Legislator Case Law & Legislation
529/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for attacking family property division judgment.

Case Number 529/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final family court decision regarding marital property division. The appellant argued that the lower court erred in valuing a specific property at 53,000 euros, claiming the economic crisis and lack of habitability should have reduced this amount. The court rejected this appeal because the appellant's arguments focused solely on the analysis and weighing of evidence, which constitutes a prohibited attack on the substantive judgment under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument challenging the court's analysis and weighing of evidence regarding the valuation of marital property is inadmissible as it constitutes an impermissible attack on the substantive judgment.

Keywords

AI generated
family property division marital asset increase property valuation inadmissible appeal substantive judgment attack evidence weighing Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1400 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 485/2019 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 529 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 529/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Ζ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Πασχάλη Λαμπρόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Φ. Β. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Λιάρτη με δήλωση κατ' άρθρο ... παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/1/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 838/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/7/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 7-7-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών 838/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της από 10-3-2020 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος που δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσία την έφεσή του κατά της 32/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την από 17-1-2017 αγωγή της αντιδίκου του, ήδη αναιρεσίβλητης, περί συμμετοχής της, στα κατά τη διάρκεια του μεταξύ τους γάμου, αποκτήματα. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ "Αν ο γάμος λυθεί η ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες".

Από την ως άνω διάταξη συνάγεται, ότι προϋπόθεση γέννησης της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου είναι η κατά τη διάρκεια του γάμου αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Έτσι, δεν αποτελεί απόκτημα με την προαναφερθείσα έννοια οτιδήποτε αποκτήθηκε από τον σύζυγο πριν από την τέλεση του γάμου, ή, κατά τη διάρκεια μεν αυτού, από αιτία όμως που προϋπήρχε, όπως αυτό συμβαίνει σε περίπτωση είσπραξης από τον σύζυγο διαρκούντος του γάμου μίας απαίτησης, η αιτία της οποίας είχε γεννηθεί πριν από την τέλεσή του.

Ο δικαιολογητικός λόγος της προαναφερόμενης εξαίρεσης είναι ο ίδιος που αποκλείει τον υπολογισμό στα αποκτήματα των αποκτηθέντων από δωρεά, κληρονομιά ή κληροδοσία και συνίσταται στο ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Εάν, όμως, ένα περιουσιακό στοιχείο που απέκτησε ο σύζυγος από προϋπάρχουσα του γάμου αιτία, αξιοποιήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού, θεωρείται απόκτημα και εφόσον ο άλλος σύζυγος συνέβαλε στην εν λόγω αξιοποίηση, έχει, συντρεχουσών και των λοιπών προβλεπομένων από την προαναφερθείσα διάταξη προϋποθέσεων, αξίωση συμμέτοχης στην εκ μέρους του επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου (Α.Π. 1697/2018, Α.Π. 2042/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ,λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1103/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 319/2017). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε πως αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε επί αγωγής της αναιρεσίβλητης για συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο, κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, στις 19-7-2008, από τον οποίο απέκτησαν ένα άρρεν τέκνο, γεν.

στις 25-6-2010. ..... ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθμ. 191/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.. η οποία κατέστη αμετάκλητη την 5-10-2015... Κατά την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα ο εναγόμενος διέθετε ένα ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 62,15 τ.μ., με ΚΑΕΚ .../0/1, μετά του παρακολουθήματος αυτού, ήτοι μίας υπόγειας αποθήκης εμβαδού 12 τ.μ.

περίπου, από μία διώροφη οικοδομή, ανεγερθείσα επί οικοπέδου εμβαδού 157,52 τ.μ. κείμενου στη θέση "..." του Δήμου ... και επί της οδού ..., με ποσοστό συμμετοχής στο οικόπεδο και σε όλους του κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής 50% εξ αδιαιρέτου, το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητά του με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../18-3-2003 συμβολαίου πώλησης οριζοντίου ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου ...

Φαίδρας Καροφύλλη Βορδού, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο 104 με αύξοντα αριθμό 68, αντί πραγματικού τιμήματος 16.140 ευρώ. Το τίμημα για την αγορά του εν λόγω ακινήτου καλύφθηκε εξ ολοκλήρου από ισόποσο στεγαστικό δάνειο που έλαβε ο εναγόμενος από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, η αποπληρωμή του οποίου ορίστηκε σε εκατόν είκοσι (120) ισόποσες μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ύψους εκάστης 162,03 ευρώ για το πρώτο έτος και 174,78 ευρώ για τα επόμενα έτη, με την πρώτη δόση καταβλητέα στις 20-5-2003 και την τελευταία στις 20-4-2013.

Κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου ανερχόταν, με τιμή ζώνης 600 ευρώ/τ.μ. και συνυπολογιζομένης και της παλαιότητάς του (ανεγέρθηκε το έτος 1968 - βλ. πιο κάτω αναφερόμενο .../2009 συμβόλαιο αγοράς του πρώτου ορόφου), σε 20.136 ευρώ, συμφώνως και προς τα προσκομιζόμενα από αμφότερες τις διάδικες πλευρές φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου, η δε εμπορική του αξία, υπολογιζομένη σε 25% υπέρ της κατά τα | αντικειμενικής, ανερχόταν στο ποσό των 25.000 ευρώ, κρίση στην οποία καταλήγει το Δικαστήριο με βάση κυρίως το ότι, όπως και ο εναγόμενος συνομολογεί, έναντι του ποσού αυτού οι διάδικοι αγόρασαν το αμέσως επόμενο έτος το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, το οποίο έχει εμβαδό ίδιο με αυτό του ισογείου, μη αποδεικνυομένου εξ ουδενός των προσκομιζομένων στοιχείων του ισχυρισμού του εναγομένου ότι η αξία της ανωτέρω ισογείου οικίας του κατά την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα ανερχόταν σε 900 ευρώ/τ.μ.

X 62,15 τ.μ. = 55.935 ευρώ, καθώς στον υπολογισμό αυτό δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη η σημαντική παλαιότητα του ακινήτου, η οποία συνεπάγεται κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής απομείωση της αξίας του, όπως άλλωστε αυτό αποδεικνύεται και από μόνη την κατά τα άνω υπολογιζομένη, βάσει των σχετικών φύλλων που προσκομίζονται, αντικειμενική του αξία, όπου η τιμή ζώνης των 600 ευρώ/τ.μ.

οδηγεί σε αξία του όλου ακινήτου όχι 37.290 ευρώ (600 X 62,15) που αφορά καινούριο ακίνητο, αλλά στην προαναφερόμενη αξία των 20.136 ευρώ, λόγω ακριβώς της παλαιότητάς του. Για τον ίδιο λόγο δεν κρίνεται αξιόπιστο για την συναγωγή συμπεράσματος ως προς την αγοραία αξία του ακινήτου το από μέρους του εκκαλούντος προσκομιζόμενο με επίκληση, από 25-11-2009, ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιουσίας της ασφαλιστικής εταιρίας "...", με βάση το οποίο είχε τότε ασφαλίσει την άνω ισόγεια οικία του έναντι του κινδύνου πυρκαγιάς για ασφαλιζόμενο κεφάλαιο ποσού 51.000 ευρώ, καθώς ο, υπό της ασφαλιστικής εταιρίας γενόμενος και άμεσα πάντως συναπτόμενος με το ύψος των ασφαλίστρων, προσδιορισμός στο άνω ποσό της αξίας του ακινήτου, προφανώς έγινε χωρίς να ληφθεί υπόψη η παλαιότητά του και σε κάθε περίπτωση δεν επιβεβαιώνεται από κανένα των λοιπών προσκομιζομένων στοιχείων.

Πέραν της ανωτέρω οικίας ο ενάγων δεν διέθετε έτερα περιουσιακά στοιχεία κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα, συνεπώς κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου τους αλλά και κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ενόψει του μικρού διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ τους, η αξία της κατά τα άνω αρχικής του περιουσίας, παραμένοντας στα ίδια επίπεδα λόγω της γενικευμένης οικονομικής κρίσης που έπληξε στο μεταξύ την χώρα ανερχόταν στο ποσό των 25.000 ευρώ.

