Legislator Case Law & Legislation
529/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against conviction for money laundering due to contradictory bank account details in judgment.

Case Number 529/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a second-instance conviction for money laundering. The court found that the lower court's judgment contained contradictory information regarding bank account holders and the specific bank branch used for transactions. Consequently, the court ruled that the original decision lacked the required specific and reasoned justification, necessitating a new trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 469, 510, 519 of the Code of Criminal Procedure; The court must reject a criminal judgment if the reasoning contains contradictions regarding material facts or the identity of parties involved in the crime, thereby violating the requirement for specific and reasoned justification.

Keywords

AI generated
money laundering conviction contradictory bank details lack of reasoned justification appeal admissibility new trial remand identity of accomplice procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 469 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
Article 2 of Law 2331/1995
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 529 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 529/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά-Εισηγήτρια, Παναγιώτα Πασσίση και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαρτίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης - Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Β., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καραμανλή, για αναίρεση της αποφάσεως 1307α, 2032/2022 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ανυφαντή.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 4065/29-5-2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 26-5-2023 αίτηση του Ν. Μ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ 1307α,2032/2022 απόφασης του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ,με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό για την αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δράση κατ'εξακολούθηση με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 περ.

α' του ΠΚ σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2)ετών με τριετή αναστολή, που καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 10-5-2023 , έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση που επιδόθηκε στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-5-2023(466παρ1,473παρ2,3, 474παρ2Α,4,504παρ1,505παρ1α ΚΠΔ)και είναι παραδεκτή, καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους α)της απόλυτης ακυρότητας της ακροαματικής διαδικασίας, β)της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης ,γ)της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α, Δ' και Ε' του ΚΠΔ) και ως εκ τούτου πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων αναιρετικών της λόγων.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995, όπως αυτό ίσχυε μέχρι τις 13-12-2005, "Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα.

Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής". Οι διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3424/2005 ως εξής: "1.α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β.

Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη αν έδρασε ως υπάλληλος των νομικών προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 2α' παρ. 1 και με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών αν ασκεί τέτοιου είδους πράξεις κατ' επάγγελμα ή είναι υπότροπος ή έδρασε στα πλαίσια οργανωμένης εγκληματικής ή τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης", ίσχυσαν δε, με τη μορφή αυτή, από τις 13- 12-2005 έως τις 4-8-2008.

Από τις 5-8-2008, ισχύει πλέον ο Ν. 3691/2008, ο οποίος στο άρθρο 45 παρ. 1 προβλέπει ότι "α. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες ευρώ (20.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο ευρώ (1.000.000 ευρώ), τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, β. Ο υπαίτιος των πράξεων του προηγούμενου στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες ευρώ (30.000 ευρώ) έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (1.500.000 ευρώ), αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα των στοιχ.

γ', δ' και ε' του άρθρου 3 του παρόντος, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης, γ. Ο υπαίτιος των πράξεων του στοιχείου α' τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000 ευρώ) έως δύο εκατομμύρια ευρώ (2.000.000 ευρώ), αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας".

Ως νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες νοείται η διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μεταμφιέζονται με τέτοιο τρόπο ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται ως νόμιμη. Για να μπορεί να γίνει λόγος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, απαιτείται να έχει προηγηθεί μια άλλη εγκληματική δραστηριότητα, η οποία περιγράφεται στο νόμο ως βασικό έγκλημα.

Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα προϋποθέτει αντικειμενικά μεν (εναλλακτικά) μετατροπή ή μεταβίβαση, απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, απόκρυψη ή συγκάλυψη της αλήθειας όσον αφορά τη φύση, την προέλευση και την κυριότητα τέτοιας περιουσίας, συμμετοχή σε μία από τις ανωτέρω πράξεις, σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της κλπ, υποκειμενικά δε άμεσο δόλο, ως προς την παράνομη προέλευση των εσόδων, επιπλέον δε στον πρώτο τρόπο τέλεσης του εγκλήματος, δηλαδή τη μετατροπή ή μεταβίβαση περιουσίας και σκοπό συγκάλυψης της αληθούς προέλευσης της περιουσίας αυτής, ή παροχής συνδρομής σε άλλον, που εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του.

