Legislator Case Law & Legislation
52/2015 AI generated

52/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 52/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης-σωματείου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΓΣΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου και αναφέρθηκε στις από 4-3-2014 κατατιθέμενες προτάσεις της.

Legislator headnote

AI generated

52/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το άρθρ. 1§6 ν. 4046/2012 ορίζεται ότι "οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο Ε ... παρ. 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 ... παρ. 4.1 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παρ. 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής.

Keywords

AI generated
withdrawal of driving license withdrawal of social benefits dismissal of traffic proceedings dismissal of civil servant right to disconnect abandonment of employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 52 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 52/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καθής η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Παπαϊωάννου και κατέθεσε προτάσεις. Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της αναιρεσείουσας: Εδρεύουσας στην Αθήνα Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ" (ΠΟΑΥΣ), νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Κώτσιο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - υπερών η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ε. Β. του Α., κατοίκου ..., 2) Ν. Α. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ε. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 4) Ά. - Σ. Κ. του Γ., κατοίκου Ν. Μ. Χ., 5) Σ. Κ. του Ν., κατοίκου ... και 6) δευτεροβάθμιας κλαδικής συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΣΥΝΔΙΚΑΤΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΟΣΜΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος και 5ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Ταρπινίδη και κατέθεσε προτάσεις, ενώ η 6η παραστάθηκε μετά του Προέδρου της Θεμιστοκλή Αμπλά, ο οποίος διόρισε για να την εκπροσωπήσει στο ακροατήριο, τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Πετρόπουλο ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης-σωματείου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΓΣΕΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου και αναφέρθηκε στις από 4-3-2014 κατατιθέμενες προτάσεις της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων και του Αντωνίου Ρόμπου, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη υπέρ αυτών παρέμβαση της ήδη έκτης των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 24/2012 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2012 αίτησή της καθώς και η (ΠΟΑΥΣ) με την από 29-10-2014 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας.

Εκδόθηκε η 1077/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί απόφαση από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, επί των αιτήσεων και της παρέμβασης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2014 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 5-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και να απορριφθεί ο δεύτερος. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας καθώς και ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της αναιρεσείουσας, ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων και η πληρεξούσια της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της πρόσθετης παρέμβασης, την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης καθώς και την παραπομπή της υπόθεσης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προθεσμία της έφεσης, στην περίπτωση κατά την οποία ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα και επιδόθηκε η απόφαση, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ, τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση. Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη, με αριθμό 24/2012, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, επιδόθηκε την 25η-9-2012 (βλ. τη ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Π. Λ.) και μέχρι την 1-11-2012 δεν ασκήθηκε έφεση, από τους διαδίκους. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 20-11-2012, είναι παραδεκτή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρµόζεται και επί αναίρεσης (άρθρο 675Α ΚΠολΔ) "Αναγνωρισμένα επαγγελµατικά σωµατεία εργαζοµένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια, έχουν το δικαίωµα να παρέµβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι µέλος τους ή µέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση". Στην προκειµένη περίπτωση, η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση µε την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος Γ.Σ.Ε.Ε.", άσκησε υπέρ των αναιρεσίβλητων, την από 28-8-2013 πρόσθετη παρέμβαση, την οποία επέδωσε στην αναιρεσείουσα (βλ. 10187β'/4-9-2013 έκθεση επίδοσης του δικ. Επιμελητή Χαλκιδικής Ν. Π.), επικαλούμενη, ως έννομο συμφέρον, την προστασία των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων εργαζομένων, μελών πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, μέλους δευτεροβάθμιας, η οποία είναι μέλος της.