Περαιτέρω προέκυψε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους οι διάδικοι . απέκτησαν με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24-12-2009 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου ... Στέλλας Κερδεμελίδου - Αθανασιάδου, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό .., και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, την πλήρη κυριότητα του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της ίδιας ως άνω οικοδομής, με ΚΑΕΚ .../0/2, εμβαδού 62,15 τ.μ., με ποσοστό συμμετοχής σε όλο το οικόπεδο και τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους και εγκαταστάσεις της οικοδομής 50% εξ αδιαιρέτου καθώς και μίας αποθήκης, εμβαδού 13 τ.μ., κείμενης στον υπόγειο χώρο της ως άνω οικοδομής και αποτελούσας παρακολούθημα του διαμερίσματος, έναντι συνολικού τιμήματος 25.000 ευρώ, όπως αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν.

Μετά την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος οι διάδικοι αποφάσισαν να προβούν σε επέκταση των δύο οικιών με κατασκευή στέγης, προς τούτο δε εξεδόθη η υπ' αριθμ. 95/13- 7-2011 άδεια προσθήκης κατ' επέκταση και στέγης διωρόφου κτιρίου δύο κατοικιών που ανεγέρθη δυνάμει της Ο.Α. .../1972, τα έξοδα της οποίας ανήλθαν συνολικά στο συνολικό ποσό των 5.492,87 ευρώ, όπως τα επί μέρους ποσά αναλυτικώς αναφέρονται σε αυτήν.

Η επέκταση αφορούσε αμφότερους τους ορόφους με την καλυπτόμενη επιφάνεια εκάστου αυτών να ανέρχεται μετά την επέκταση, σε 99,28 τ.μ. (βλ. ανωτέρω οικοδομική άδεια), και περιλάμβανε εκτός των λειτουργικών και ημιυπαιθρίους χώρους καθώς και εξώστες, όπως τούτα αναλυτικώς αναφέρονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση από τον εκκαλούντα, από Σεπτέμβριο 2010, αρχιτεκτονικά σχέδια - κατόψεις Α3 του πολιτικού μηχανικού Η.

Κ.. Προς υλοποίηση της επέκτασης αυτής συντελέστηκαν μετά την έκδοση της άνω οικοδομικής αδείας εργασίες διαμόρφωσης οικοδομικού σκελετού με οπλισμένο σκυρόδεμα, μονώσεως πλακών, εξωτερικής τοιχοποιίας υπογείου, ισογείου και πρώτου ορόφου, σοβατίσματος υπογείου και ισογείου ορόφου, εξωτερικού σοβατίσματος ορόφου, σοβατίσματος οροφής ορόφου, εξωτερικής θερμοπρόσοψης όλου του πρώτου ορόφου και της βόρειας πλευράς του ισογείου διαμερίσματος και κατασκευής στέγης και τοποθέτησης δαπέδου στο τμήμα επέκτασης του ισογείου ορόφου, συνολικού κόστους των εργασιών αυτών 25.499,80 ευρώ και δη 11.305,24 ευρώ για τις εργασίες του ισόγειό και 14.194,56 ευρώ για τις εργασίες του πρώτου ορόφου συμπεριλαμβανομένου σε αυτά και του κόστους των απρόβλεπτων εργασιών, συμφώνως προς την προσκομιζομένη με επίκληση από τον εκκαλούντα, από 30-4-2013 τεχνική έκθεση του μηχανικού Η.

Κ., όπου παρατίθενται αναλυτικώς οι εργασίες και το κόστος εκάστης ανά όροφο, καθώς και το συνολικό κόστος αυτών. Από τις ανωτέρω εργασίες και την επέκταση των δύο ορόφων αυξήθηκε αυτονόητα η εμπορική αξία αμφοτέρων των διαμερισμάτων, δοθέντος ότι η αξία μίας οικίας τελεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, σε συνάρτηση με το εμβαδό και τη λειτουργικότητά της αλλά και την ενεργειακή κλάση στην οποία συγκαταλέγεται, παρισταμένου συνεπώς αβασίμου του ισχυρισμού του εναγομένου περί μη επαύξησης της αξίας τους και ιδία της, ανήκουσας στον ίδιο, ισογείου κατοικίας, η επέκταση της οποίας δεν αφορούσε, όπως πιο πάνω εκτέθηκε, μόνον σε ημιυπαίθριο χώρο, παρά τα αντιθέτως επικαλούμενα, ενώ δεν μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί επίσης ότι δεν υπήρξε αύξηση της αξίας διότι η επέκταση έλαβε χώρα στην πίσω πλευρά του διαμερίσματος, καθώς η επέκταση αυτή επέφερε σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως της πλευράς στην οποία πραγματοποιήθηκε αύξηση κατά 50% περίπου της επιφανείας του με αντίστοιχη αύξηση της αξίας του, ως ορθώς έγινε δεκτό και υπό του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορριπτομένου μετά ταύτα ως αβάσιμου του δευτέρου λόγου της υπό κρίση εφέσεως κατά το συναφές δεύτερο σκέλος του με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Ούτω, ενόψει της επέκτασης και της ενεργειακής αναβάθμισης του παραπάνω διαμερίσματος, συνεκτιμωμένης ωστόσο και της οικονομικής κρίσης που έπληξε καίρια την αγορά των ακινήτων, η αξία του κατά τον κρίσιμο χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων καθώς και τον χρόνο ασκήσεως της ενδίκου αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 53.000 ευρώ.

Καθόσον αφορά εξάλλου το έτερο, πλεονεκτικότερο ως εκ της θέσεώς του στον πρώτο όροφο έναντι του ισογείου, διαμέρισμα, το οποίο ανεγέρθηκε το έτος 1972 συμβόλαιο αγοράς και ανωτέρω οικοδομική άδεια), η αξία του μετά τις παραπάνω εργασίες επέκτασης, μόνωσης και κατασκευής στέγης, τις οποίες ωστόσο δεν επακολούθησε αποπεράτωση εσωτερικά του τμήματος της επέκτασης, ως αμφότεροι οι διάδικοι συνομολογούν, προκύπτει δε αυτό και από την προσκομιζομένη από τον εκκαλούντα ως άνω ένορκη βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Η.

Κ. που ανέλαβε την έκδοση της αδείας και την επίβλεψη των εργασιών, ανερχόταν κατά τον χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων και κατά τον χρόνο ασκήσεως της ενδίκου αγωγής στο ποσό των 59.568 ευρώ και η αξία συνεπώς του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του ενάγοντος σε 29.784 ευρώ, όπως έγινε δεκτό και διά της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία δεν πλήττεται ως προς τις συγκεκριμένες παραδοχές της με κάποιον εκ των λόγων της υπό κρίση εφέσεως.

Επίσης, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα ένα ιδιωτικής χρήσεως όχημα, εργοστασιακής κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου POLO, 1400 κυβικών, με αριθμό κυκλοφορίας ... και ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας στην Ελλάδα την 14-9-2000, έναντι του συνολικού ποσού των 6.000 ευρώ, η αξία του οποίου κατά τα κρίσιμα ως άνω χρονικά σημεία ανερχόταν στις 4.000 ευρώ, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο.

Τέλος, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και δη στις 21-12-2009 αποπληρώθηκε πρόωρα, ήτοι πριν τη συμβατική λήξη του, το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του ανωτέρω στεγαστικού δανείου ύψους 16.140 ευρώ που ο εναγόμενος είχε λάβει για την αγορά του προαναφερομένου ισογείου διαμερίσματος και το οποίο κατά την ως άνω ημεροχρονολογία εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 6.672,03 ευρώ, ως τούτο προκύπτει από το προσκομιζόμενο εκατέρωθεν με επίκληση αντίγραφο του υπ' αριθμ. ...

