52/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 52 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated52/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 52 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 52 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Αμοιβή μεσίτη. Το δικαίωμα λήψεως της αμοιβής προϋποθέτει αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη μεσιτική δραστηριότητα και την κατάρτιση της συμβάσεως. Επαρκής αιτιολογία ως προς το ότι η εν λόγω συνάφεια δεν επηρεάσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση από την εκ των υστέρων ανάμιξη τρίτου μεσίτη και ανάκληση της μεσιτικής εντολής. Προϋποθέσεις παραδεκτού ενόρκων βεβαιώσεων. Έλλειψη αμφιβολίας ως προς τη λήψη υπ' όψη αποδεικτικών εγγράφων. Απορρίπτει την αίτηση των πωλητών.
Αριθμός 52/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 25η Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέως Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Α. Τ. και 2) Α. Σ., συζύγου Α. Τ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων Αριστέας Σινανιώτη και Ιωάννη Σαμέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. - Σ. ΟΕ", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπουμπουρή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 73/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2178/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης ανέγνωσε την από 14-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 20-12-2010 κλήση των αναιρεσειόντων, ύστερα από ματαίωση της συζήτησης που είχε ορισθεί για τη δικάσιμο της 9-11-2010, λόγω της διενέργειας εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση (ΚΠολΔ 106, 230 παρ.2, 568).
2. Στη διάταξη του άρθρου 703 εδ. α' ΑΚ ορίζεται ότι "Εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας για τη σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή υπόδειξης". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ουσιώδης προϋπόθεση για τη γέννηση, σε βάρος του μεσιτικού εντολέα, της υποχρέωσης να πληρώσει την αμοιβή, την οποία υποσχέθηκε στο μεσίτη κατά την ανάθεση της εντολής προς μεσολάβηση ή, έστω, υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης, είναι το να επήλθε, πράγματι, η κατάρτιση της σύμβασης αυτής ως συνέπεια "μόνο" της συμβολής του μεσίτη. Ήτοι, είναι απαραίτητη η κατάφαση αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αφ' ενός της δραστηριότητας του μεσίτη, ως αιτίου και αφ' ετέρου της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης, ως αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν θα είχε επέλθει, οπωσδήποτε, χωρίς τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη του μεσίτη (ΑΠ 815/2007). Η διαπίστωση των περιστάσεων, υπό τις οποίες, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκδηλώθηκε η μεσιτική δραστηριότητα, που προβάλλεται ως αίτιο και υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σκοπούμενη σύμβαση, που προβάλλεται ως αποτέλεσμα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό. Ως εκ τούτου, η διαπίστωση αυτή γίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας. Η συναγωγή, όμως, της κρίσεως περί του εάν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, υπό τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, υφίστατο ή όχι αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας, ως πρόσφορης αιτίας και της καταρτίσεως της σκοπούμενης σύμβασης, ως επελθόντος αποτελέσματος, είναι ζήτημα νομικό και υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και 19, ΑΠ 1119/2005). Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι η υποχρέωση πληρωμής της μεσιτικής αμοιβής βαρύνει κατ' αρχήν το πρόσωπο που έδωσε την εντολή για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας στο μεσίτη, άσχετα προς το αν η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε επ' ονόματι αυτού (του μεσιτικού εντολέα) ή τρίτου προσώπου, υπέρ των συμφερόντων του οποίου αυτός ενήργησε. Εάν η εντολή δόθηκε από περισσότερους, που ενήργησαν από κοινού, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται άπαντες, εν αμφιβολία κατ' ίσα μέρη (ΑΚ 480). Εάν η εντολή δόθηκε από ένα πρόσωπο, που ενήργησε τόσο για τον εαυτό του όσο και ως αντιπρόσωπος άλλου, για την πληρωμή της μεσιτικής αμοιβής ευθύνονται αμφότεροι. Αμοιβή οφείλεται μόνο αν η καταρτισθείσα σύμβαση ταυτίζεται με τη σκοπούμενη. Η απόκλιση, όμως, μεταξύ του, αρχικώς, επιδιωχθέντος και του, τελικώς, επιτευχθέντος τιμήματος δεν αίρει την ταυτότητα αυτή, αφού η διαμόρφωσή του αποτελεί πάντοτε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ουδέποτε μπορεί να είναι εκ των προτέρων βέβαιη. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 703 και 724 ΑΚ συνάγεται ότι η μεσιτική εντολή δύναται να ανακληθεί οποτεδήποτε. Η ανάκλησή της, όμως, δεν επηρεάζει αρνητικά το δικαίωμα επί της μεσιτικής αμοιβής, εφ' όσον, σε συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε ως αποτέλεσμα μεσολάβησης ή υπόδειξης του μεσίτη, που είχε συντελεσθεί πριν από την ανάκληση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ότι η ενάγουσα εταιρία (ήδη αναιρεσίβλητη) ασκεί νομίμως μεσιτικές εργασίες επί αστικών συμβάσεων. Ότι στο πλαίσιο των εργασιών της έλαβε από τους πρώτο και δεύτερη από τους εναγομένους (ήδη αναιρεσείοντες) την από 6-10-2003 κοινή εντολή για την υπόδειξη ευκαιρίας προς πώληση μιας κατοικίας (μεζονέτας εμβαδού 350 μ2, με κήπο και θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου), που βρίσκεται στο Παλαιό Ψυχικό Αττικής και τότε ανήκε στην κυριότητα του πρώτου από αυτούς, συζύγου της δεύτερης, αντί επιθυμητού τιμήματος 1.620.000 ευρώ. Ότι, επίσης, η ενάγουσα έλαβε από την τέταρτη από τους εναγομένους, που ενεργούσε για τον εαυτό της και ως αντιπρόσωπος του τρίτου από αυτούς, που τότε ήταν μνηστήρας της (οι εν λόγω εναγόμενοι δεν έχουν ασκήσει αίτηση αναιρέσεως και δεν μετέχουν στην παρούσα στάση της δίκης), την από 22-4-2005 εντολή για την υπόδειξη ευκαιρίας προς αγορά μιας κατοικίας με ανάλογες προϋποθέσεις. Ότι ως μεσιτική αμοιβή συμφωνήθηκε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος της σκοπούμενης σύμβασης, πλέον ΦΠΑ, καταβλητέα από την κάθε πλευρά των εντολέων σε περίπτωση κατάρτισης αυτής. Ότι σε εκτέλεση των ως άνω εντολών, η ενάγουσα, την 1-6-2005, ενεργώντας δια της υπαλλήλου της Π. Α., υπέδειξε στην τέταρτη από τους εναγομένους το ακίνητο που προαναφέρθηκε. Ότι η τελευταία, που ενεργούσε πάντοτε όχι μόνο για τον εαυτό της, αλλά και ως αντιπρόσωπος του τρίτου από τους εναγομένους, επισκέφθηκε το ακίνητο και συναντήθηκε με τη δεύτερη από τους εναγομένους, που τότε κατοικούσε ακόμη σ' αυτό με την οικογένειά της. Ότι η σκοπούμενη σύμβαση καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου από τους εναγομένους, ως πωλητή και του τρίτου από αυτούς, ως αγοραστή, με το .../23-6-2006 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Καμπέρη, που μεταγράφηκε νομίμως, αντί πραγματικού τιμήματος 1.300.000 ευρώ. Ότι η κατάρτιση της συμβάσεως έγινε συνεπεία της υποδείξεως της ενάγουσας, περιστατικό που συνάγεται από το ότι α) η τέταρτη από τους εναγομένους εξέτασε επισταμένως το ακίνητο κατά