Συνεπώς, υφίσταται στο πρόσωπο της το αναγκαίο έννομο συμφέρον και, αφού η παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 παρ.2 του ΚΠολΔ και 23 παρ.2 εδ. γ' και δ' του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων, κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών", όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 παρ.1 του ν. 2331/1995, προκύπτει, ότι στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου υπάγονται: α)αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου και β) αιτήσεις αναίρεσης που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της τακτικής Ολομέλειας. Η παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή για ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν σε κάθε περίπτωση κριθεί ότι πρόκειται για ζήτημα με γενικότερο ενδιαφέρον ή ότι τούτο είναι αναγκαίο, για την ενότητα της νομολογίας.

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Π.Δ/τος 246/2006 "Γενικός \ Κανονισμός Προσωπικού των ΚΤΕΛ Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του Ν. 2963/2001", η ισχύς του οποίου άρχισε από τη 1-1-2007, "Οι οδηγοί των μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ λεωφορείων προσλαμβάνονται και απολύονται από τους ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες των λεωφορείων αυτών", κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου "1.

Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται: α) Σε όλο το προσωπικό (τακτικό και έκτακτο) των ΚΤΕΛ Α.Ε. και ΚΤΕΛ. Β) Στους οδηγούς των λεωφορείων, που είναι μισθωμένα ή ενταγμένα σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ και στους μετόχους- ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες λεωφορείων μισθωμένων ή ενταγμένων σε ΚΤΕΛ Α.Ε. ή ΚΤΕΛ, όταν απασχολούνται ως οδηγοί στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους, μόνο ως προς τα προσόντα, τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα και τον πειθαρχικό έλεγχο..2".

Στο άρθρο 26 του ίδιου π.δ/τος, στο οποίο επαναλαμβάνονται οι αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 14 παρ.2 του προϊσχύσαντος κανονισμού (ΠΔ 229/1994), ορίζεται ότι "1. Το προσωπικό του ΚΤΕΛ απολύεται από την Υπηρεσία για τους ακόλουθους λόγους : α) Εξ αιτίας κατάργησης οργανικής θέσης εργασίας ή Υπηρεσίας μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ως προς το ποσοστό απολύσεων, κλπ.).Εξαιρείται της παρούσας ρύθμισης το κατά την ισχύ του παρόντος Κανονισμού υπηρετούν τακτικό προσωπικό, για το οποίο, ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εφαρμόζονται οι λοιπές ρυθμίσεις του παρόντος Κανονισμού, β) εξ αιτίας καταδίκης για κακούργημα ή κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, εκβίαση, απιστία εν γένει και εγκλήματα κατά των ηθών βαθμό πλημμελήματος, γ) εξ αιτίας ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας ή επαγγελματικής ανικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σ' αυτό, δ) εξ αιτίας σωματικής ή πνευματικής νόσου που έχει ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανικανότητα του υπαλλήλου να εκτελέσει τα καθήκοντα της ειδικότητάς του και διαπιστώνεται από την αρμόδια υγειονομική υπηρεσία του ΙΚΑ, ε) εξ αιτίας επιβολής της ποινής της οριστικής απόλυσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος. 2.Οι παραπάνω λόγοι απόλυσης ισχύουν και για τους οδηγούς του άρθρου 4 του παρόντος και είναι υποχρεωτικοί για τους ιδιοκτήτες των λεωφορείων, στα οποία εργάζονται οι οδηγοί αυτοί.

Οι λόγοι των περιπτώσεων β, γ, δ και ε ισχύουν και για τους ιδιοκτήτες- οδηγούς που απασχολούνται στα λεωφορεία ιδιοκτησίας τους. 3. Ιδιοκτήτης λεωφορείου που ειδοποιείται εγγράφως από το ΚΤΕΛ ότι συντρέχει λόγος απόλυσης του οδηγού του, οφείλει το αργότερο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την ειδοποίησή του να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

Ομοίως και ο ιδιοκτήτης οδηγός που απασχολείται στο λεωφορείο ιδιοκτησίας του παύει μέσα στο διάστημα αυτό να εκτελεί τα καθήκοντά του ως οδηγού". Με το άρθρ. 1§2 ν. 4046/2012 (ΦΕΚ 28/14.02.2012), ο οποίος ψηφίσθηκε από την Ολομέλεια της Βουλής, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, ενεκρίθη το Μνημόνιο Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής, επιμέρους, Μνημόνια:

α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης. Τα παραπάνω μνημόνια επισυνάφθηκαν στο ν. 4046/2012 ως παραρτήματά του και δημοσιεύθηκαν στο ίδιο ΦΕΚ με αριθμό 28/14.2.2012, στην αγγλική (ως επίσημη γλώσσα) και σε ελληνική μετάφραση.