λογαριασμού του δανείου της Εμπορικής Τράπεζας και την επιπλέον προσκομιζομένη από τον εκκαλούντα, από 23-12- 2009, επιστολή προς αυτόν της ανωτέρω τραπέζης όπου αναφέρεται ότι έχει εξοφλήσει ολοσχερώς την οφειλή του από το άνω δάνειο. Με βάση τα ανωτέρω, η τελική περιουσία του εναγομένου κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων με αναγωγή στον χρόνο άσκησης της αγωγής ανερχόταν στο ποσό των 93.456 ευρώ (53.000 + 29.784 + 4000 + 6.672), συνεπώς κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων και έως την αμετάκλητη λύση του υπήρξε επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, συνιστάμενη στην από μέρους του κτήση κινητής και ακίνητης περιουσίας και την αξιοποίηση της ήδη υπάρχουσας κατά την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα, καθώς και στην απόσβεση της ανωτέρω δανειακής οφειλής του, επαύξηση που ανέρχεται στο ποσό των 68.456 ευρώ (93.456 ευρώ τελική περιουσία - 25.000 ευρώ αρχική περιουσία).

Στην επαύξηση αυτή συνυπολογίζεται και το ισόγειο διαμέρισμα που αποκτήθηκε με δαπάνες αποκλειστικά του εναγομένου κατά το έτος 2003 καθώς, ναι μεν το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο υπήρχε κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, κατά την διάρκεια αυτού όμως αξιοποιήθηκε υπό την έννοια ότι αυξήθηκε η αξία του λόγω των προρρηθέντων εργασιών επέκτασης και ανακαίνισής του, τις οποίες χρηματοδότησε αποκλειστικώς η ενάγουσα, όπως εκτίθεται πιο κάτω, συνεπώς και κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης, το ανωτέρω ακίνητο δεν είναι εξαιρετέο αλλά συνιστά και αυτό απόκτημα κατά την έννοια του άρθρου 1400 Α.Κ, ως ορθώς έγινε δεκτό και διά της εκκαλουμένης, απορριπτομένου ακολούθως ως ουσία αβάσιμου του συναφούς πρώτου λόγου της ενδίκου εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Από τα αυτά ως άνω στοιχεία προέκυψε περαιτέρω ότι μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων η ενάγουσα υπήχθη στο πρόγραμμα επιχορήγησης του ΟΑΕΔ "Νέοι και Επιχειρηματικότητα - ΝΕΕ 22-32" ως νέα επιχειρηματίας στον κλάδο της λιανικής πώλησης. Ειδικότερα, στις 15-9-2008 προέβη στην έναρξη ατομικής επιχείρησης παντοπωλείου - οπωροπωλείου επί μισθίου καταστήματος στην οδό ..., στον ... (βλ.

σχετ. υπ' αριθμ. .../18-11-2008 άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος του Δήμου ...). Για την εν λόγω επιχειρηματική της δράση έλαβε επιδότηση από τον ΟΑΕΔ στα πλαίσια του ανωτέρω προγράμματος και δυνάμει των ΚΥΑ 1887/23/13-5-2008 και 5087/202/16-3-2010, συνολικού ποσού 24.000 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο σε πέντε δόσεις ύψους εκάστης των τριών πρώτων 6.000 ευρώ, της τετάρτης 5.000 ευρώ και της πέμπτης 1.000 ευρώ (βλ.

υπ' αριθμ. πρωτ. 3461/22-10-2008 επιστολή του ΟΑΕΔ ... με την συνημμένη Έκθεση Ελέγχου - Υπεύθυνη δήλωση για υπαγωγή στο πρόγραμμα και τα υπ' αριθμ. …/3-11-2008, ../30-4-2009, …/10-11-2009, …/1- 11-2010 και …/4-11-2011 τιμολόγια που εξέδωσε η ίδια προς τον ΟΑΕΔ για τα ποσά των 6.000, 6.000, 6.000, 5.000 και 1.000 ευρώ αντίστοιχα. Ο εναγόμενος εξάλλου κατά την τελευταία τριετία προ της τελέσεως του γάμου του με την ενάγουσα και δη από τον Ιούλιο 2005 έως τον Ιούλιο 12008 εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος (οδηγός) στην εταιρία "...

Ο.Ε.", έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών ύψους 1.126,46 ευρώ (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. .../9-7-2009 βεβαίωση του ΙΚΑ και απόδειξη πληρωμής αποδοχών Ιανουαρίου 2008), κατόπιν δε και κατά τη διάρκεια του γάμου τούς εργάστηκε στον Δήμο ... από 16-3-2009 έως 15-11-2009 ως βοηθός χειριστή σαρώθρου (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. .../15-1-2013 βεβαίωση του Δημάρχου ...), από 30-7-2012 έως 30-11-2012 ως χειριστής σαρώθρου έναντι μηνιαίων μικτών αποδοχών ύψους 1.058 ευρώ (βλ.

την ανωτέρω βεβαίωση του Δημάρχου ..., τον από 2-4-2013 λογαριασμό ασφαλισμένου του ΙΚΑ και την από 6-3-2013 βεβαίωση αποδοχών του περιόδου από 1-1-2012 έως 31-12-2012) και από 10-10-2013 έως 9-6-2014 ως χειριστής σαρώθρου έναντι μηνιαίων μεικτών αποδοχών 1.058 ευρώ (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. .../9-10-2013 σύμβαση εργασίας Ι.Δ.Ο.Χ. και από 3-1- 2014 βεβαίωση μηνιαίων αποδοχών), ενώ παράλληλα απασχολούνταν και σε γεωργικές εργασίες.

Από τα εκατέρωθεν προσκομιζόμενα κοινά εκκαθαριστικά σημειώματα των διαδίκων για τα έτη 2009 έως 2013 και τα εκκαθαριστικά σημειώματα του εκκαλούντος - εναγομένου για τα έτη 2014 (οικονομικό και φορολογικό) και 2015, οπότε και λύθηκε αμετάκλητα ο γάμος τους, ενώ δεν προσκομίζονται εκκαθαριστικά της εφεσιβλήτου - ενάγουσας για τα άνω τελευταία τρία έτη, προκύπτει ότι τα εισοδήματά τους από τις ανωτέρω εργασίες τους ανήλθαν στα εξής ποσά:

α) κατά το έτος 2008 (οικονομικό έτος 2009) 3.382,71 ευρώ της ενάγουσας και 9.104,49 ευρώ του εναγομένου, το οποίο δηλώθηκε ως εισόδημα από μισθωτές εργασίες και προερχόταν προφανώς εκ της κατά τα άνω εργασίας του μέχρι τον 7°/2008 στην εταιρία "... Ο.Ε.", καθώς δεν παρείχε μισθωτή εργασία σε έτερο εργοδότη το ίδιο έτος, και συνολικώς 12.487,20 ευρώ, β) κατά το έτος 2009 (οικονομικό έτος 2010) 11.073,90 ευρώ της ενάγουσας και 8.935,38 ευρώ του εναγομένου και συνολικώς 20.009,28 ευρώ, γ) κατά το έτος 2010 (οικονομικό έτος 2011) 2.699,01 ευρώ της ενάγουσας και 356,84 ευρώ του εναγομένου και συνολικώς 3.055,85 ευρώ, δ) κατά το έτος 2011 (οικονομικό έτος 2012) 1.365,09 ευρώ της ενάγουσας και 8.336,14 ευρώ του εναγομένου και συνολικώς 9.701,23 ευρώ, ε) κατά το έτος 2012 (οικονομικό έτος 2013) 2.413,21 ευρώ της ενάγουσας και 5.044,83 ευρώ του εναγομένου και συνολικώς 7.458,04 ευρώ, στ) κατά το έτος 2013 (οικονομικό έτος 2014) 5.524,88 ευρώ του εναγομένου (για την ενάγουσα δεν προσκομίζονται στοιχεία ).