Απαιτείται, δηλαδή, σκοπός δημιουργίας σύγχυσης ως προς το νομιμοποιούμενο αντικείμενο ή το πρόσωπο του δράστη που το εξασφάλισε. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικά μικτό με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, έγκλημα, δηλαδή, σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη συγκάλυψης της προέλευσης περιουσίας ή παροχής σε άλλον συνδρομής για συγκάλυψη.

Πρέπει να σημειωθεί ότι με το Ν. 3424/2005 εισήχθη αλλαγή, η οποία συνίσταται στο ότι δεν αρκεί πλέον ο ενδεχόμενος δόλος του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας, αλλά απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει ως βέβαιο ότι η περιουσία την οποία νομιμοποιεί προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα.

Συνεπώς, επί των σχετικών πράξεων που έχουν τελεστεί υπό το καθεστώς ισχύος του Ν. 2331/1995 εφαρμοστέος, ως ευμενέστερος, είναι ο Ν. 3424/2005, που αξιώνει, για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, τη συνδρομή άμεσου δόλου του υπαιτίου ως προς την προέλευση της προς νομιμοποίηση περιουσίας.

Εξάλλου, στο άρθρο 2 παρ. 2 στοιχ. δ' του μεταγενέστερου Ν. 3691/5-8-2008 τυποποιείται για πρώτη φορά ως τρόπος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος "η χρησιμοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με την τοποθέτηση σ' αυτόν ή η διακίνηση μέσω αυτού εσόδων που προέρχονται από εγκληματικές δραστηριότητες με σκοπό να προσδοθεί νομιμοφάνεια στα εν λόγω έσοδα", δηλαδή ότι μπορεί να θεωρηθεί η απλή και μόνο κατάθεση σε Τράπεζα του προϊόντος ενός εγκλήματος, εφόσον αποδεικνύεται και η συνδρομή του σκοπού πρόσδοσης νομιμοφάνειας στα έσοδα αυτά, ως αυτοτελής πράξη νομιμοποίησης εσόδων.

Όμως, και υπό το κράτος της ισχύος του προηγούμενου νόμου, δεν αποκλειόταν η νομιμοποίηση εσόδων που προέρχονταν από εγκληματική δραστηριότητα να γίνει με κατάθεση αυτών σε Τράπεζα, εφόσον ο δράστης, με τον τρόπο αυτό, συγκάλυπτε την παράνομη προέλευση των εσόδων, τα οποία προέρχονταν από παράνομη δραστηριότητα και το γνώριζε με σκοπό να προσδώσει στα εν λόγω έσοδα νομιμοφανή υπόσταση μέσω του τραπεζικού συστήματος (ΑΠ 318/2022, ΑΠ 1175/2022, ΑΠ 516/2021, ΑΠ 891/2020, ΑΠ 1177/2019, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 469/2018, ΑΠ 235/2013).

Ήδη με το νέο Ν. 4557/2018 "Πρόληψη - Καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες" (ΦΕΚ Α 139/30-7-2018), με το άρθρο 54 παρ.2 του οποίου καταργήθηκαν τα άρθρα 1 έως και 54 του Ν.3691/2008, στο άρθρο 39 παρ.1 περ.α' ορίζεται ότι "ο υπαίτος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες τιμωρείται με κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη και με χρηματική ποινή από τριακόσιες (300) έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες, ενώ στην περ.γ' της παρ.1 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο υπαίτιος των πράξεων της περ.α τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από δύο χιλιάδες (2.000) έως δέκα χιλιάδες (10.000) ημερήσιες μονάδες, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή ως μέλος εγκληματικής οργάνωσης, η οποία επιδιώκει την τέλεση πράξεων νομιμοποίησης.