Με το άρθρ. 1§6 ν. 4046/2012 ορίζεται ότι "οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο Ε ... παρ. 28 και 29 του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 ... παρ. 4.1 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίνονται κατά την παρ. 2 και προσαρτώνται ως παράρτημα V στον παρόντα νόμο, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής.

Με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου". Η παρ. 4.1 του Κεφαλαίου 4 του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και υπό τον τίτλο "Δεσμεύσεις από το παρελθόν και ειδικοί εργασιακοί όροι" προβλέπει τα εξής : "Πριν την εκταμίευση καταργούνται οι όροι μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ορίζουν ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση) που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας".

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρ. 43 §§2 και 4 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η εξουσία να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, υπό την επιφύλαξη ότι το αντικείμενο της ρύθμισης δεν έχει με άλλη συνταγματική διάταξη εξαιρεθεί της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Τίθεται δε ο κανόνας ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Μ' αυτά ρυθμίζονται είτε θέματα καθοριζόμενα σε γενικό πλαίσιο, υπό ορισμένους όρους, με νόμους που ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής (νόμους πλαίσιο) (§4), είτε ειδικά θέματα που προσδιορίζονται συγκεκριμένα από την εξουσιοδοτική διάταξη (§2 εδ.

α'). Περαιτέρω, με τη διάταξη της § 2 εδ. β' άρθρ. του ίδιου άρθρ. 43 του Συντάγματος, προβλέπεται ότι φορείς της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφόσον πρόκειται περί "ειδικότερων", "τοπικού ενδιαφέροντος", "λεπτομερειακών" ή "τεχνικών" θεμάτων.

Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος, που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Αυτόδηλο περιορισμό ωστόσο στην κανονιστική δράση της διοίκησης συνιστούν τα ίδια τα όρια της εξουσιοδότησης.

Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης είναι νομικά ανίσχυρες. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει o εξουσιοδοτικός νόμος, όχι απλώς τον καθ' ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση, προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (Ολ.

ΣτΕ 1210/2010, Ολ. ΣτΕ 1892/2010, Ολ. ΣτΕ 3220/2010). Τέλος, σύμφωνα με την πράξη 6 της 28.2.2012 που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α' 38 28.2.2012, για τη "ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012" το Υπουργικό Συμβούλιο "Έχοντας υπόψη: 1. Την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (Α' 28), 2. Τις ρυθµίσεις του Κεφαλαίου Ε' "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις", παράγραφος 29 του Μνημονίου Οικονοµικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και στο Κεφάλαιο 4 "Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης" παράγραφος 4.1: "Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσµών της αγοράς εργασίας" του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονοµικής Πολιτικής, τα σχέδια των οποίων εγκρίθηκαν κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 1 και προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V στον ν. 4046/2012, 3.Το γεγονός ότι οι ανωτέρω ρυθμίσεις συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012, 4.

Την ανάγκη να ρυθμιστούν αναγκαία ζητήματα για την εφαρμογή των ανωτέρω ρυθμίσεων, 5)Την ανάγκη εφαρμογής συνολικών και σημαντικών διαρθρωτικών ρυθμίσεων, με στόχο την τόνωση της απασχόλησης και της παραγωγής και την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, με την απελευθέρωση των αγορών εργασίας, όπως αυτές δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου συμφέροντος συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας και την ανάγκη λήψης έκτακτων μέτρων για την προστασία της, 6.

Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα (π.δ. 63/2005, Α' 98), 7. Το γεγονός ότι, από την πράξη αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, 8. Την από 28.2.2012 εισήγηση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, αποφασίζει: ...

Άρθρο 5 1. από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101). 2.

Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται.

Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν.1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν.1892/1990 (Α 101)".

Άρθρο 6.

Η ισχύς της παρούσας αρχίζει από τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις.".

Το Μονομελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Η εναγόμενη, που ιδρύθηκε και λειτούργησε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κατά τις διατάξεις του ν.δ. 102/1973 "περί οργανώσεως των δια λεωφορείων αυτοκινήτων εκτελουμένων δημοσίων επιβατικών συγκοινωνιών" και στη συνέχεια μετετράπη σε ανώνυμη εταιρία, αποτελεί ιδιότυπη συγκοινωνιακή επιχείρηση, με σκοπό τη μεταφορά, μέσω λεωφορείων ιδιοκτησίας των μετόχων της, τα οποία έχουν εκμισθωθεί σ' αυτήν, του επιβατικού κοινού από τη Θεσσαλονίκη προς τη Χαλκιδική και αντίστροφα, καθώς και τη μεταφορά αυτού εντός των ορίων του νομού Χαλκιδικής.

Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ αυτής και του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου και έκτου των εναγόντων, οι τελευταίοι προσλήφθηκαν με πλήρες ωράριο εργασίας και με τις νόμιμες κάθε φορά αποδοχές, προκειμένου να εργαστούν οι μεν δεύτερος και τρίτος ως εισπράκτορες, οι δε τέταρτος, πέμπτος και έκτος ως οδηγοί των λεωφορείων της.

Ειδικότερα ο δεύτερος ενάγων, Ε. Β., προσλήφθηκε από την εναγόμενη την 31.7.2002 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό αυτής, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του εισπράκτορα, ο τρίτος, Ν. Α., προσλήφθηκε την 23.9.2002 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του εισπράκτορα, ο τέταρτος, Ε.

Ν., προσλήφθηκε την 6.11.2001 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού, ο πέμπτος, Ά. - Σ. Κ., προσλήφθηκε την 17.4.2003 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού και ο έκτος, Σ.

Κ., προσλήφθηκε την 16.10.2003 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό, προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού. Σε εκτέλεση των συμβάσεων τους όλοι παρείχαν κανονικά τις υπηρεσίες του, με πλήρη απασχόληση, μέχρι την 20.3.2012 ο δεύτερος και μέχρι την 21.3.2012 οι υπόλοιποι, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε, εγγράφως, τις συμβάσεις εργασίας τους, επιδίδοντας το έγγραφο της καταγγελίας σε καθέναν απ' αυτούς και καταθέτοντας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Πολυγύρου μέρος της αποζημίωσης απόλυσής τους, ως πρώτη δόση, έναντι του συνόλου αυτής.

Συγκεκριμένα κατέθεσε υπέρ του δεύτερου το ποσό των 2.590,54 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 6.476,34 ευρώ, υπέρ του τρίτου το ποσό των 2.652,11 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 6.630,28 ευρώ, υπέρ του τέταρτου το ποσό των 3.146,31 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 7.865,78 ευρώ, υπέρ του πέμπτου το ποσό των 3.070,39 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 7.675,97 ευρώ και υπέρ του έκτου, το ποσό των 2.528,96 ευρώ, έναντι συνολικής αποζημίωσης ύψους 6.322,40 ευρώ.