ζ) κατά το (φορολογικό) έτος 2014 9.456,11 ευρώ του εναγομένου (για την ενάγουσα δεν προσκομιζονται στοιχεία) και η) κατά το (φορολογικό) έτος 2015 8.779,09 ευρώ του εναγομένου (για την ενάγουσα δεν προσκομίζονται στοιχεία). Τα ανωτέρω εισοδήματα των διαδίκων επαρκούσαν για την κάλυψη των εξόδων διατροφής και συντήρησης, καθώς και των εν γένει δαπανών διαβίωσης των ιδίων και του γεννηθέντος το έτος 2010 ανηλίκου τέκνου τους, κατεύθυνση προς την οποία και διοχετεύθηκαν αυτά, όχι όμως και για την κάλυψη των κεφαλαίων που κατά τα άνω απαιτήθηκαν για την αγορά του ακινήτου του πρώτου ορόφου και του άνω οχήματος του εναγομένου, για την επέκταση της διωρόφου οικοδομής και για την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου που είχε λάβει για την αγορά της ισογείου οικίας, κεφάλαια τα οποία κάλυψε αποκλειστικώς η ενάγουσα από χρηματικά ποσά που έλαβε ως δωρεά από τη μητέρα της, τα οποία αναλήφθηκαν από κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε με την τελευταία, και από την ανωτέρω επιδότηση που έλαβε από τον ΟΑΕΔ.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την ενάγουσα αντίγραφο του υπ' αριθμ. ... τηρουμένου στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Ελλάδος λογαριασμού, με τότε συνδικαιούχους την ίδια και την μητέρα της Σ. Σ., από τον λογαριασμό αυτό συντελέστηκαν δύο τραπεζικές αναλήψεις, μία την 24-11-2009 ποσού 20.000 ευρώ και μία την 30-11-2009 ποσού 10.000 ευρώ αντίστοιχα, εκ των οποίων το ποσό των 25.000 ευρώ καταβλήθηκε στους πωλητές του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, ενώ με το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ καλύφθηκαν τα λοιπά έξοδα της μεταβίβασης, μεταξύ των οποίων και τα έξοδα του σχετικού συμβολαίου και δη η συμβολαιογραφική αμοιβή ύψους 302,62 ευρώ, ο φόρος μεταβίβασης ύψους 1864,63 ευρώ και τα έξοδα μεταγραφής του συμβολαίου ποσού 128,98 ευρώ.

Ότι τα ανωτέρω αναληφθέντα χρηματικά ποσά κατευθύνθηκαν στην εξόφληση του τιμήματος του ακινήτου και των λοιπών εξόδων μεταβίβασης συνάγεται ευθέως από τον χρονικό συσχετισμό μεταξύ των αναλήψεων και του χρόνου κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου καθώς και από το ύψος των αναληφθέντων ποσών και, αντιστοίχως, του τιμήματος και των εξόδων μεταβίβασης του ακινήτου, επιβεβαιώνεται δε αυτό και από την έτερη συνδικαιούχο του άνω λογαριασμού, μητέρα της ενάγουσας, Σ.

Σ., στην κατά τα άνω προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωσή της. Επίσης και τα έξοδα επέκτασης του διώροφου κτιρίου, ήτοι τόσο τα έξοδα έκδοσης της οικοδομικής αδείας όσο και τα έξοδα και οι αμοιβές που απαιτήθηκαν για την πραγματοποίηση των εργασιών, όπως πιο πάνω αναλυτικώς παρατέθηκαν, καλύφθηκαν από την ενάγουσα με χρήματα που αναλήφθηκαν τόσο από τον προαναφερόμενο κοινό τραπεζικό λογαριασμό όσο και από έτερο τηρούμενο στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος λογαριασμό με συνδικαιούχους ομοίως την ίδια και την μητέρα της, ως τούτο προκύπτει από την προσκομιζομένη κίνηση των δύο λογαριασμών και επιβεβαιώνεται και από την, έτερη συνδικαιούχο αυτών, μητέρα της ενάγουσας, στην ίδια ως άνω ένορκη βεβαίωσή της.

Ειδικότερα, από το κατά τα άνω προσκομιζόμενο αντίγραφο του λογαριασμού του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου προκύπτει η ανάληψη την 9-2-2010 χρηματικού ποσού ύψους 7.000 ευρώ, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την έκδοση της οικοδομικής αδείας, μη αναιρουμένου τούτου από το ότι η έκδοσή της έλαβε χώρα την 13-7-2011, καθώς είχαν ήδη προηγηθεί οι σχετικές εργασίες των αρμοδίων μηχανικών και δη οι μελέτες και η σύνταξη των αναγκαίων τοπογραφικών διαγραμμάτων και αρχιτεκτονικών σχεδίων (τομών, όψεων και κατόψεων) των διαμερισμάτων, για τις οποίες προφανώς και σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής έπρεπε να προκαταβληθεί μέρος των αντιστοίχων αμοιβών τους, ως τούτα επιβεβαιώνονται από τα προσκομιζόμενα σχέδια και διαγράμματα, τα οποία φέρουν ως χρόνο σύνταξης τον Σεπτέμβριο του 2010, ήτοι 10 μήνες προ της εκδόσεως της οικοδομικής αδείας, ενώ και οι προσκομιζόμενες σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών των μηχανικών Η.

Κ. και Π. Π. ξεκινούν από τον Οκτώβριο 2010, αντιστοίχως δε και σύμφωνα με τα, αναφερόμενα στην εκδοθείσα οικοδομική άδεια διπλότυπα, οι αμοιβές για τις σχετικές μελέτες και οι νόμιμες κρατήσεις φέρονται να καταβλήθηκαν από Οκτώβριο του 2010 έως 12-7-2011, οπότε και, αφού είχαν προκαταβληθεί όλα τα σχετικά έξοδα, υποβλήθηκε από τους διαδίκους η αίτηση (αριθμ. 15/5571) για την έκδοση της οικοδομικής αδείας.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι και οι εργασίες επέκτασης και ανακαίνισης των ως άνω διαμερισμάτων συντελέστηκαν ομοίως αποκλειστικά με χρήματα της ενάγουσας, προερχόμενα από τον, τηρούμενο από κοινού με τη μητέρα της στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, υπ'αριθ.880/742001-35 τραπεζικό λογαριασμό. Ειδικότερα από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του λογαριασμού αυτού προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε την 8-2011 ανάληψη χρηματικού ποσού ύψους 5.000 ευρώ, την 22-9-2011 ανάληψη χρηματικού ποσού ύψους 10.000 ευρώ και την 25-10-2011 ανάληψη χρηματικού ποσού ύψους 10.000 ευρώ επίσης, ήτοι συνολικώς 25.000 ευρώ, που συμπίπτει σχεδόν με το κόστος των ανωτέρω εργασιών, εκ των αναλήψεων δε αυτών συνδυαζομένων με την προαναφερομένη, από 30-4- 2013, τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Η.

Κ., όπου αναφέρεται ότι οι παραπάνω εργασίες συντελέστηκαν ουσιαστικά κατά τα έτη 2011 και 2012, καθώς και με τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον εκκαλούντα αποδείξεις πληρωμών εργατών, αγοράς οικοδομικών υλικών και καταθέσεως εργοδοτικών εισφορών, οι περισσότερες των οποίων έχουν ημερομηνίες έκδοσης από 29-7-2011 έως και τα τέλη του 2011, αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι τα ανωτέρω αναληφθέντα ποσά από τον κοινό της ενάγουσας και της μητέρας της ως άνω τραπεζικό λογαριασμό αναλώθηκαν στο σύνολό τους για την κάλυψη του κόστους των εργασιών επέκτασης και ανακαίνισης των δύο διαμερισμάτων, γεγονός που και η μητέρα της ενάγουσας επιβεβαιώνει στην προσκομιζομένη ένορκη βεβαίωσή της.

Τούτο δεν αναιρείται από το ότι σε πληθώρα των άνω αποδείξεων πληρωμής και διπλοτύπων που ο εκκαλών προσκομίζει αναφέρεται το όνομα του ιδίου, καθώς αφενός κάτι τέτοιο είναι εύλογο εφόσον η οικοδομική άδεια είχε εκδοθεί στο όνομα αμφοτέρων των διαδίκων και οι εργασίες πραγματοποιούνταν με επιμέλεια και των δύο, αφετέρου δεν αποδεικνύει ότι οι αντίστοιχες καταβολές έγιναν με χρήματα του εναγομένου, τα οποία εξάλλου από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι τούτος διέθετε ή έλαβε τότε καθ' οιονδήποτε τρόπο από τρίτα πρόσωπα, αντιθέτως αποδεικνύεται ότι τα σχετικά ποσά εισφέρθηκαν στο σύνολό τους από την ενάγουσα και προήλθαν από τις ανωτέρω αναλήψεις από τους κοινούς αυτής και της μητέρας της τραπεζικούς λογαριασμούς.