Ο νέος δηλαδή Ν. 4557/2018 είναι επιεικέστερος ως προς τις ποινικές κυρώσεις του άρθρου 39 παρ.1 περ.α' και γ' έναντι του άρθρου 45 παρ.1 περ.α' και γ' του προϊσχύσαντος Ν. 3691/2008 αφού προβλέπει χαμηλότερα πλαίσια ποινής κάθειρξης. . Αρχικά στο άρθρ. 1 εδ. α', περ. αζ' ν. 2331/95 είχε προβλεφθεί μεταξύ των βασικών εγκλημάτων και η υπεξαίρεση, πλην όμως σύμφωνα με το ισχύον κατά τον χρόνο τέλεσης άρθρ. 1 εδ.

α' ν. 2331/95, όπως αντικατ. με το άρθρ. 2§1 ν. 3424/05 το άνω αδίκημα δεν προβλεπόταν στον σχετικό κατάλογο των βασικών εγκλημάτων, οπότε η κακουργηματική υπεξαίρεση υπαγόταν σαφώς στην ρύθμιση της περίπτ. (ιι) του εδαφ. α' του ίδιου άρθρου, κατά την οποία στα βασικά εγκλήματα συγκαταλεγόταν : "Κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ".

Ακολούθως αντιστοίχως ίσχυσε το άρθρ. 3 εδ. ιη' ν. 3691/08 (όπως αναρίθμ. σε ιθ' με άρ. 77§1 ν. 3842/10 και σε κ' με άρ. 8§2 ν. 4042/12) κατά το οποίο : "Ως εγκληματικές δραστηριότητες νοούνται η διάπραξη ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα αδικήματα που καλούνται εφεξής "βασικά αδικήματα" : α) ......κ') κάθε άλλο αδίκημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος".

Μετά την κατάργηση του ν. 3691/08 η αντίστοιχη διάταξη του νέου ν. 4557/18, δηλ. το άρθ. 4 εδ. ιη', προέβλεψε ακριβώς την ίδια ρύθμιση, η οποία όμως αντικατ. με το άρ. 3 ν. 4734/ΦΕΚ Α'196/ 8-10-20 ως εξής : "Για τους σκοπούς του παρόντος, ως "βασικά αδικήματα" νοούνται τα ακόλουθα: α )......ιη) κάθε άλλο αδίκημα από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης".

Ακολούθησε το άρθρ. 27 ν. 4736/ ΦΕΚ Α' 200/ 20-10-2020, σύμφωνα με το οποίο : "Κατά την αληθή έννοια της περ. ιη' του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 (Α' 139), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 4734/ 2020 (Α' 196), στα "βασικά αδικήματα" του ν. 4557/2018, περιλαμβάνονται όλα τα αδικήματα από τα οποία προκύπτει περιουσιακό όφελος και τα οποία τιμωρούνται τουλάχιστον με ποινή φυλάκισης".

Εν τέλει το άρθρ. 5 ν. 4816/ ΦΕΚ Α 118/ 9-7-21, αφενός μεν αντικατέστησε εκ νέου την άνω ρύθμιση ως εξής: "Για τους σκοπούς του παρόντος, ως "βασικά αδικήματα" νοούνται τα ακόλουθα: α) ...... κα) κάθε άλλο έγκλημα που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των τριών (3) μηνών, από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος", αφετέρου δε αντικατέστησε ολόκληρο το άρθρ. 4 ν. 4557 και πρόβλεψε πάλι ειδικά στην ζ' περίπτ.