Ακολούθως, με εξώδικες δηλώσεις της που επέδωσε στους ενάγοντες την 17.5.2012, καλούσε καθέναν απ' αυτούς να λάβει ως διαφορά αποζημίωσης, το ποσό των 102,03 ευρώ ο δεύτερος, των 1.193,45 ο τρίτος, των 2.707,47 ο τέταρτος, των 2.409,11 ο πέμπτος και των 822,98 ευρώ ο έκτος απ' αυτούς, κατόπιν δε σχετικής άρνησής τους κατέθεσε τα ποσά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Οι ως άνω καταγγελίες δεν επέφεραν τη λύση των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, ως προς τους οποίους έχει εφαρμογή το Π.δ. 246/2006, αφού δεν αποδείχτηκε ότι έγιναν επειδή συνέτρεχαν κάποιες από τις περιοριστικώς αναφερόμενες, στο άρθρο 26 προϋποθέσεις του Κανονισμού αυτού, παρά μόνο ότι τηρήθηκαν οι γενικές, του άρθρου 5 §3 ν. 3198/1955, διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Ισχυρίζεται η εναγόμενη, ότι, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 §6 ν. 4046/2012, εκδόθηκε η Π.Υ.Σ. 6/28.2.2012 στο άρθρο 5 §2 της οποίας ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή Κανονισμών Εργασίας, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας καταργούνται, τέτοια δε διάταξη είναι, και αυτή του άρθρο 26 του π.δ. 246/2006, δεδομένου ότι μ' αυτήν το δικαίωμα καταγγελίας του εργοδότη υπόκειται σε ουσιαστικούς και διαδικαστικούς περιορισμούς.

Ωστόσο, η πράξη αυτή, με την οποία εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, που εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά παράβαση των άρθρο 26 και 43 §2 του Συντάγματος, είναι για το λόγο αυτό μη εφαρμοστέα.

Συνεπώς η εναγόμενη όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρο 26 του Π.δ. 246/2006, η οποία ουδόλως καταργήθηκε, και όχι αυτές του εργατικού δικαίου που αφορούν την αναιτιώδη καταγγελία. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος από τους ενάγοντες συνέχισαν να προσφέρουν την εργασία τους στην εναγόμενη, η οποία όμως αρνήθηκε να την δεχθεί και για το λόγο αυτόν οφείλει σ' αυτούς μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι οφείλει μισθούς υπερημερίας από την 21.3.2012 ως προς το δεύτερο ενάγοντα και από την 22.3.2012 ως προς τους υπόλοιπους ενάγοντες, μέχρι την 20.8.2012 ως προς το δεύτερο ενάγοντα και μέχρι την 21.8.2012 ως προς τους λοιπούς, αντίστοιχα, δηλαδή για χρονικό διάστημα πέντε μηνών και ότι για το ως άνω χρονικό διάστημα, οι μισθοί υπερημερίας του δεύτερου ενάγοντος ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 5.551,15 ευρώ, του τρίτου στο συνολικό ποσό των 5.683,10 ευρώ, του τέταρτου στο συνολικό ποσό των 6.742,10 ευρώ, του πέμπτου στο συνολικό ποσό των 6.579,40 ευρώ και του έκτου στο συνολικό ποσό των 5.419,20 ευρώ.

Με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, ότι 1) η διάταξη του άρθρ. 5 §2 της Π.Υ.Σ. 6/28.02.2012, με την οποία, εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη πρωτογενής κανόνας δικαίου, που εκδόθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά παράβαση των άρθρο 26 και 43 §2 του Συντάγματος, είναι μη εφαρμοστέα 2)η εναγόμενη όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις του άρθρο 26 του Π.δ. 246/2006, οι οποίες δεν καταργήθηκαν, και όχι αυτές του εργατικού δικαίου, που αφορούν την αναιτιώδη καταγγελία, 3) δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος καταγγελίας της σύμβασης, από εκείνους που προβλέπονται περιοριστικά στο Γενικό Κανονισμό Προσωπικού ΚΤΕΛ και 4) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρη.

Στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσίβλητων και αναγνώρισε την ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας, επιδίκασε σ' αυτούς τα παραπάνω ποσά και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να τους απασχολεί στην εργασία τους. Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, Α) με την εφαρμογή τους, τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 16 παρ. 3, 26 παρ. 2 του Π.Δ. 246/2006, 26 και 43 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες και Β) με τη μη εφαρμογή τους, εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2 και 6 του ν. 4046/2012, 5 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/2012, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 και 43 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες.