Ομοίως και η πρόωρη εξόφληση στις 21-12-2009 του υπολοίπου του στεγαστικού δανείου που είχε λάβει ο εναγόμενος από την Εμπορική τράπεζα της Ελλάδος, με την καταβολή του ποσού των 6.672,03 ευρώ, συντελέστηκε με χρήματα της ενάγουσας, καθώς την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία πραγματοποιήθηκε ανάληψη του χρηματικού ποσού των 8.000 ευρώ από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό που τηρούνταν στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο με συνδικαιούχους την ίδια και την μητέρα της.

Τέλος αποκλειστικά με χρήματα της ενάγουσας τα οποία προήλθαν από την προρρηθείσα επιδότηση που έλαβε από τον ΟΑΕΔ για την έναρξη της επιχείρησής της πραγματοποιήθηκε και η αγορά του προαναφερομένου υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... οχήματος του εναγομένου στις 25-9-2009, οπότε είχε ήδη εισπραχθεί από την ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.000 ευρώ (βλ.

σχετ. τα με αριθμ. …/3-11-2008, …/30-4-2009 και …/10-11-2009 τιμολόγια που εξέδωσε η ίδια προς τον ΟΑΕΔ), γεγονός που με σαφήνεια καταθέτει τόσο η μάρτυρας μητέρα της στην παραπάνω ένορκη βεβαίωσή της, όσο και ο κοινός γνωστός και γείτονας του ζεύγους, Γ. Σ., στην προσκομιζομένη ένορκη βεβαίωσή του, καταθέσεις που κανένα των λοιπών στοιχείων δεν αναιρούνται, μη εξαιρουμένης της προσκομιζομένης από τον εκκαλούντα ενόρκου βεβαιώσεως του αδελφού του, Γ.

Ζ., καθώς τούτος αναφέρεται σε έτερα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου αδελφού του, όχι όμως και στο παραπάνω όχημά του.

Συνεπώς και με βάση πάντα τα ανωτέρω στοιχεία πλήρως προκύπτει ότι η ενάγουσα παρείχε όλα τα χρηματικά ποσά που απαιτήθηκαν για την κτήση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου καθώς και για την επέκταση και ανακαίνιση του κατά τα άνω υφισταμένου κατά την τέλεση του γάμου τους ακινήτου του, αλλά και για την απόσβεση της παραπάνω δανειακής οφειλής του, με την οποία αποφεύχθηκε ισόποση απομείωση της περιουσίας του, με συνέπεια να συνιστά και αυτή απόκτημα κατά την ευρύτερη έννοια του όρου, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης.

Τα χρηματικά αυτά ποσά δεν θα μπορούσαν να καταβάλουν οι διάδικοι από τα, σαφώς υποδεέστερα, ως άνω εισοδήματά τους, ούτε ο εναγόμενος εξάλλου διέθετε ως κεφάλαια, όπως πιο κάτω αναλυτικώς θα εκτεθεί, προήλθαν δε από την επιδότηση που η ενάγουσα έλαβε από τον ΟΑΕΔ και από τις προαναφερόμενες κοινές αυτής και της μητέρας της τραπεζικές καταθέσεις, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η πηγή των καταθέσεων αυτών και δη αν, όπως επικαλέστηκε ο εναγόμενος, προέρχονταν από κληρονομιά της, αποβιωσάσης την 17-11-2009 (προτού λάβει χώρα η πρώτη ανάληψη), θείας της ενάγουσας και τρίτης συνδικαιούχου του λογαριασμού του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, Α.

Σ., η οποία όμως ανήκε σε όλους τους κληρονόμους αυτής και όχι μόνον στην ενάγουσα και την μητέρα της, καθώς τούτα αφορούν τις εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων που τυγχάνουν αδιάφορες εν προκειμένω. Σε κάθε δε περίπτωση κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι ανωτέρω αναλήψεις μόνες συνδικαιούχοι του λογαριασμού ήταν η ενάγουσα και η μητέρα της, αφού η ανωτέρω τρίτη συνδικαιούχος είχε ήδη προαποβιώσει, συνεπώς η ενάγουσα νομιμοποιούνταν ως μία εκ των συνδικαιούχων που απέμειναν να προβεί ανά πάσα στιγμή στην ανάληψη των κατατεθειμένων ποσών, χωρίς να ενδιαφέρει για την ένδικη υπόθεση αν τα χρήματα προέρχονταν από αποταμιεύσεις της ιδίας ή από κληρονομιά πράγματι της ανωτέρω θείας της ή τέλος αν ανήκαν στην μητέρα της, η οποία πάντως, ως η μόνη τότε έτερη συνδικαιούχος, όχι μόνον γνώριζε τις γενόμενες αναλήψεις αλλά και ρητώς επιβεβαιώνει ότι τα αναληφθέντα ποσά κατευθύνθηκαν (με τη συναίνεσή της) στην εξόφληση των παραπάνω δαπανών, παρισταμένου συνεπώς αβασίμου και του ισχυρισμού του εναγομένου ότι οι σχετικές αναλήψεις έλαβαν χώρα προκειμένου τα χρήματα να διανεμηθούν μεταξύ των λοιπών κληρονόμων της Α.

Σ., ισχυρισμός που από κανένα των λοιπών προσκομιζομένων στοιχείων δεν επιβεβαιώνεται. Περαιτέρω ο εναγόμενος επικαλέστηκε ότι τόσο η αγορά του ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου το έτος 2009 έναντι ποσού 12.500 ευρώ, όσο και η ανακαίνιση και επέκταση αμφοτέρων των διαμερισμάτων συντελέστηκαν αποκλειστικά με δικά του χρήματα που αποκόμισε από την επί σειρά ετών και δη από του έτους 1989 και εντεύθεν συνεχή απασχόλησή του σε διάφορες εργασίες.

Καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του αυτόν, από τα σχετικώς προσκομιζόμενα από μέρους του έγγραφα αποδεικνύεται ότι από τον Μάρτιο του 1989 έως και τον Μάρτιο του 2009 απασχολήθηκε με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε διάφορους εργοδότες πραγματοποιώντας συνολικά 1.999 ημέρες εργασίες (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. .../8-7-2009 βεβαίωση του ΙΚΑ ...), ενώ κατά τα έτη 2000 - 2004 διατηρούσε ατομική επιχείρηση πώλησης πάγου και ήταν ασφαλισμένος στο Τ.ΕΒ.Ε., καταβάλλοντας τις αντίστοιχες ασφαλιστικές του εισφορές, επιχειρηματική δραστηριότητα την οποία διέκοψε τον Ιούλιο του 2004, οπότε και υπέβαλε σχετική αίτηση προς τον ΟΑΕΕ (Τ.Ε.Β.Ε), περί διαγραφής του από τα μητρώα ασφαλισμένων (βλ.

τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής ασφαλιστικών εισφορών για το ανωτέρω χρονικό διάστημα και την υπ' αριθμ. πρωτ. .../6-8-2004 απόφαση του ΟΑΕΕ διαγραφής του από τα μητρώα ασφαλισμένων του ως άνω φορέα από 12-7-2004), μετά δε το έτος 2009 απασχολήθηκε κατά τα αναλυτικώς πιο πάνω αναφερθέντα στον Δήμο .... Με βάση τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματά του των ετών 1999-2015 προκύπτει ότι από τις ανωτέρω εργασίες του αποκόμισε κατά τα εν λόγω έτη συνολικό εισόδημα ύψους 109.831,08 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού των 6.000 ευρώ που εισέπραξε στις 17-6-2008 από την εργοδότρια εταιρία του "...

Ο.Ε." και το οποίο, αφορώντας προφανώς σε εισόδημα εκ της τότε εργασίας του στην ανωτέρω εταιρία, έχει συμπεριληφθεί στο ετήσιο δηλωθέν εισόδημά του για το έτος 2008, ήτοι είχε μέσο ετήσιο εισόδημά περί τα 6.900 ευρώ, με βάση το οποίο συνεπώς δεν υφίστατο, κατά την κοινή πείρα και λογική, η δυνατότητα αποταμίευσης χρηματικών ποσών, ως αβασίμως επικαλέστηκε, και δη τέτοιου ύψους ώστε να συμβάλλει καθ' οιονδήποτε τρόπο στις προαναφερόμενες αγορές και δαπάνες.