την επίδειξή του και διατύπωσε επί του εγγράφου της μεσιτικής εντολής γραπτές παρατηρήσεις ως προς "το εμβαδόν του κήπου και τη φωτεινότητα του εσωτερικού χώρου", β) ο τρίτος από αυτούς, μετά την υπόδειξη του ακινήτου, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την ως άνω υπάλληλο της ενάγουσας και ζήτησε "μια καλύτερη τιμή για την αγορά του" και "την επαναδιαπραγμάτευση της μεσιτικής αμοιβής" και γ) η δεύτερη από τους εναγομένους επικοινώνησε με την ίδια υπάλληλο, προς την οποία διατύπωσε παράπονο για το ύψος του τιμήματος που είχαν προσφέρει οι αγοραστές και ευχήθηκε την αύξησή του στο ποσό των 1.500.000 ευρώ, που τελικώς δεν επιτεύχθηκε. Ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις, το εκ μέρους των εναγομένων επικαλούμενο περιστατικό της υπόδειξης του ιδίου ακινήτου από άλλον μεσίτη και της περαιτέρω διαμεσολάβησης εκείνου κατά τις διαπραγματεύσεις και την εν γένει τακτοποίηση υφισταμένων εκκρεμοτήτων, προκειμένου να καταστεί δυνατή η σύναψη της οριστικής συμβάσεως, αληθές υποτιθέμενο, δεν ασκεί επιρροή στο επί της αμοιβής δικαίωμα της ενάγουσας, διότι φέρεται συντελεσθέν μετά την προαναφερθείσα μεσιτική δραστηριότητα αυτής, στην οποία οφειλόταν οπωσδήποτε η κατάρτιση της συμβάσεως. Ότι, τέλος, τα αποτελέσματα της υπόδειξης του ακινήτου από την ενάγουσα προς τους αγοραστές, που έγινε την 1-6-2005, δεν μπορούσαν να αρθούν εκ των υστέρων, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι την 18-1-2006 η τέταρτη από τους εναγομένους ανακάλεσε προφορικά, από τηλεφώνου, τη μεσιτική εντολή. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την κοινή έφεση όλων των εναγομένων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη, από 6-10-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης και είχαν υποχρεωθεί όλοι οι εναγόμενοι, κατά ζεύγη μεσιτικών εντολέων, να καταβάλουν την αιτηθείσα μεσιτική αμοιβή. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 703 εδ.α' ΑΚ και δεν την παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, διότι δέχθηκε σαφώς και με πλήρη αιτιολογία ότι η πώληση του ακινήτου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου από τους εναγομένους και του τρίτου από αυτούς, ήταν, πράγματι, η σκοπούμενη σύμβαση, η οποία δεν θα είχε καταρτισθεί χωρίς τη μεσιτική δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης. Και ακόμη, ότι δεν είχε σημασία ούτε το ότι το ύψος του τελικώς επιτευχθέντος τιμήματος ήταν διαφορετικό από το αρχικώς επιθυμητό ούτε το ότι στην αγοραπωλησία δεν είχαν συμπράξει οι δεύτερη και τέταρτη από τους εναγομένους, οι οποίες είχαν συμβληθεί με την αναιρεσίβλητη μόνο ως μεσιτικοί εντολείς. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως, ως και ο εκ μέρους του εισηγητή προβληθείς λόγος για ανεπάρκεια της αιτιολογίας, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ομοίως αβάσιμοι είναι και οι ένατος και δέκατος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους, αντιστοίχως, προβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένως α) έλαβε υπ' όψη την από 22-4-2005 μεσιτική εντολή της τέταρτης από τους εναγομένους προς την αναιρεσίβλητη, παρά το γεγονός ότι αυτή δεν υπήρξε συμβαλλόμενη στην κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης και β) δεν έλαβε υπ' όψη την ανάκληση της εν λόγω εντολής μετά την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προς την τέταρτη από τους εναγομένους υπόδειξη του ακινήτου, που αποτέλεσε αντικείμενο της σκοπούμενης σύμβασης και προσάπτονται συλλήβδην στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8, 11 και 19 ΚΠολΔ.
