ατύχημα από αυτοκίνητο να μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η ζημία είναι απρόβλεπτη ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους Κοινούς Κανόνες, η οποία (παραγραφή) αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και τις αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα.

Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση, ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε πρόσκαιρα ανίκανος για εργασία, για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάσθηκε για το διάστημα αυτό αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων και με νέα αγωγή του ζητεί πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες λόγω της επικαλούμενης εφ’ όρου ζωής ολικής ή μερικής αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση, δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης ως προς την έκταση των ζημιών, διότι το δικαστήριο καλείται να κρίνει, αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση.

Εάν όμως, πρόκειται περί προβλέψιμων αξιώσεων παρατείνεται η παραγραφή σε εικοσαετία με την αναγκαία προϋπόθεση, ότι η απόφαση κατέστη τελεσίδικη, εντός του χρόνου της πενταετίας ή της διετίας κατά περίπτωση καθώς και ότι μέχρι την τελεσιδικία δεν έχει υποκύψει η αξίωση σε προβλεπόμενες βραχυχρόνιες παραγραφές.

Και τούτο διότι, η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή, κατ’ άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 38/1996, 24/2003). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγω θανάτωσης ή βλάβης σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υποχρέου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση, είτε με αναγνωριστική αγωγή, είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε.

Στην περίπτωση δε που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια που είναι απρόβλεπτη και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλ’ άρνηση της ενστάσεως παραγραφής.

Έτσι ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεώς του.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 15-6-2009 (αριθμ. καταθ. δικ. ...00/2009 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο αναιρεσείων, ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος -αναιρεσίβλητος είναι αποκλειστικά υπαίτιος για τον σοβαρό τραυματισμό του που του προκάλεσε οδηγώντας το αναφερόμενο σ’ αυτήν ΔΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη των εναγομένων (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), ασφαλιστική εταιρεία, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα, που έλαβε χώρα υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες.

Ότι με προγενέστερες αγωγές άσκησε τις αξιώσεις του από το άνω ατύχημα, πλην όμως, η άνω αδικοπραξία εξακολουθεί να αναδίδει δυσμενείς συνέπειες αφού, λόγω της απώλειας της οράσεως του ΔΕ οφθαλμού του, που ήταν συνέπεια του τραυματισμού του, αδυνατεί να ασκήσει την εργασία του επαγγελματία οδηγού, που ασκούσε προ του ατυχήματος.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων της δεύτερης εξ’ αυτών επικουρικά και με βάση τις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους ενόψει του ότι μετά το ατύχημα ο πρώτος επέδειξε και κατέθεσε στην αρμόδια αστυνομική αρχή βεβαίωση ασφαλίσεως, με την οποία αυτή αναδέχθηκε την αστική ευθύνη για τις ζημίες του ζημιογόνου αυτοκινήτου, να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, ως περαιτέρω αποζημίωση για αποθετική του ζημία, τα αναγραφόμενα στην αγωγή ποσά.

Επιπρόσθετα ο αναιρεσείων σώρευσε στην ένδικη αγωγή του και πλαγιαστική αγωγή κατά της ασφαλίζουσας το ζημιογόνο όχημα εταιρίας, ισχυριζόμενος ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος (εναγόμενος) αδρανεί να ασκήσει τα εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως δικαιώματά του και ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει νομιμοτόκως στον πρώτο εναγόμενο, κάθε ποσό που ήθελε επιδικασθεί σ’ αυτόν σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η κατά του πρώτου εναγομένου ευθεία αγωγή του.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 4720/2010 απόφασή του, απέρριψε, ως αόριστο, το αίτημα της αγωγής, που αφορούσε αναγνώριση αποζημίωσης διαφυγόντων κερδών για το πέραν της 1-1-2011 χρονικό διάστημα και μέχρι της συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του ενάγοντος (έως 1-1-2035), ως απαράδεκτη την πλαγιαστική αγωγή και ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής, που παραδεκτά πρότειναν οι εναγόμενοι.

Ακολούθως δέχθηκε ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμη την ένδικη ευθεία αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων, να καταβάλουν εις ολόκληρο στον ενάγοντα -αναιρεσείοντα το εις αυτή αναφερόμενο χρηματικό ποσό νομιμοτόκως. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τον αναιρεσείοντα (ενάγοντα) και από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων άσκησε αντέφεση.