Τούτα επιβεβαιώνονται και από το προσκομιζόμενο από μέρους του βιβλιάριο με την κίνηση κατά τα έτη 2003 -2007 του υπ' αριθμ. 55262641 λογαριασμού που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, από το οποίο προκύπτει ότι ουδέποτε κατά τα έτη αυτά είχε αποταμιεύσεις χρηματικών ποσών της τάξεως των ανωτέρω δαπανηθέντων για την αγορά των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων (ιδανικού μεριδίου ακινήτου, αυτοκινήτου) και για την ανακαίνιση των δύο κατοικιών, ενώ δεν προσκομίζεται έτερος τραπεζικός λογαριασμός του απ' όπου να αποδεικνύονται αποταμιεύσεις του, ούτε και επικαλέστηκε την ύπαρξη τέτοιου λογαριασμού.

Ομοίως δεν αποδεικνύεται και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι είχε ως αποταμίευση το ποσό των 14.296,25 ευρώ, το οποίο του παρέδωσαν τα αδέλφια του τον Ιανουάριο του 2006 από την κληρονομιά του πατέρα τους συμφώνως προς την βούληση του τελευταίου, μη κρινομένης πειστικής της επί τούτου κατάθεσης του αδελφού του, Γ.

Ζ., που περιέχεται στην ως άνω προσκομιζομένη ένορκη βεβαίωσή του, καθώς δεν επιβεβαιώνεται από αντίστοιχα έγγραφα παραστατικά στοιχεία, αντιθέτως από την προσκομιζομένη με επίκληση από τον εκκαλούντα, από 29-4-2013, επιστολή της Εμπορικής Τράπεζας προκύπτει ότι το ανωτέρω ποσό υπήρχε κατατεθειμένο στον υπ' αριθμ. 26264481 ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου του πατέρα του Β.

Ζ. κατά τον χρόνο θανάτου του και μεταφέρθηκε εν συνεχεία στις 18-1-2006, ως κληρονομιά του, στον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου με συνδικαιούχους τον εκκαλούντα και τα αδέλφια του Σ., Δ., Γ. και Ι. Ζ., συνεπώς το ποσό αυτό δεν έλαβε εξ ολοκλήρου και αποκλειστικώς ο εναγόμενος, εφόσον δεν προκύπτει η καθ' οιονδήποτε χρόνο μεταφορά του σε ατομικό λογαριασμό αυτού.

Πάντα τα ανωτέρω σχετικά με την ανυπαρξία αποταμιεύσεων του εναγόμενου ενισχύονται έτι περαιτέρω από το γεγονός ότι προέβη στην αγορά του ακινήτου του ισογείου ορόφου κατά το έτος 2003 με την λήψη ισόποσου προς το τίμημα στεγαστικού δανείου ποσού 16.140 ευρώ, ενώ την 4-1-2010 έλαβε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος καταναλωτικό δάνειο, ύψους 4.321,13 ευρώ για την αγορά του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... οχήματος εργοστασιακής κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, ενέργειες στις οποίες δεν θα προέβαινε ασφαλώς εάν διέθετε τα αντίστοιχα κεφάλαια. Τέλος, τα όσα καταθέτει στην ένορκη βεβαίωσή του ο αδελφός του Γ. Ζ., περί της εκ μέρους του χορήγησης άτοκου δανείου προς αυτόν (εναγόμενο) ποσού 4.000 ευρώ στα Τέλη του 2009 με αρχές του 2010 για την αντιμετώπιση των δαπανών αγοράς του 50% εξ αδιαιρέτου του πρώτου ορόφου και των γενομένων κατόπιν εργασιών επέκτασης, το οποίο ο εναγόμενος του επέστρεψε σταδιακά έως το 2016, εκτός του ότι έρχεται σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς του τελευταίου περί αποταμιεύσεών του, δεν κρίνεται πειστική ως μη επιβεβαιούμενη από οιοδήποτε έτερο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, όπως τυχόν ανάληψη του ανωτέρω ποσού από το λογαριασμό του μάρτυρα και κατάθεσή του σε λογαριασμό του εναγομένου ή τήρηση εγγράφου λογαριασμού, έστω και ιδιόγραφου, για την αποπληρωμή του δανείου, όπως εύλογα θα ανέμενε κανείς, δοθέντος ότι, όπως κατέθεσε ο άνω μάρτυρας, η σταδιακή αποπληρωμή του δανείου διήρκησε επί σχεδόν έξι έτη.

Συνεπώς και με βάση πάντα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ουδόλως συνέβαλε με ίδια χρήματα στην ύψους, κατά τα άνω, 68.456 ευρώ, επαύξηση της περιουσίας του, η οποία συντελέστηκε τόσο με την εκ μέρους του κτήση ακίνητης και κινητής περιουσίας όσο και με την απόσβεση οφειλών του προς το ανωτέρω αναφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα, αλλά η επαύξηση αυτή επήλθε με την αποκλειστική συμβολή της ενάγουσας, ως ορθώς έγινε δεκτό και υπό του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που με τις ίδιες σκέψεις απέρριψε κατ' ουσίαν πάντες τους ανωτέρω αρνητικούς ισχυρισμούς του εναγομένου - εκκαλούντος, απορριπτομένων ακολούθως ως ουσία αβάσιμων όσων αντίθετα υποστηρίζονται στα πλαίσια του τρίτου και τετάρτου σκέλους του δευτέρου λόγου της ενδίκου εφέσεως.

Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε περαιτέρω ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων επήλθε επαύξηση και της περιουσίας της ενάγουσας καθώς, εκτός του άνω ιδανικού μεριδίου ακινήτου που απέκτησε με δαπάνες δικές της, στις 21-1- 2010 απέκτησε και το υπ' αριθμ. Κυκλοφορίας ... Φ.Ι.Χ. αυτοκίνητο, εργοστασιακής κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ, τύπου HILUX, με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας 29-3-2001, έναντι συνολικού τιμήματος 13.500 ευρώ.

Το εν λόγω τίμημα ωστόσο δεν καταβλήθηκε από χρήματα της ενάγουσας, αλλά η αποπληρωμή του έγινε αποκλειστικά από τον εναγόμενο, ως βασίμως τούτος επικαλέστηκε, και συγκεκριμένα με την καταβολή ποσού 4.321 ευρώ, το οποίο αποτέλεσε προϊόν δανείου που έλαβε από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και αποπλήρωσε αποκλειστικά ο ίδιος (βλ.

την υπ' αριθμ. .../4-1- 2010 σύμβαση προσωπικού δανείου της άνω τράπεζας), ενώ το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος ύψους 9.179 ευρώ, καλύφθηκε μέσω συμψηφισμού, με την παράδοση και μεταβίβαση προς τον πωλητή του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... οχήματος εργοστασιακής κατασκευής ΟΡΕΙ τύπου ΟΟΜΒΟ του εναγομένου, γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται από την ενάγουσα, τουναντίον δε επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του μάρτυρα αδελφού του εναγομένου Γ.

Ζ., που περιέχεται στην άνω ένορκη βεβαίωσή του. Η αξία του ανωτέρω οχήματος ανερχόταν κατά το χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου των διαδίκων και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής στο ποσό των 7.000 ευρώ, βάσει της αξίας αντιστοίχων οχημάτων ιδίου μοντέλου και της αυτής παλαιότητας με το επίδικο, και όχι στο ποσό των 13,500 ευρώ, ως αβασίμως επικαλέστηκε ο εναγόμενος, δεδομένου ότι πρόκειται για φορτηγό επαγγελματικό όχημα του οποίου η τιμή ενόψει της εκτεταμένης χρήσης του δεν θα μπορούσε να παραμένει η ίδια έξι σχεδόν έτη μετά την αγορά του.