Με την 2092/19-3-2012 αίτηση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.) και του Ι. Σ., η οποία στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κατατέθηκε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και ορίστηκε να συζητηθεί ενώπιον της Ολομέλειάς του, ζητήθηκε η ακύρωση της 6/28-2-2012 πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου, με θέμα τη ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012.

Ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα παρέμβαση, με την οποία ζητήθηκε να απορριφθεί η παραπάνω αίτηση. Την 7-12-2012 ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας έγινε η συζήτηση της αίτησης και της παρέμβασης, κατά την ημέρα δε αυτή εκδικάστηκαν και συναφείς αιτήσεις άλλων αιτούντων, με αίτημα την ακύρωση της ίδιας πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου.

Το Δικαστήριο τούτο, με τη 1077/2014 απόφαση του, ανέβαλε, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μέχρι την έκδοση απόφασης επί των αιτήσεων και της παρέμβασης. Ήδη εκδόθηκε η 2303/2014 απόφαση της Ολομέλειας του ΣΤΕ, η οποία, να σημειωθεί, δεν δημιουργεί δεδικασμένο, με την οποία έγινε δεκτό ότι : 1)η παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 αποτελεί τυπικό κανόνα δικαίου της Ελληνικής έννομης τάξης, με κανονιστικό περιεχόμενο, νοηματική πληρότητα, πυκνότητα, σαφήνεια και δεοντολογικό νόημα 2) η ΠΥΣ 6/2012 εκδόθηκε σύμφωνα α) µε ορθή και έγκυρη ειδική κανονιστική νοµοθετική εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε µε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού ν. 4046/2012, η οποία ρύθµισε µε υψηλό βαθµό πληρότητας και σαφήνειας συγκεκριµένα ζητήµατα εργασιακών σχέσεων τα οποία στη συνέχεια εξειδίκευσε µε λεπτομέρεια το εξουσιοδοτούμενο σχετικά Υπουργικό Συµβούλιο, δηλαδή ότι ορθώς εξουσιοδοτήθηκε όργανο της Διοίκησης και όχι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατ' άρθρο 43 παρ. 2 του Σ και β) ότι οι κανονιστικές της ρυθµίσεις κινήθηκαν εντός των γενικών ορίων που τέθηκαν από τον εξουσιοδοτικό νόµο και απέδωσαν ακριβώς την έννοια των διατάξεών του.

Ειδικότερα, 1)για το εάν το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 περιέχει διατάξεις τυπικού, κανονιστικού νόµου της ελληνικής έννοµης τάξης, διέλαβε: "αρ. 19 .... τα αναφερόµενα στο άρθρο 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 θέµατα, ως προς τα οποία οι ρήτρες του Μνημονίου, παρά την αδόκιµη σε ορισμένα σηµεία διατύπωσή τους, έχουν κανονιστικό περιεχόµενο, δηλαδή δεοντολογικό νόηµα, τις ρήτρες αυτές ο νοµοθέτης χαρακτηρίζει ρητά ως κανόνες δικαίου άµεσης εφαρµογής και τις εντάσσει µε τον τρόπο αυτό στην ελληνική έννοµη τάξη ως διατάξεις τυπικού νόµου." 2) για το επί µέρους νοµικό ζήτηµα εάν το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 αποτελεί εξουσιοδοτικό τυπικό νόµο, ο οποίος περιέχει µε σαφήνεια και πληρότητα τις γενικές ρυθµίσεις τις οποίες στη συνέχεια εξειδικεύει το Υπουργικό Συµβούλιο µε την κρινόµενη ΠΥΣ, δηλαδή εάν ορθώς µ' αυτόν εξουσιοδοτήθηκε άλλο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όργανο της Διοίκησης, η Ολ ΣτΕ διέλαβε ότι: "αρ. 20.