Το Εφετείο με την υπ’ αριθμ. 2610/2014 προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως κατ’ ουσία αβάσιμη, έκρινε την αγωγή παραγεγραμμένη και δέχθηκε την έφεση της δεύτερης εναγομένης και την αντέφεση του πρώτου εναγομένου δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθμό 3965/2001 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί της από 6.6.1996 προγενέστερης (1ης αγωγής) του ιδίου ενάγοντος, κατά των αυτών εναγομένων από αδικοπραξία, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 681/2000 μη οριστικής απόφασής του, που διέτασσε ιατρική πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί η ανικανότητά του ή μη, για την άσκηση του επαγγέλματός του, ως οδηγού επαγγελματικού αυτοκινήτου, κατά το χρονικό διάστημα από 20.9.1996 έως 31.5.1998 και την προσκόμιση της από 10.5.2000 (αριθμός κατάθεσης ...) έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την άνω μη οριστική απόφαση πραγματογνώμονα Σ.

Ν., οφθαλμίατρου έχουν κριθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 321 επ. Κ.Πολ.Δ.) τα εξής: Στις 10.8.1995 και περί ώρα 9:15 ο τότε δεύτερος και τώρα πρώτος εναγόμενος Η. Π., οδηγώντας το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τότε πρώτη και τώρα δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." και κινούμενος επί της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών - Κορίνθου, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κόρινθο, στο ύψος της παραπάνω οδού, όπου βρίσκεται το περίπτερο του ..., μετά την γέφυρα του ...

συγκρούστηκε με το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ενάγων Ι. Β. και ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την ένδικη σύγκρουση και τις συνέπειές της ήταν ο Η. Π. τότε δεύτερος εναγόμενος οδηγός του υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου. Ότι από το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματίστηκε ο ενάγων στο δεξιό οφθαλμό και συγκεκριμένα υπέστη ρήξη του βολβού του δεξιού οφθαλμού, κατάσταση, η οποία αντιμετωπίστηκε, άμεσα, χειρουργικά στο Π.Γ.Ν.Π. "ΤΖΑΝΕΙΟ".

Ότι στη συνέχεια, όπως αποδεικνύεται από την από 9.8.1996 βεβαίωση του Π.Γ.Ν.Α. "..." υποβλήθηκε στο εν λόγω νοσοκομείο σε χειρουργική επέμβαση με υαλοειδεκτομή στο δεξιό οφθαλμό, μέχρι δε και τότε έφερε μετατραυματική αφακία, ένθετο φακό αμφιβληστροειδή, μερικώς αποκολλημένο στο κάτω ήμισυ και ότι η οπτική οξύτητά του είναι 3/10 με διόρθωση - 6,50 sph (ο έτερος (αριστερός) οφθαλμός ήταν εντός των φυσιολογικών ορίων).

Με την ίδια απόφαση, δηλαδή με την με αριθμό 3965/2001 του Δικαστηρίου αυτού, έγινε δεκτό ότι από τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω Ιατρική Πραγματογνωμοσύνη αποδεικνυόταν, αναμφισβήτητα, ότι ο ενάγων ήταν πρακτικά τυφλός, εκ του Δ.Ο., λόγω μετεγχειρητικού γλαυκώματος, που εμφανίστηκε στον εν λόγω οφθαλμό, μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις που υποβλήθηκε, κατ’ ανάγκη, λόγω του τραυματισμού του και συγκεκριμένα μετά τις 24.9.1996, ότι η απώλεια της όρασης του Δ.Ο.

είναι οριστική και μη αναστρέψιμη, σύμφωνα με τα ισχύοντα επιστημονικά δεδομένα και ότι από το συνδυασμό της άνω ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και των λοιπών ιατρικών πιστοποιητικών που προσκομίστηκαν με επίκληση αποδεικνυόταν ότι ο ενάγων κατά το από 24.9.1996 έως και 31.5.1998 χρονικό διάστημα ήταν ανίκανος προς εργασία και συγκεκριμένα αυτής του οδηγού επαγγελματικού αυτοκινήτου, αφού η απώλεια της όρασης του Δ.Ο.

είναι οριστική και μη αναστρέψιμη και έτσι απώλεσε (ενάγων) τα εκ της εργασίας του εισοδήματα, τα οποία θα απεκόμιζε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως οδηγός επαγγελματικού αυτοκινήτου στην εταιρεία "... Α.Ε." και αυτό, γιατί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 3 του ΝΔ 635/1979, σε άτομα που έχουν απωλέσει πλήρως την όραση του ενός οφθαλμού χορηγείται ερασιτεχνική άδεια ικανότητας οδηγού, η οποία ισχύει επί τριετία από της εκδόσεώς της ανανεούμενη μετά από νέα ιατρική γνωμάτευση για τον κάτοχό της.

