Supreme Court partially allows appeal against forced expropriation compensation, annulling lower court decision for most plaintiffs while dismissing for one.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding forced expropriation compensation. While the appeal was dismissed for the eleventh plaintiff due to procedural defects and lack of evidence, it was allowed for the other ten plaintiffs. The court found the lower court erred by failing to award special compensation for the remaining property portion, a remedy mandated by law when expropriation reduces the value or utility of the retained land.
Legislator headnote
AI generatedArticles 13 § 4, 20 §§ 2 and 5 of Law 2882/2001; The owner of the remaining property portion is entitled to special compensation when forced expropriation causes a reduction in value or renders the remaining part useless for its intended use.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 52 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 52/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Ανδρέα Μαρκάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. συζ. Π. Π., το γένος Α., κατοίκου ..., 2. Μ. συζ. Π. Μ. το γένος Ε., κατοίκου ..., 3. Γαβριήλ Ιωσηφίδη του Καπλάνη, κατοίκου Ν. Καρβάλης, 4. α. Α. συζ. Π. Κ., το γένος Χ., β1. Κ. Γ., β2. Θ. Γ. του Κ., β3. Β. Γ. του Κ., ως μοναδικών κληρονόμων της αποβιωσάσης Θ. συζ. Κ. Γ., γ. Δ. συζ. Κ. Γ., το γένος Χ., κατοίκων ..., 5. Ε. συζ. Κ. Κ., το γένος Κ., κατοίκου ..., 6. Σ. συζ. Γ. Ι., 7. α. Λ. συζ. Θ. Κ. το γένος Σ., β. Ε. Π., γ. Κ. Σ. του Γ., δ. Λ. χήρας Γ. Σ., κατοίκων ..., 8. Δ. Γ. του Χ., 9.α. Γ. Μ. του Ζ., β. Π. Μ. του Ζ., 10. Α. συζ. Ε. Μ., το γένος Κ. και 11. Α. Β. του Γ., κατοίκων ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Ιωσηφίδου.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Μητκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-5-2001, 10-5-2001 και 18-5-2001 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Θράκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2002 μη οριστική και 509/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Μαρτίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Βούλγαρης, ανάγνωσε την από 9 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, στο άρθρο 13 § 4 του Ν. 2882/01 ορίζεται, ότι: "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη.
Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 20 § § 2 και 5 του Ν. 2882/01 συνάγεται ότι: α) Σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απέμεινε στον ιδιοκτήτη υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, ο ιδιοκτήτης του τμήματος αυτού (που απέμεινε), δικαιούται να ζητήσει με αυτοτελή αίτηση ενώπιον του Εφετείου τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως (για το απαλλοτριωθέν) και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το απομείναν τμήμα.
β) Εάν ασκηθεί παραδεκτώς αίτηση οριστικού προσδιορισμού ενώπιον του Εφετείου εκείνος κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση αυτή έχει δικαίωμα να ασκήσει, με τις προτάσεις, που κατατίθενται πέντε τουλάχιστον ημέρες προ της συζητήσεως, αντίθετη αίτηση για τα ίδια ακίνητα για τα οποία ζητείται οριστικός προσδιορισμός (εάν δε η αίτηση αυτή περιέχει και αίτημα για παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης ο καθού δύναται με τις εμπρόθεσμες προτάσεις του να ασκήσει και αντίθετη αίτηση για την αποζημίωση αυτή) και γ) Όταν όμως στην αίτηση που ασκείται (από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο -όπως τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση-) ενώπιον του Εφετείου δεν περιέχεται και αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως δεν μπορεί να ζητηθεί ούτε από τον καθού η αίτηση προσδιορισμού της οριστικής αποζημιώσεως με αντίθετη αίτηση ασκούμενη με τις προτάσεις, ακόμη και εκείνες της πρώτης συζητήσεως, εφόσον το κεφάλαιο για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αυτής αποζημιώσεως για το εναπομείναν τμήμα, είναι διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στον προσδιορισμό της αποζημιώσεως για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, και δεν αφορά το αντικείμενον της απαλλοτριώσεως, το οποίον έχει εισαχθεί παραδεκτώς με την κυρία αίτηση, ενώπιον του Εφετείου, ούτε είναι παρεπόμενο αυτού.- Στην προκειμένη περίπτωση:
Α) Οι εκ των αναιρεσειόντων, Μ. συζ. Π. Π. (πρώτη), Μ. συζ. Π. Μ. (δεύτερη), Α. Κ., Κ. Γ., Θ. Γ., Β. Γ. και Δ. συζ. Κ. Γ. (υπό στοιχεία 4α, 4γ και 4Β1 και 4Β3), Γ. Μ. και Π. Μ. (υπό στοιχεία 9α και 9β) και Α. Μ. (δέκατη) ήσκησαν ενώπιον του Εφετείου την από 10ης Μαΐου 2001 αίτησή τους, η οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου (βλεπ.