Οι λόγοι ακύρωσης (ότι οι ρυθµίσεις του Μνημονίου που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 δεν αποτελούν πλήρεις κανόνες δικαίου άµεσης εφαρµογής αλλά ανάληψη Δηµοσίου Διεθνούς Δικαίου Δεσµεύσεων της Χώρας για λήψη συγκεκριµένων νοµοθετικών ή άλλων µέτρων, ότι το περιεχόµενο των ρυθµίσεων αυτών είναι πανομοιότυπο µε το περιεχόµενο διεθνών συµβάσεων, µε τις οποίες η Χώρα αναλαµβάνει υποχρεώσεις δηµοσίου διεθνούς δικαίου, ότι εξαιτίας του προγραμματικού τους χαρακτήρα οι ρυθµίσεις του Μνημονίου δεν αποτελούν κανόνες δικαίου άµεσης εφαρµογής, παρά την αντίθετη πρόβλεψη της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 404612012, ότι η παρεχόμενη µε την παράγραφο αυτή εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συµβούλιο δεν είναι ορισµένη, όπως αξιώνει το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγµατος και πάντως δεν ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί σε όργανο διαφορετικό από τον Πρόεδρο της Δηµοκρατίας, εφ' όσον, κατά τους αιτούντες, οι επίµαχες ρυθµίσεις του Μνηµονίου δεν είναι κανόνες δικαίου άµεσης εφαρµογής, µε αποτέλεσµα να εξουσιοδοτείται το Υπουργικό Συµβούλιο να ρυθµίσει ζήτηµα, το οποίο δεν έχει ρυθµιστεί σε γενικές γραµµές στο νόµο) απορρίπτονται ως αβάσιµοι, εν όψει των όσων έγιναν δεκτά ...

ως προς τον χαρακτήρα των παραπάνω ρητρών του Μνηµονίου ως κανόνων δικαίου που έχουν ενταχθεί ως διατάξεις τυπικού νόµου στην ελληνική έννοµη τάξη. Εφ' όσον δηλαδή, όπως προαναφέρθηκε, τα αποσπάσµατα των Μνηµονίων, στα οποία αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 αποτελούν διατάξεις τυπικού νόµου και ρυθµίζουν µε υψηλό βαθµό πληρότητας συγκεκριµένα ζητήµατα εργασιακών σχέσεων και συλλογικής αυτονοµίας, η παρεχόµενη µε το τελευταίο εδάφιο της διατάξεως αυτής εξουσιοδότηση προς το Υπουργικό Συµβούλιο έχουσα προφανώς την έννοια ότι το τελευταίο καλείται να ρυθµίσει τις σχετικές λεπτοµέρειες εφαρµογής των παραπάνω ρυθµίσεων, είναι ορισµένη και εγκύρως, κατά το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγµατος, παρέχεται σε διοικητικό όργανο άλλο από τον Πρόεδρο της Δηµοκρατίας". 3) Αναφορικά µε τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 ΠΥΣ τις οποίες κατά τον από τον αριθµό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κακώς δεν εφάρµοσε η αναιρεσιβαλλομένη, διαλαµβάνοντας ότι "µε αυτές εισάγονται για πρώτη φορά στην ελληνική έννοµη τάξη πρωτογενείς κανόνες δικαίου, εκδόθηκαν από τη διοίκηση κατά παραβίαση των άρθρων 26 και 43 παρ. 2 Σ" µε την Ολ ΣτΕ 2307/2014, κρίθηκε ότι η ΠΥΣ 6/2012 κινήθηκε εντός των ορίων που καθορίστηκαν µε γενικό αλλά πάντως ορισµένο και σαφή τρόπο από τον εξουσιοδοτικό νόµο 4046/2012 και συγκεκριµένα το άρθρο 1 παρ. 6, απέδωσε και εξειδίκευσε µε τις ρυθµίσεις της την έννοια των γενικών διατάξεων του εξουσιοδοτικού νόµου µε τις ειδικότερες νοµικές παραδοχές " αρ. 37. ...