Ενόψει τούτων η σχετική ένσταση συμψηφισμού που νομίμως πρότεινε ο εναγόμενος επί τη βάσει αξιώσεώς του έναντι της ενάγουσας εκ του άρθρου 1400 Α.Κ., δεδομένου ότι από την εν λόγω διάταξη προκύπτει πως αν έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου οι περιουσίες και των δύο συζύγων και εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις κάθε σύζυγος έχει τη δική του (αυτοτελή) αξίωση κατά του άλλου, με την έννοια ότι γεννιούνται δύο αμοιβαίες αξιώσεις συμμετοχής στα αποκτήματα, για καθεμία από τις οποίες εξετάζονται χωριστά οι προϋποθέσεις και το ύψος της και οι οποίες υπόκεινται σε συμψηφισμό, προτεινόμενο από τον εναγόμενο σύζυγο , χωρίς να προκύπτει από το νόμο ανάγκη σύγκρισης των αυξήσεων των δύο περιουσιών, ώστε η διαφορά τους να αποτελέσει το αντικείμενο μιας μόνο αξίωσης προς μια κατεύθυνση, παρίσταται κατά ένα μέρος ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και ακολούθως η ένδικη αξίωση της ενάγουσας θα πρέπει να απομειωθεί κατά το άνω ποσό των 7.000 ευρώ .....Καταληκτικά και κατόπιν πάντων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ένδικη αξίωση αποκτημάτων γάμου της ενάγουσας έναντι του εναγομένου ανέρχεται, κατόπιν του κατά τα άνω συμψηφισμού της αντιστοίχου αξίωσης ποσού 7.000 ευρώ που διατηρεί έναντι αυτής ο εναγόμενος, στο ποσό 61.456 ευρώ (68.456 - 7.000), παρισταμένης της αγωγής της κατά την κύρια βάση της ως βάσιμης και κατ' ουσίαν κατά το αντίστοιχο μέρος της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η αξία του άνω ισογείου ακινήτου του εναγομένου ανερχόταν κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής στο ποσό των 64.500 ευρώ και συνακόλουθα ότι η ένδικη, ισόποση της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου, αξίωση αποκτημάτων γάμου της ενάγουσας ανέρχεται σε 79.956 ευρώ και, κατόπιν συμψηφισμού της άνω αντιθέτου αξιώσεώς του κατ' αυτής, σε 72.956, ακολούθως δε έκανε μερικώς δεκτή την αγωγή κατά το ποσό αυτό ως προς την κύρια βάση της έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τα βασίμως εν μέρει προβαλλόμενα από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με την ένδικη έφεσή του σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Συνεπώς, γενομένης δεκτής κατά ένα μέρος της υπό κρίση εφέσεως ως βάσιμης και κατ' ουσίαν πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Εν συνεχεία διακρατουμένης της υπόθεσης και δικαζόμενης κατ' ουσίαν πρέπει, αφού γίνει εν μέρει δεκτή η ανωτέρω ένσταση συμψηφισμού του εναγομένου, να γίνει μερικώς δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της και να αναγνωριστεί ότι η κατά τα άνω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου που επήλθε κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων και έως την αμετάκλητη λύση αυτού οφείλεται στην αποκλειστική συμβολή της ενάγουσας, να υποχρεωθεί δε ο εναγόμενος προς ικανοποίηση της αντιστοίχου ενοχικής αξιώσεως της ενάγουσας κατ' αυτού, να της μεταβιβάσει το προαναφερόμενο ισόγειο διαμέρισμά του αξίας κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής 53.000 ευρώ, καταδικαζόμενος στην σχετική δήλωση βουλήσεως προς αυτήν, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, περαιτέρω δε να υποχρεωθεί να της καταβάλει προς συμπλήρωση της άνω αξιώσεώς της το ποσό των 8.456 ευρώ (61.456 - 53.000), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων επήλθε επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, ότι στην επαύξηση αυτή περιλαμβάνεται-μεταξύ άλλων- και η επί πλέον αξία του επίμαχου ισογείου διαμερίσματος- το οποίο ο αναιρεσείων απέκτησε πριν το γάμο του- από την αξιοποίηση του, με την επέκταση και ανακαίνισή του, κατά τη διάρκεια του γάμου, ότι η επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου, συντελέστηκε αποκλειστικά με χρήματα της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, και, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου αναιρεσείοντος περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας, προς αντίκρουση του εκ του άρθρου 1400 παρ.1β ΑΚ, τεκμηρίου της συμμετοχής της στα αποκτήματα κατά 1/3, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή της, με την οποία αξίωνε την αποκλειστική συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της, κατ'άρθρον 1400 παρ.1α ΑΚ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω νομικές διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άνω διατάξεων, δεδομένου ότι, ανελέγκτως έγιναν δεκτά ότι:

α) υπήρξε επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου του με την αναιρεσίβλητη, ποσού 68.456 ευρώ, με την προσθήκη κατ'επέκταση του επίμαχου ισογείου διαμερίσματος, την κτήση του 1/2 διαμερίσματος του πρώτου ορόφου στην ίδια οικοδομή, την απόκτηση ΙΧΕ αυτοκινήτου και τη μείωση παθητικού β) ότι η αρχική περιουσία του αναιρείοντος ήταν 25.000 ευρώ (αξία επίμαχου ισογείου διαμερίσματος πριν την επέκταση και ανακαίνισή του) και η τελική περιουσία του ήταν 93.456 ευρώ (53.000 ευρώ αξία του επίμαχου ισογείου διαμερίσματος μετά την επέκταση και ανακαίνισή του, 29.784 ευρώ αξία του ποσοστού του στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, 4.000 ευρώ αξία ΙΧΕ αυτοκινήτου του και 6.672 ευρώ μείωση παθητικού της περιουσίας του, με αποπληρωμή δανείου του) γ) ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του αναιρεσείοντος, των 68.456 ευρώ, περιλαμβάνεται και το ποσό των (53.000-25.000=) 28.000 ευρώ, κατά το οποίο αυξήθηκε η αρχική εμπορική αξία του ισογείου διαμερίσματός του, από την αξιοποίηση του με βα) την προσθήκη, κατ'επέκταση, 37,13 τ.μ., ανερχόμενου, μετά την προσθήκη αυτή, του συνολικού κατοικήσιμου χώρου του σε (62,15+37,13=) 99,28 τμ., και ββ) με την πλήρη ανακαίνισή του και την ενεργειακή του αναβάθμιση, που έγιναν όλα αποκλειστικά με χρήματα της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας κατά τη διάρκεια του γάμου τους δ) ότι η συμβολή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας στην ανωτέρω επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου της, ποσού 68.456 ευρώ, ανέρχεται σε ποσοστό 100%, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί μηδενικής της συμβολής στην επαύξηση της άνω περιουσίας του, ως προς το υφιστάμενο, εκ του άρθρου 1400 παρ.1β'ΑΚ, τεκμήριο του 1/3 αυτής και δ) ότι η ενάγουσα έχει αξίωση για την απόδοση της συμμετοχής της στα αποκτήματα του αντιδίκου της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, με αποτέλεσμα να πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και να δικαιολογείται η παραδοχή του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί απόδοσης της συμβολής της, κατά ποσοστό 100%, στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι η εμπορική αξία του ως άνω ισογείου διαμερίσματος του ανερχόταν τόσο κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων, όσο και κατά τον χρόνο της αμετακλήτου λύσης του, στο ποσό των 55.935,00 ευρώ, ότι η προσθήκη κατ'επέκταση στο διαμέρισμα αυτό των 37,13 τ.μ., αποτελούσε μη κατοικήσιμο ημιυπαίθριο πλάτωμα, που κατασκευάστηκε αποκλειστικά και μόνο για να στηρίξει τον πρώτο όροφο της εν λόγω οικοδομής, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση επίκλησης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 περ.

α' ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, Α.Π.1285/ 2021, Α.Π.1244/2021, Α.Π.232/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ ...3/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π.1285/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (Α.Π.1285/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 εδαφ.β' του Κ.Πολ.Δ. με την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την παραδοχή ότι η αξιοποίηση του επίμαχου ισογείου διαμερίσματος με την επέκταση και ανακαίνισή του αύξησε την εμπορική του αξία από το ποσό των 25.000 ευρώ στο ποσό των 53.000 ευρώ, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο η οικονομική κρίση που ενέσκηψε το έτος 2011 στην ελληνική αγορά των ακινήτων, οδήγησε στις 7-10-2015, όταν λύθηκε αμετάκλητα ο γάμος, στην καταβαράθρωση της εμπορικής αξίας όλων των ακινήτων, συνεπώς και του ανωτέρω διαμερίσματος.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκε το επικαλούμενο ως δίδαγμα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από το Εφετείο, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, καθώς και ο τρόπος της παραβίασής του.