φυλλ. 28ον αυτής στην αρχή) συνεκδικάσθηκε με τις λοιπές αιτήσεις μεταξύ των οποίων και την υπ'αριθμ. 41/01 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου. Ήσαν δε οι εν λόγω αναιρεσείοντες διάδικοι και στην πρώτη συζήτηση της υποθέσεως με την μνησθείσα ιδιότητά τους, όταν εξεδόθη η υπ'αριθμ. 116/02 απόφαση του Εφετείου με την οποίαν διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη.
Οι ειρημένοι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της άνω αιτήσεώς τους ζήτησαν να επιδικασθεί σαυτούς ιδιαίτερη αποζημίωση για τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως και στην εν λόγω αίτησή τους ακίνητα, ήτοι τα υπ'αριθμ. κτηματολογικού πίνακος 12 (798), 22β (818), 59 (1006), 156 (149) και 158 (151) αντιστοίχως (βλεπ.
αιτητικό φυλ. 13ον και 16ον), τα οποία εναπέμειναν μετά την απαλλοτρίωση. Επί του αιτήματος αυτού της ως άνω αιτήσεως των μνησθέντων αναιρεσειόντων δεν απεφάνθη η προσβαλλόμενη, όπως εξ αυτής (σκεπτικού και διατακτικού της) συνάγεται (βλεπ. φυλ. 37, 41, 43 και 60 υπό στοιχ. Α και 61 υπό στοιχ. Β, όπου καθορίζεται για τα εν λόγω ακίνητα μόνον οριστική τιμή μονάδος και όχι όπως θα έπρεπε και αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματά τους, ούτε απορρίπτεται το ως άνω αίτημα των προαναφερομένων αναιρεσειόντων σε σχέση με τα μνησθέντα ακίνητά τους.- Συνεπώς η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 9 ΚΠολΔ γιαυτό και πρέπει κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 παρ. 9 ΚΠολΔ λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί κατά τούτο, ήτοι μόνον ως προς τη μη επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ως άνω ακινήτων των μνησθέντων αναιρεσειόντων.- Β) Οι εκ των αναιρεσειόντων Γ.
Ι. (τρίτος), Ε. Κ. (πέμπτη), Λ. Κ. - Σ. (Ε. Π., Κ. Σ., Λ. Σ. υπ'αριθμ. 7α έως 7δ') και Δ. Γ. όγδοος, οι οποίοι ήσαν καθών στην ως άνω αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου την 7-1-2002 (βλεπ. πράξη καταθέσεως) κατέθεσαν ως καθών στην αίτηση αυτή προτάσεις (η συζήτησης της αιτήσεως του Δημοσίου έγινε την 8-2-2002) με τις οποίες ζητούσαν να προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα αναφερόμενα (στην αίτηση του Δημοσίου και στις εν λόγω προτάσεις τους ακίνητα).
Η ούτως ασκηθείσα ανταίτησή τους εμπρόθεσμη (πλέον των πέντε ημερών προ της συζητήσεως) ήταν και παραδεκτή, διότι στην αίτηση του δημοσίου εμπεριείχετο και αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης. Ειδικότερα στην εν λόγω αίτηση (βλεπ. αιτητικό αυτής) διαλαμβανόταν: "να αναγνωρισθεί ότι δεν πρέπει να επιδικασθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων".- Τούτο όμως έχει την έννοια όχι ότι το δικαστήριο δεν έπρεπε να επιληφθεί της επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημίωσης, αλλά ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση να επιδικασθεί τοιαύτη αποζημίωση (διότι τα ακίνητα αυτά δεν υπέστησαν κατά την άποψη του αιτούντος Ελλ.
Δημοσίου, μείωση της αξίας τους). Εν όψει τούτων η ως άνω αίτηση ήταν παραδεκτή και ουχί ορθώς το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την ειρημένη αίτηση των ως άνω αναιρεσειόντων (βλεπ. φυλ. 35ον της προσβαλλόμενης). Γι'αυτό πρέπει κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 παρ. 14 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 παρ. 8 ΚΠολΔ) λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το εν λόγω τμήμα αυτής και αναφορικώς προς τους ως άνω αναιρεσείοντας.- Γ) Η (έκτη) εκ των αναιρεσειόντων Σ.
Ι. κατά τη συζήτηση της ως άνω αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, παρενέβη (βλεπ. προσβαλλομένη φυλ. 22ον, όπου η εν λόγω αναιρεσείουσα φέρει αριθμόν 39 ως παρεμβαίνουσα) με τις από 7.1.02 έγγραφες προτάσεις (άρθρ. 20 § 6 και 19 § 5 του Ν. 2882/01) και ζήτησε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα του υπ' αριθμ. κτηματολ.