ως βασικό έγκλημα την υπεξαίρεση "κατά το άρθρο 375 ΠΚ", δηλ. και στην βασική πλημμεληματική της μορφή. Από τα προεκτεθέντα ευχερώς συνάγεται, ότι από τις ανωτέρω διατάξεις η εφαρμοζόμενη ως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο κατ' άρ. 2 Π.Κ είναι αυτή του άρθρ. 1 εδ. α', περίπτ.ιι ν. 2331/95, όπως αντικ. με άρθρ. 2§1 ν. 3424/05, επειδή προέβλεπε υψηλότερο ελάχιστο όριο ποινής για να ενταχθεί κάποιο περιουσιακό αδίκημα στα βασικά και να τιμωρηθεί η επακόλουθη νομιμοποίηση των εξ αυτού προελθόντων εσόδων, καθώς επίσης υψηλότερο ελάχιστο όριο επιτευχθείσης εγκληματικής περιουσίας.

Περαιτέρω, όταν δε αυτουργός της πράξης είναι το ίδιο πρόσωπο, συρρέει με εκείνο πραγματικά, με διακεκριμένη και διαφορετική καθένα απαξία (ΑΠ 726/2021, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 1080/2019, ΑΠ 54/2017). Όπως προεκτέθηκε, το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα δεν στοιχειοθετείται χωρίς το προηγούμενο βασικό αδίκημα. Η βασική δε αυτή εγκληματική δραστηριότητα, η οποία αναγκαίως ερευνάται, δεν πρέπει να εικάζεται ή να πιθανολογείται, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται επαρκώς και εξατομικευμένα ως προς το χρόνο τέλεσης και τους δράστες αυτής, έστω και αν δεν υπάρχει κατ' αυτών κατηγορία.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 2331/1995, ως περιουσία νοείται "Τα περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων", την ίδια δε έννοια έχει η περιουσία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3691/2008, για τους σκοπούς του παρόντος νόμου τα έσοδα περιλαμβάνονται στην έννοια της περιουσίας καθώς και του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 4557/2018, με τη διευκρίνιση ότι σ' αυτήν (περιουσία) περιλαμβάνονται, κατά την έννοια του νόμου, και στοιχεία οποιασδήποτε μορφής, έντυπης, ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και τα έσοδα από το βασικό έγκλημα Η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.

ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Περαιτέρω, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την δικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείται ειδικά ο προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να είναι αναγκαία αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.

Δεν είναι απαραίτητη όμως, η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα Η επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει, να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του.

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.2 και 333 παρ.2 του Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής ή ακόμη την αναστολή της ποινικής δίωξης. (ΑΠ 338/2022, ΑΠ 67/2022).

Ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και συνεπώς της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα δεν είναι ουσιώδεις ,αυτοτελείς και συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά απαντά σε αυτούς με την περί ενοχής απόφασή του (ΑΠ 185/2022) Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ΑΠ185/2022, ΑΠ25/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 132/2020).

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Εξάλλου, με τη διάταξη της ΕΣΔΑ που ορίζει ότι ''παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικαστεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου Δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως'', προκύπτει, ότι η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το δικαστήριο, δηλαδή το δικαστήριο να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι. Παραβίαση της ως άνω αρχής πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ. και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α'ΚΠΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ'είδος σ'αυτή δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Εμπορική Τράπεζα από 28.06.2013 συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, η οποία, έκτοτε, υποκαταστάθηκε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της πρώτης (βλ.

την με αριθμό ... πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Σ., την με αριθμό Κ2- 4580/2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και την σχετική καταχώρηση στο Γ.Ε.Μ.Η. στις 28.06.2013). Η συγκατηγορουμένη του αναιρεσείοντος Α. Π. του Γ. προσλήφθηκε ως υπάλληλος από την Εμπορική Τράπεζα το έτος 1996 και αφού προηγουμένως είχε εργασθεί στην ίδια Τράπεζα ως καθαρίστρια.

Απασχολήθηκε στο κατάστημα Ασπροπύργου της παραπάνω Τράπεζας, ως υπάλληλος γραφείου αρχικώς ως ταμίας και στη συνέχεια και μέχρι το έτος 2004, ως αναπληρώτρια Προϊσταμένη εργασιών μέχρι το έτος 2006 και έκτοτε ως Προϊσταμένη εργασιών μέχρι 08.02.2010, οπότε μετατέθηκε στο κατάστημα Μεγάρων της ίδιας Τράπεζας.

Κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 2003 έως το Φεβρουάριο του 2010 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος υπό την ιδιότητα της υπαλλήλου στο Κατάστημα Ασπροπύργου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ η οποία από 23-9-2013 συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως με την ήδη εγκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που έλαβε και κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητας της συνολικού ποσού που υπερέβαινε το ποσό των 120.000 ευρώ το δε όφελος που επιδίωξε και πέτυχε και η προκληθείσα ζημία στην εγκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Ειδικότερα ιδιοποιήθηκε παράνομα αρχικά με την ιδιότητα του ταμία και μετέπειτα ως προϊσταμένη καταθέσεως το συνολικό ποσό του 1.122.083,71 ευρώ, προκαλώντας αντίστοιχη ζημία στην εγκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ. Ακολούθως όσον αφορά τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά " Ο δεύτερος κατηγορούμενος τηρούσε το κατάστημα Ασπροπύργου της Εμπορικής Τράπεζας λογαριασμούς προθεσμιακών καταθέσεων που ανήλθαν κατά το χρονικό διάστημα από Ιούλιο 2008 μέχρι Μάρτιο 2010 στο ποσόν των 141.000 ΕΥΡΩ.

Επίσης ο δεύτερος κατηγορούμενος διατηρούσε από 15-11-2007 στο κατάστημα Μάνδρας Αττικής της ALPHABANK κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχο τον υιό του Β. Μ. Κατά το χρονικό διάστημα από 15.11.2007 έως 05.02.2010 διενεργήθηκαν στον παραπάνω λογαριασμό καταθέσεις συνολικού ύψους 471.000 ΕΥΡΩ. Από το ποσόν αυτό ποσόν 242.000 ΕΥΡΩ κατατέθηκε σε μετρητά και ποσόν 229.000 ΕΥΡΩ κατατέθηκε από προϊόν επιταγών.

Στις 04.05.2011 έγινε ανάληψη ποσού 200.000 ΕΥΡΩ από τον λογαριασμό αυτό και εκδόθηκε επιταγή στο όνομα του Β. Μ. Η επιταγή αυτή κατατέθηκε την ίδια ημέρα στο λογαριασμό ταμιευτηρίου με αριθμό ... που τηρούνταν στο κατάστημα Μεγάρων της Εμπορικής Τράπεζας με συνδικαιούχους τον Β. Μ. και τον Ν. Μ. Στο ίδιο κατάστημα την ίδια ημέρα ανοίχθηκε κοινός λογαριασμός με αριθμό ...

στο όνομα της πρώτης κατηγορουμένης με συνδικαιούχο τον Β. Μ. και κατατέθηκε ποσόν 150.000 ΕΥΡΩ που αναλήφθηκε από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό του δευτέρου κατηγορουμένου και του υιού του Β. Μ. Στη συνέχεια ανοίχθηκε προθεσμιακή κατάθεση ποσού 150.000 ΕΥΡΩ στο όνομα της δεύτερης κατηγορουμένης και του Β.

Μ. με ισόποση ανάληψη από τον με αριθμό ... ως άνω λογαριασμό, η οποία προθεσμιακή κατάθεση εξοφλήθηκε πρόωρα και ποσόν 88.000 ΕΥΡΩ αναλήφθηκε από την πρώτη κατηγορουμένη. Το ποσόν των 471.700 ΕΥΡΩ αποτελεί μέρος του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού των 1.122.083,71 ΕΥΡΩ, το οποίο αυτή μεταβίβασε στον δεύτερο κατηγορούμενο και αυτός διαδοχικά απέκτησε, διαχειρίστηκε και κατέθεσε στον ως άνω με αριθμό ...