Εν τω μεταξύ ο ενάγων άσκησε εναντίον των ιδίων εναγομένων την από 26.3.1999 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 1353/2003 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη, αφού δεν ασκήθηκε κατ’ αυτής ένδικο μέσο με την οποία, αφού κρίθηκε, ότι κατά το από 1.6.1998 έως και 31.5.1999 χρονικό διάστημα ο ενάγων θα κέρδιζε από την άνω εργασία του, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μηνιαίως το ποσό των 220.000 δραχμών, μαζί με τις υπερωρίες και ότι συνακόλουθα, λόγω της πλήρους ανικανότητάς του για εργασία, έχασε αποδοχές του χρονικού αυτού διαστήματος, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επεδίκασε στον ενάγοντα, για την αιτία αυτή το ποσό των 15.143,06 ευρώ.

Στη συνέχεια, επί της από 24.10.2002 μεταγενέστερης αγωγής του ενάγοντος, κατά των αυτών εναγομένων, περί αποζημίωσης για απώλεια εισοδήματος εκ της εργασίας του, του χρονικού διαστήματος από 1.6.2002 έως 1.6.2004, συνεπεία της ανικανότητάς του να εργασθεί, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1181/2006 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε, όπως και η προαναφερθείσα 3965/2001 τελεσίδικη απόφαση, ότι ο ενάγων, συνεπεία μετεγχειρητικού γλαυκώματος που παρουσίαζε ο οφθαλμός του, μετά την 24.9.1996, μετά τις απαραίτητες χειρουργικές επεμβάσεις, κατέστη τυφλός από τον δεξιό οφθαλμό, ότι η κατάστασή του αυτή είναι οριστική και μη αναστρέψιμη και ότι συνεπεία της ανικανότητάς του για την άσκηση του προαναφερθέντος επαγγέλματός του απώλεσε κατά το άνω χρονικό διάστημα εισοδήματα συνολικού ποσού 19.696 ευρώ, τα οποία και του επιδίκασε.

Μετά τις παραπάνω παραδοχές, αναφορικά με την κρινόμενη από 15.6.2009 αγωγή, το Δικαστήριο δέχεται ότι η προαναφερθείσα επιδείνωση της κατάστασης του δεξιού οφθαλμού του ενάγοντος, δηλαδή η οριστική και μη αναστρέψιμη απώλεια της όρασης του άνω δεξιού οφθαλμού του, λόγω μετεγχειρητικού γλαυκώματος που παρουσίασε μετά τις 24.9.1996, συνεπεία των αναγκαίων χειρουργικών επεμβάσεων που υποβλήθηκε προς αποκατάσταση της όρασής του, δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί, κατά τα ιατρικά δεδομένα, εξ αρχής και σε κάθε περίπτωση κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης από 6.6.1996 αγωγής και ότι ο ενάγων έλαβε γνώση της σοβαρότατης αυτής επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του και της μονιμότητας, πλέον, της ανικανότητάς του για να ασκεί το επάγγελμά του ως επαγγελματία οδηγού, για πρώτη φορά στις 10.5.2000, ήτοι από την κατάθεση στον αρμόδιο γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου της προαναφερθείσας έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα - οφθαλμίατρου Σ.

Ν., ο οποίος αναφέρει στην εν λόγω έκθεσή του ότι στις 25.4.2000, που εξέτασε τον ενάγοντα, διαπίστωσε ότι ήταν πρακτικά τυφλός, λόγω μετεγχειρητικού γλαυκώματος..., τοποθετεί δε την εμφάνιση του μετεγχειρητικού αυτού γλαυκώματος, σε κάθε περίπτωση μετά τις 24.9.1996, χωρίς όμως να είναι σε θέση να προσδιορίζει τον ακριβή χρόνο εμφάνισής του, είναι δε προφανές ότι πληροφόρησε αμέσως τον ενάγοντα για τη μη προβλεπτή και σημαντική αυτή επιδείνωση της κατάστασης της υγείας.

Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, για τις επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος, οι οποίες στηρίζονται στην απρόβλεπτη αυτή επιδείνωση της υγείας του, ίσχυε νέα παραγραφή, που άρχισε στις 10.5.2000, οπότε έλαβε, κατά τα άνω γνώση αυτής και των δυσμενών συνεπειών της ο ενάγων, η οποία ήταν διετής για την δεύτερη εναγόμενη και πενταετής για τον πρώτο εναγόμενο σύμφωνα με άρθρα 10 Ν. 489/1976 και 937 ΑΚ κατά τα άνω.

Η ένδικη όμως από 15.6.2009 ευθεία αγωγή ασκήθηκε όπως σαφώς προκύπτει από το χρόνο σύνταξής της και κατάθεσής της στο Πρωτόδικο Δικαστήριο (15.6.2009 και 6.7.2009) αντίστοιχα μετά την πάροδο πενταετίας και πλέον, αφού έλαβε γνώση ο ενάγων της άνω απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του και της εντεύθεν ζημίας του και συνεπώς οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποκύψει στην διετή ή πενταετή παραγραφή κατά παραδοχή ως κατ’ ουσίαν βάσιμης της σχετικής ένστασης που πρότειναν οι εναγόμενοι παραδεκτά (διετής η δεύτερη εναγομένη και πενταετής ο πρώτος εναγόμενος), με την έφεσή της η δεύτερη εναγομένη και την αντέφεσή του ο πρώτος εναγόμενος, με τις προτάσεις του για υπεράσπισή του κατά της έφεσης του ενάγοντος.