κατά την έννοια των σχετικών µε το εξεταζόµενο θέµα ρυθµίσεων, στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 και συγκεκριµένα των ρητρών της παραγράφου 29 του Κεφαλαίου Ε' του Μνηµονίου Οικονοµικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής και του Κεφαλαίου 4 του Μνηµονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονοµικής Πολιτικής, καταργούνται οι όροι εργασίας που παρέχουν σε κατηγορίες εργαζόµενων µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις έναντι απολύσεων αυξηµένες σε σχέση µε αυτές που παρέχονται από την κοινή εργατική νοµοθεσία, ιδίως δε τον ν. 2112/1920 (Α.67), ήτοι έγγραφη προειδοποίηση ή γνωστοποίηση της απόλυσης και αποζηµίωση (άρθρα 1 και 3 του τελευταίου νόµου).

Η έννοια αυτή συνάγεται ιδίως από την γενικότητα των διατυπώσεων του εξουσιοδοτικού νόµου (: "αφαίρεση της µονιµότητας απ' όλες τις παραδοσιακές συµβάσεις. .. ", "καταργούνται οι όροι περί µονιµότητας. .. " και αυτήν ακριβώς την έννοια αποδίδουν οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 της ΠΥΣ 6/2012. Δηλαδή, µε τις τελευταίες διατάξεις καταργούνται οι όροι εργασίας που προβλέπουν, ως προς την απόλυση των παραπάνω µισθωτών, προϋποθέσεις διαφορετικές από αυτές που προβλέπει ο ν. 2112/1920 και η κοινή εργατική νοµοθεσία εν γένει και µόνον αυτές".

Όπως προαναφέρθηκε, με τον παραπάνω πρώτο λόγο της αναίρεσης, φέρεται προς κρίση το ζήτημα εάν, 1)η παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 αποτελεί τυπικό κανόνα δικαίου της Ελληνικής έννομης τάξης, με κανονιστικό περιεχόμενο, νοηματική πληρότητα, πυκνότητα, σαφήνεια και δεοντολογικό νόημα 2) η ΠΥΣ 6/2012 εκδόθηκε σύμφωνα α) µε ορθή και έγκυρη ειδική κανονιστική νοµοθετική εξουσιοδότηση που παρασχέθηκε µε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του εξουσιοδοτικού ν. 4046/2012, δηλαδή ότι ορθώς εξουσιοδοτήθηκε όργανο της Διοίκησης και όχι ο Πρόεδρος της Δηµοκρατίας κατ' άρθρο 43 παρ. 2 του Σ και β) ότι οι κανονιστικές της ρυθµίσεις κινήθηκαν εντός των γενικών ορίων που τέθηκαν από τον εξουσιοδοτικό νόµο και απέδωσαν ακριβώς την έννοια των διατάξεών του.

Το ζήτημα δε αυτό είναι κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, γενικότερου ενδιαφέροντος, αφού αφορά το σύνολο των εργαζομένων στα ΚΤΕΛ Ελλάδος. Αντίθετα κατά την μειοψηφούσα γνώμη του Αντιπροέδρου Νικολάου Λεοντή δεν συντρέχει περίπτωση γενικότερου ενδιαφέροντος και με την έννοια αυτή δεν δικαιολογείται η παραπομπή του επίμαχου λόγου αναιρέσεως στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, εφόσον έχει ήδη αποφανθεί περί των κρίσιμων νομικών θεμάτων η Ολομέλεια του ΣτΕ με την 2303/2014 απόφασή του, χωρίς παράλληλα να διατυπώνεται ισχυρισμός περί αντίθετης εκείνης νομικής παραδοχής.

Πρέπει, επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης να παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, επιφυλασσομένου του Δικαστηρίου για την έρευνα του δεύτερου λόγου, η έκβαση του οποίου εξαρτάται από την έκβαση του πρώτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Παραπέμπει στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρώτο λόγο της κρινομένης αίτησης αναίρεσης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