3. Στο άρθρο 559 αρ.11 περ. β' και γ' ΚΠολΔ ορίζεται ότι λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να αφορούν στην ουσιαστική ευδοκίμηση περιστατικού που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης. Και ακόμη, η επίκληση και προσκόμιση κάποιου αποδεικτικού μέσου πρέπει να έχει γίνει νομίμως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 εδ. δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (ΚΠολΔ 677 αρ.1 και 681), με την οποία εκδικάσθηκε η κρινόμενη υπόθεση, συνάγεται ότι στοιχείο της νομιμότητας της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου είναι κλήτευση του αντιδίκου, αυτού που την επικαλείται, τουλάχιστον 24 ώρες πριν από τη διενέργεια της σχετικής πράξης. Την ύπαρξη εμπρόθεσμης κλήτευσης οφείλει να διερευνήσει το δικαστήριο της ουσίας ακόμη και αυτεπάγγελτα, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια το ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε ως τεκμήριο, κατά ρητή εξαίρεση από τη γενική αρχή ότι στη διαδικασία αυτή λαμβάνονται υπ' όψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (ΚΠολΔ 671 παρ.1 εδ. α', ΑΠ 1259/2001). Ως εκ τούτου, ο διάδικος που επικαλείται και προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση έχει την υποχρέωση να επικαλεσθεί και προσκομίσει και το αποδεικτικό έγγραφο της εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου του, η έλλειψη του οποίου δεν αναπληρώνεται από το ότι ο συμβολαιογράφος, ενώπιον του οποίου δόθηκε η ένορκη μαρτυρία, βεβαιώνει ότι επιδείχθηκε έκθεση επιδόσεως της προσκλήσεως προς τον αντίδικο (ΚΠολΔ 438, ΑΠ 106/1991), εκτός αν ο τελευταίος παραστάθηκε κατά τη διενέργειά της (ΑΠ 1251/2002). Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη την 4195/5-2-2007 ένορκη βεβαίωση της Ε. Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Καμπέρη, την οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, με την αληθή, αλλά κατ' αυτούς απρόσφορη, αιτιολογία ότι δεν προσκόμισαν την, επίσης επικαλούμενη, 3785/2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ..., που φέρεται ότι αποδείκνυε τη νομότυπη κλήτευση της αναιρεσίβλητης κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ομοίως, αβάσιμος είναι και ο ενδέκατος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.11 περ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο διατυπώνεται το παράπονο ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη το τιμολόγιο, που η αναιρεσίβλητη φέρεται ότι εξέδωσε για τη διεκδικούμενη μεσιτική αμοιβή, αλλά δεν προσκόμισε στο δικαστήριο και με τον οποίο προσάπτεται η αυτή πλημμέλεια, διότι το έγγραφο αυτό μόνο σε βάρος του εκδότη του μπορούσε να έχει αποδεικτική ισχύ (ΚΠολΔ 445) και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να επηρεάσει την κατάφαση της πραγματικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην κατάρτιση της σκοπούμενης σύμβασης.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 671 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Από την αναφορά, μάλιστα, στην απόφαση όσων αποδεικτικών μέσων έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν τα μη αναφερόμενα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τη διαβεβαίωση, η οποία υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από όλα ανεξαιρέτως τα εκατέρωθεν προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό και με το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που προαναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.2), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι υπήρξε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης και της κατάρτισης της σκοπούμενης σύμβασης ανάμεσα στους πρώτο και τρίτο από τους εναγομένους εντολείς αυτής, χωρίς η συνάφεια αυτή να επηρεάζεται από την ενδεχόμενη, όψιμη παρεμβολή τρίτου μεσιτικού γραφείου, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε, παράλληλα προς τα υπόλοιπα αποδεικτικά έγγραφα, και τις εντολές των πωλητών προς άλλα μεσιτικά γραφεία, την εντολή του αγοραστή προς το μεσιτικό γραφείο Κ. και το τιμολόγιο του εν λόγω μεσιτικού γραφείου περί εισπράξεως αμοιβής για την ίδια πώληση. Επομένως, οι έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ότι δεν έλαβε υπ' όψη τα ανωτέρω έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι αναιρεσείοντες και προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση, η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-9-2009 αίτηση περί αναιρέσεως της 2178/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 23η Νοεμβρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 17η Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