τραπεζικό λογαριασμό τελώντας εν γνώσει αμφότεροι κατηγορούμενο ότι αυτό αποτελεί προϊόν της προαναφερθείσας υπεξαίρεσης και με σκοπό την απόκρυψη της παράνομης προέλευσής του και της συγκάλυψης της αλήθειας με τη χρήση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ώστε να προσδοθεί σε αυτό νομιμοφάνεια. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η σχέση των κατηγορουμένων ήταν άριστη, χρονολογούνταν από πολλών ετών και γνώριζαν αμοιβαία πολύ καλά τις οικονομικές δυνατότητες και τις συνθήκες ζωής του καθενός από αυτούς.

Συνεπώς, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι τα εισοδήματά τους δεν επέτρεπαν την συγκέντρωση του παραπάνω κεφαλαίου. Ο δεύτερος κατηγορούμενος αρνείται την πράξη που του αποδίδεται ισχυριζόμενος ότι το ποσόν της κατάθεσης αποτελεί αποταμίευση και οικονομίες από τα εισοδήματά του. Ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος, αφού αποδείχθηκε ότι τα εισοδήματά του, όπως αυτά καταδεικνύονται στις φορολογικές του δηλώσεις, αλλά και των σύνολο των εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ουδόλως δικαιολογούν καταθέσεις αυτού του ύψους. Πρέπει, συνεπώς, ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος ".

Ακολούθως το ανωτέρω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Ν. Μ. του Β., κάτοικο ... της αξιόποινης πράξης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' εξακολούθηση και μετά την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84παρ2αΠΚ του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2)ετών με τριετή αναστολή με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό

"Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο Ν. Μ. του ότι Στον Ασπρόπυργο, κατά το χρονικό διάστημα από 15-11-2007 έως 4-5-2011, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα απέκτησε περιουσία εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες και δη από την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης με συνολικό όφελος και ζημία άνω των 120.000 ευρώ σε βάρος της εδρεύουσας στην ημεδαπή τράπεζας ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., με σκοπό την απόκρυψη της παράνομης προέλευσής τους και τη συγκάλυψη της αληθούς προέλευσης αυτών, μετεβίβασε δε και διαχειρίστηκε περιουσία εν γνώσει κατά τον χρόνο κτήσης ότι αυτή προέρχεται από την ως άνω εγκληματική δραστηριότητα και χρησιμοποίησε τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τοποθετώντας σε αυτόν έσοδα που προέρχονται από αυτήν την εγκληματική δραστηριότητα με σκοπό να προσδοθεί σε αυτά νομιμοφάνεια.

Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο απέκτησε από την κατηγορουμένη Α. Π. το συνολικό ποσό των 471.700 ευρώ, που αποτελούσε μέρος του υπεξαιρεθέντος συνολικού ποσού του 1.122.083,71 ευρώ, το οποίο ο κατηγορούμενος κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κατέθεσε διαδοχικά στον με αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα (ειδικότερα κατέθεσε 242.200 ευρώ σε μετρητά και 229.500 ευρώ σε επιταγές), τελώντας αμφότεροι οι κατηγορούμενοι εν γνώσει ότι αυτό αποτελεί προϊόν της ως άνω αξιόποινης πράξης υπεξαίρεσης.

Ακολούθως, στις 4-5-2011 ο κατηγορούμενος ανέλαβε από το ανωτέρω ποσό των 471.700 ευρώ το ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσε με τραπεζική επιταγή στον με αριθμό ... τραπεζικό του λογαριασμό στην Εμπορική Τράπεζα και έπειτα την ίδια ημέρα μεταβίβασε την Α. Π. από το ανωτέρω ποσό των 200.000 ευρώ το ποσό των 150.000 ευρώ με κατάθεση σε νέο τραπεζικό λογαριασμό με αριθμό ..., στον οποίο τέθηκαν συνδικαιούχοι ο Ν.