Να σημειωθεί ότι για το παραδεκτό της αντέφεσης του πρώτου εναγομένου, κατά την κρίση του δικαστηρίου η ένσταση παραγραφής συνέχεται αναγκαστικά με τα κεφάλαια της έφεσης, αφού όλα σχετίζονται με το παραγεγραμμένο ή μη της αξίωσης του ενάγοντα (523 ΚΠολΔ). Εξάλλου η τελεσίδικη υπ’ αριθμό 3965/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της από 6-6-1996 πρώτης αγωγής του ενάγοντος κατά των αυτών εναγομένων και δημοσιεύθηκε στις 15-6-2001, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση πενταετίας από το ατύχημα, την οποία επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της αντένστασής του, περί επιμήκυνσης του χρόνου της πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών του σε εικοσαετή, δεν ωφελεί και δεν επιμήκυνε την άνω πενταετή παραγραφή σε εικοσαετή, διότι οι αξιώσεις αποζημίωσης του ενάγοντος, που βεβαιώθηκαν με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, ήταν από την αρχή προβλεπτές, δηλαδή διαφορετικές από τις ένδικες αξιώσεις, που ήταν απρόβλεπτες και άρχισε γι’ αυτές (απρόβλεπτες αξιώσεις) νέα πενταετής παραγραφή στις 10-5-2000, η οποία συμπληρώθηκε στις 10-5-2005, δηλαδή πολύ πριν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος περί επιμηκύνσεως της παραγραφής σε εικοσαετή, κατά το άρθρο 268 εδ.

α’ ΑΚ. Η κρίση της παραπάνω με αριθμό 3965/2001 απόφασης του δικαστηρίου αυτού αναφερόταν μόνον στις ένδικες αξιώσεις της τότε αγωγής, δηλαδή ούτε σε σχετικές με τις ένδικες αξιώσεις, ούτε σε παρεμπίπτον αυτών αίτημα, ώστε να επηρεάσει τις αξιώσεις του ενάγοντα στην ένδικη από 15-6-2000 αγωγή, που αφορούν απρόβλεπτη ζημία".

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι: "η εκκαλουμένη που έκρινε ότι η παραπάνω εφετειακή απόφαση επιμήκυνε την πενταετή ή διετή παραγραφή των αξιώσεων του ενάγοντα σε εικοσαετή και απέρριψε την ένσταση παραγραφής των εναγομένων, έσφαλε...". Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι εμφανιζόμενες, ως δήθεν απρόβλεπτες, ένδικες αξιώσεις, αναφερόμενες σε απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του αναιρεσείοντος - ενάγοντος, ως οδηγού επαγγελματικού αυτοκινήτου, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 1-1-2011 αποτελούν μέρος, αναγόμενο σε μεταγενέστερο χρόνο, της όλης αξίωσης για αποθετική ζημία από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, η ύπαρξη της οποίας, για το χρονικό διάστημα από 1-9-1995 έως 31-5-1998 βεβαιώθηκε με την 3965/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι κατά το προγενέστερο αυτό χρονικό διάστημα, ο εν λόγω ενάγων ήταν πρακτικά τυφλός εκ του δεξιού οφθαλμού, του οποίου η οπτική οξύτητα ήταν 3/10 και ανίκανος προς εργασία, ειδικότερα δε αυτή του οδηγού επαγγελματικού αυτοκινήτου, αφού η απώλεια της όρασης του δεξιού οφθαλμού είναι οριστική και μη αναστρέψιμη.

Κατά συνέπεια από τις 16-5-2001, οπότε δημοσιεύθηκε η ανωτέρω 3965/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου και έκτοτε πλέον υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή, όπως δέχθηκε και η 1010/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, και αφορά το αμέσως προηγούμενο διάστημα.

Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει, υπό τις ως άνω παραδοχές, την αγωγή παραγεγραμμένη και να απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 268 και 937 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, του μεν πρώτου με την εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, του δε δευτέρου με το να το εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης υπόθεσης και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, που διατυπώνονται με την ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και να διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων στον καταθέσαντα (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.

ε’ ΚΠολΔ). Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2610/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Μονομελές Εφετείο Αθηνών.

Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων στον καταθέσαντα.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και κατανέμει αυτά κατ’ ίσα μέρη.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