πίνακος 66 (974) ακινήτου της. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του (βλεπ. φυλ. 60ον αυτής) καθόρισε για το απαλλοτριωθέν τμήμα του εν λόγω ακινήτου της παρεμβαίνουσας αποζημίωση σε 10,29 ευρώ ανά μ2, πλην όμως δεν επελήφθη της εκδικάσεως του αιτήματος για επιδίκαση σαυτήν ιδιαίτερης αποζημιώσεως (του εναπομείναντος τμήματος του μνησθέντος ακινήτου της παρεμβαίνουσας - αναιρεσείουσας, για το οποίον ακίνητον υπήρχε αναφορά στο διατακτικόν της άνω αιτήσεως του Ελλ.
Δημοσίου). Τούτο προκύπτει εκ του αιτιολογικού (όπου στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται λόγος μόνον για το απαλλοτριωθέν τμήμα (και του διατακτικού της αποφάσεως όπου, ως ελέχθη καθορίζεται αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος τμήματος αλλά και εκ του ότι στο φύλλον 61ον δεν περιλαμβάνεται το εν λόγω ακίνητον μεταξύ άλλων ακινήτων της Ν.
Καρβέλης για τα οποία επιδικάζεται ιδιαίτερη αποζημίωση, αλλά ουδέ απορρίπτεται το ως άνω αίτημα.- Συνεπώς το Εφετείον υπέπεσεν στην πλημμέλειαν του άρθρου 559 § 9 ΚΠολΔ και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 § 9 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η προσβαλλομένη ως προς το μέρος της αυτό (την μη επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως του ακινήτου της αναιρεσείουσας αυτής κατά το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του υπ'αριθμ. 66 ακινήτου.- Και Δ) Ως προς τον (ενδέκατον) αναιρεσείοντα Α.
Β. του Γ., ο αναιρεσείων αυτός φέρεται κύριος του υπ'αριθμ. κτηματολογικού πίνακος 8 (797) ακινήτου κειμένου στην Ν. Καρβέλη.- Ο εν λόγω αναιρεσείων δεν είναι καθού στην αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, ούτε προσκομίζονται έγγραφες και εμπρόθεσμες προτάσεις αυτού ως καθού στην αίτηση αυτή του Ελλ. Δημοσίου. Περαιτέρω ναι μεν από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλεπ.
φυλ. 26 αριθμ. 96) προκύπτει ότι ο ειρημένος αναιρεσείων άσκησε παρέμβαση (βλεπ. διατακτικό της προσβαλλομένης, όπου για το εν λόγω ακίνητο του αναιρεσείοντος αυτού καθορίσθη οριστική τιμή μονάδος), πλην όμως η εν λόγω παρέμβαση δεν προσκομίζεται, ώστε να ελεγχθεί, εάν υπήρχε και αίτημα για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης του φερομένου ως εναπομείναντος του ως άνω ακινήτου του αναιρεσείοντος.- Ενόψει, τούτων πρέπει να απορριφθεί ο από το άρθρο 559 § 9 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο αίτημα του αιτούντος αυτού για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης.
Σημειώνεται ότι (εν σχέσει προς τον αναιρεσείοντα αυτόν Α. Β.) οι περιλαμβανόμενοι στην αίτηση αναιρέσεως λόγοι, από το άρθρ. 559 § § 1, 8 και 17 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι δεν περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαραίτητα κατά το άρθρ. 118 § 4, 561 § 1, 577 § 3 και 578 ΚΠολΔ στοιχεία αυτών. Επίσης είναι απορριπτέος ο από το άρθρο 559 § 19 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ουσιαστικήν έρευναν και στην προκειμένην περίπτωση δεν προκύπτει κατά τα ήδη εκτεθέντα ότι εισήχθη στο δικαστήριο αίτηση με το προαναφερόμενο περιεχόμενον, της ουσιαστικής ερεύνης της οποίας επελήφθη το Εφετείον.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Α) Απορρίπτει την από 1-3-04 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 509/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης μόνον ως προς τον ενδέκατον αναιρεσείοντα Α. Β. του Γ..
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα αυτόν στην δικαστικήν δαπάνην του αναιρεσιβλήτου, την οποίαν ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων πενήντα (650) Ευρώ.
Β) Αναιρεί την υπ'αριθμ. 509/2003 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατά το μέρος που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της παρούσης (ως προς τους λοιπούς 1ην έως και 10ον αναιρεσείοντας).
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω έρευναν στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην δικαστική δαπάνη των ως άνω αναιρεσειόντων, την οποίαν καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2005. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