Μ. κα η Α. Π. Ακολούθως, ανοίχθηκε προθεσμιακή κατάθεση ποσού 150.000 ευρώ στα ονόματα των Ν. Μ. και Α. Π., η οποία προθεσμιακή κατάθεση στις 20-7-2011 εξοφλήθηκε πρόωρα και ποσό 88.000 ευρώ ανέλαβε η Α. Π. σε μετρητά". Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται ,το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασίας και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά συγκεκριμένων κινήσεων στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσείοντα με συνδικαιούχο τον υιό του Β. Μ. στο υποκατάστημα της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ στην ... από το έτος 2007 έως το 2011 με αριθμό ... και ύψος καταθέσεων 471.000 €, οι οποίες κινήσεις να συνδέονται χρονικά με αντίστοιχες πράξεις υπεξαίρεσης της συγκατηγορουμένης του - υπαλλήλου της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ - Α.

Π. σε βάρος της ίδιας τράπεζας, ώστε να προκύψει ότι έγιναν καταθέσεις υπεξαιρεθέντων χρημάτων σε αυτόν τον τραπεζικό λογαριασμό και μέσω αυτού διακίνηση των εσόδων ύψους 471.000 €, που φέρεται ότι αυτός αποκόμισε από την εγκληματική δραστηριότητα (κακουργηματική υπεξαίρεση κατ' εξακολούθηση συνολικού ύψους 1.222.083,71 €) που τέλεσε η συγκατηγορουμένη του β) Επίσης, η προσβαλλομένη απόφαση δεν αιτιολογεί καθόλου τον απαιτούμενο για την νομιμοποίηση εγκληματικών εσόδων άμεσο δόλο β' βαθμού παραθέτοντας περιστατικά που δικαιολογούν, αφενός μεν την γνώση του ήδη αναιρεσείοντα για τις πράξεις της υπεξαίρεσης της ανωτέρω αυτουργού, αφετέρου δε τον σκοπό του να αποκρύψει και να συγκαλύψει την προέλευση των υπεξαιρεθέντων χρημάτων και να τους προσδώσει νομιμοφάνεια με καταθέσεις αυτών στον τραπεζικό του λογαριασμό και περαιτέρω διακίνησή τους, τονιζομένου ότι αυτός δεν κατηγορήθηκε, ούτε ως συμμέτοχος, για το βασικό έγκλημα της κακουργηματικής κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεσης της Α.

Π. γ) Εξάλλου η παραδοχή της προσβαλλομένης ότι τα εισοδήματά του ήδη αναιρεσείοντα, όπως αυτά καταδεικνύονται από τις φορολογικές του δηλώσεις και από το σύνολο των εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, "δεν δικαιολογούν καταθέσεις αυτού του ύψους", είναι ελλιπής, ασαφής και αόριστη, αφού το δικαστήριο ναι μεν καθόρισε το ύψος των καταθέσεων (δηλ. 471.000 €), όχι όμως και τι ακριβώς "κατέδειξαν" οι φορολογικές του δηλώσεις και ποια έτη αφορούσαν αυτές, ενώ ουδόλως απασχολήθηκε με τον ισχυρισμό του περί φορολογίας των ιδιοκτητών και οδηγών ταξί - όπως ο ίδιος - βάσει τεκμαρτού εισοδήματος, καίτοι πράγματι αυτοί οι επιτηδευματίες από την χρήση του έτους 1999 και μέχρι 30-6-2010 φορολογούνταν βάσει του προβλεπόμενου στον νόμο (χαμηλού) τεκμαρτού ποσού καθαρού εισοδήματος δυνάμει του άρθρ. 33§5 εδ.

α' ν. 2238/94, περί Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 6§1 ν. 2753/99, 4§5 ν. 2873/ 2000, 9 ν. 2948/01, 7§4 ν. 3091/02, 31§§1,2 ν. 3296/04, 4§§2,3 ν. 3522/06 και 2 ν. 3763/09, καταργηθέντος εν τέλει αυτού του τρόπου φορολογίας από 1-7- 2010 δυνάμει του άρθρ. 6§3 ν. 3842/2010 (βλ. και οδηγία του Υπουργείου Οικονομικών/ Δνσης Φορολογίας Εισοδήματος με αριθμ. 1054340/ 965/ Α0012/ 3-7-2008).Περαιτέρω, μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης υπάρχουν ουσιώδεις αντιφάσεις με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συγκεκριμένα :

α) Στο διατακτικό ο υπ' αριθμ. ... τραπεζικός λογαριασμός του αναιρεσείοντα με συνδικαιούχο τον υιό του Β. Μ., όπου φέρονται ότι κατατέθηκαν διαδοχικά τα υπεξαιρεθέντα από την Α. Π. χρήματα, αναφέρεται ότι τηρούνταν στην παθούσα της υπεξαίρεσης ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, χωρίς μνεία υποκατ/τος, ενώ στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο ίδιος λογαριασμός τηρούνταν από 15-11- 2007 στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, στην .... (Σημειωτέον ότι η Εμπορική Τράπεζα από 28-6-2013 συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από τηνΑΛΦΑ Τράπεζα η οποία έκτοτε υποκαταστάθηκε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της πρώτης).

Η αντίφαση αυτή όσον αφορά τον χρησιμοποιηθέντα χρηματοπιστωτικό φορέα δημιουργεί περαιτέρω ασάφεια και λογικό κενό για την ταυτότητα του εγκλήματος, σχετικά δηλ. με το ποια τράπεζα (η παθούσα ΕΜΠΟΡΙΚΗ ή η ΑΛΦΑ) χρησιμοποιήθηκε για να προσδοθεί νομιμοφάνεια στο φερόμενο ως υπεξαιρεθέν ποσόν των 471.000€.

β) Στο μεν σκεπτικό όσον αφορά τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό που ανοίχθηκε στις 4-5-2011 στο υποκατ/μα Μεγάρων της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, συνδικαιούχος με την κατηγορουμένη Α. Π. του κατατεθέντος ποσού των 150.000 € (που φερόταν ως τμήμα του υπεξαιρεθέντος από την τελευταία ποσού των 471.000€) μνημονεύεται ο Β.

Μ., υιός του ήδη αναιρεσείοντα, ενώ στο διατακτικό μνημονεύεται ως συνδικαιούχος του ίδιου λογαριασμού ο αναιρεσείων Ν. Μ. γ) Επίσης στο σκεπτικό αναφέρεται ότι το άνω ποσό των 150.000 € αναλήφθηκε από τον ανωτέρω υπ' αριθμ. ... λογαριασμό και απετέλεσε ισόποση προθεσμιακή κατάθεση με συνδικαιούχους την Α. Π.

και τον Β. Μ., υιό του αναιρεσείοντα, ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ότι συνδικαιούχος της πρώτης στην ίδια προθεσμιακή κατάθεση τέθηκε ο ήδη αναιρεσείων Ν. Μ. Έτσι όμως υπάρχει ουσιώδης αντίφαση ως προς το πρόσωπο του συνδικαιούχου Α. Π. στον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό λογαριασμό και στην επακόλουθη προθεσμιακή κατάθεση ύψους 150.000 €, ανακυπτούσης έτσι ουσιώδους ασάφειας για το πρόσωπο που τέλεσε την νομιμοποίηση εγκληματικών εσόδων ποσού 150.000 €.

Επομένως κατόπιν των ανωτέρω οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 1307α,2032/6-12-2022 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθ 519 ΚΠΔ).

Τέλος επειδή η ποινική ευθύνη του αναιρεσείοντος εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη της συγκατηγορουμένης του Α. Π. και οι λόγοι τους οποίους προτείνει ωφελούν και αυτήν πρέπει κατ' αριθ. 469ΚΠΔ να επεκταθεί και ως προς αυτήν το αποτέλεσμα της υπόκριση αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 1307α,2032/2022 απόφαση του Γ' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών

Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