Και τούτο, πέραν του ότι, υπό το πρόσχημα της παραβίασης, με τη μη χρησιμοποίηση του ως άνω διδάγματος κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει ανεπίτρεπτα την προσβαλλόμενη απόφαση, για την αναιρετικά ανέλεγκτη, (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 178/2022, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1148/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, και με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τα με επίκληση προσκομιζόμενα με τις προτάσεις της από την αναιρεσίβλητη έγγραφα και δη α) φύλλα υπολογισμού αξίας του επίμαχου ισογείου διαμερίσματος και β) αντίγραφα δύο τραπεζικών λογαριασμών, που τηρούσε με τη μητέρα της στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Ελλάδος και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος αντίστοιχα, τα οποία δεν είχαν αποδεικτική δύναμη, καθόσον τα πρώτα ήσαν μόνο εν μέρει, και μάλιστα πλημμελώς, συμπληρωμένα, και τα δεύτερα ήσαν ανυπόγραφα και ανεπικύρωτα.

Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι δεν αποτελεί "πράγμα" η λήψη υπόψη από το Εφετείο, ως δικαστήριο της ουσίας, των επικαλούμενων και προσκομιζόμενων από την εφεσίβλητη-αναιρεσίβλητη, προαναφερόμενων εγγράφων ως αποδεικτικών μέσων, ούτε και η αξιολόγηση του περιεχομένου τους, με συνέπεια με τις αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος να μην ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στους ίδιους λόγους, είναι επίσης απαράδεκτες διότι ανάγονται στην εσφαλμένη, κατά την κρίση του, αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, αναφορικά με την αξία του επίμαχου ισογείου διαμερίσματος, και πλήττουν ανεπίτρεπτα την προσβαλλόμενη απόφαση, για την αναιρετικά ανέλεγκτη, (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης (ΟλΑΠ 25/2003).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της απόφασης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 145/2014). Επίσης, τέτοια αίτηση είναι αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης.

Δεν αποτελούν αιτήσεις, υπό την ως άνω έννοια, και η παράλειψή τους δεν ιδρύει τον παρόντα αναιρετικό λόγο, οι ενστάσεις, αντενστάσεις, προτάσεις, πραγματικοί ισχυρισμοί ή αποδεικτικά μέσα, ούτε οι λόγοι έφεσης, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 76/2021, Α.Π.86/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος και με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ένσταση-εναντίωσή του στη λήψη υπόψη ως αποδεικτικών μέσων των προσκομισθέντων από την αντίδικό του με επίκληση με τις προτάσεις της, εγγράφων και δη α) των φύλλων υπολογισμού αξίας του επίμαχου ισογείου διαμερίσματος και β) αντιγράφων δύο τραπεζικών λογαριασμών, που τηρούσε με τη μητέρα της στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Ελλάδος και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι η προβληθείσα εναντίωση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος στη λήψη υπόψη από το Εφετείο ως αποδεικτικών μέσων των ανωτέρω εγγράφων που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αντίδικός του, δεν αποτελεί αυτοτελή αίτηση παροχής έννομης προστασίας, γιατί δεν εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δεν προκαλεί εκκρεμοδικία, και έτσι με τις αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος δεν ιδρύεται ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. α', 340 παρ. 1 εδ.β' και 393 επ. ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά το ν. 4334/2015, προκύπτει ότι σε υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, τον γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρα 592 επ.

ΚΠολΔ), το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. Έτσι λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα (βλ.

ΑΠ 150/2022, ΑΠ 17/2021 ). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος του έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα τα προσκομιζόμενα από την αντίδικό του, με επίκληση με τις προτάσεις της, α) φύλλα υπολογισμού αξίας του επίμαχου ισογείου διαμερίσματος, παρότι αυτά αφενός δεν συμπληρώθηκαν εξ ολοκλήρου μηχανογραφικά, αλλά εν μέρει χειρόγραφα και αφετέρου δεν συμπληρώθηκαν ως προς όλα τα στοιχεία τους και δη ορθά κατ'αυτόν, και β) αντίγραφα δύο τραπεζικών λογαριασμών, που τηρούσε με τη μητέρα της στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της Ελλάδος και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, παρότι αυτά ήταν ανεπικύρωτα και ανυπόγραφα.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (αρθ.592 αρ.3 στοιχ.Δ ΚΠολΔ), επί της ένδικης, από 17-1-2017 αγωγής, λαμβάνει υπόψη ως αποδεικτικά μέσα και μη πληρούντα τους όρους του νόμου έγγραφα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 παρ.1 εδ.

β'και 591 παρ.1 εδ. α ΚΠολΔ, και συνεπώς η λήψη υπόψη από το Εφετείο των ανωτέρω, μη πληρούντων τους όρους του νόμου, εγγράφων ως αποδεικτικών μέσων, δεν είναι ανεπίτρεπτη και έτσι δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ίδια πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.

α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο, για την απόδειξη της συμβολής της αντιδίκου του στην επαύξηση της τελικής περιουσίας του, έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα την ένορκη βεβαίωση της μητέρας της (υπ'αριθ..../2017 ενώπιον της Ειρηνοδίκη ...), ενώ ήταν ανεπίτρεπτη η εμμάρτυρη απόδειξη, κατ'άρθρον 393 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτή λήφθηκε υπόψη για την απόδειξη συμβάσεως δωρεάς, που συνήφθη μεταξύ τους (της ενάγουσας και της μητέρας της) για ποσό που υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, χωρίς να συντρέχουν οι προβλεπόμενες, στο άρθρο 394 παρ. 1 ΚΠολΔ, εξαιρέσεις.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι η επικαλούμενη υπ'αριθ..../2017 ένορκη βεβαίωση της Σ. Σ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., ελήφθη υπόψη από το Εφετείο για την απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού της συμβολής της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου-αναιρεσείοντος και όχι για την απόδειξη συμβάσεως δωρεάς, όπως εσφαλμένως θεωρεί ο αναιρεσείων, δεδομένου ότι αυτή (σύμβαση δωρεάς) δεν αποτελούσε αντικείμενο της ανοιγείσας, με την εκ του άρθρου 1400 ΑΚ ένδικη αγωγή περί αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, δίκης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020, Α.Π.867/2019). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε μεν με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διατεινόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από τον ίδιο με επίκληση με τις προτάσεις του, με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου που κατήρτισε την 25-11-2009 με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΕ" για το επίμαχο διαμέρισμα έναντι του κινδύνου πυρκαγιάς, αναφορικά με την αξία του επίμαχου διαμερίσματος, δεχόμενο ότι η αξία του εν λόγω ισογείου διαμερίσματος ήταν κατά την τέλεση του γάμου 25.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με το ανωτέρω έγγραφο η ασφαλιζόμενη αξία του ήταν 51.000 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση του ως άνω εγγράφου, αλλά το ανέγνωσε σωστά όπως προκύπτει με σαφήνεια από τη σελ.10 της προσβαλλομένης όπου αναφέρεται "...ως προς την αγοραία αξία του ακινήτου το από μέρους του εκκαλούντος προσκομιζόμενο με επίκληση, από 25-11-2009, ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιουσίας της ασφαλιστικής εταιρίας "...", με βάση το οποίο είχε τότε ασφαλίσει την άνω ισόγεια οικία του έναντι του κινδύνου πυρκαγιάς για ασφαλιζόμενο κεφάλαιο ποσού 51.000 ευρώ, καθώς ο, υπό της ασφαλιστικής εταιρίας γενόμενος και άμεσα πάντως συναπτόμενος με το ύψος των ασφαλίστρων, προσδιορισμός στο άνω ποσό της αξίας του ακινήτου...", συνήγαγε δε από το περιεχόμενό του αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού το συνεκτίμησε με τα λοιπά μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που διαλαμβάνονται στον ίδιο λόγο, ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα για την αξία του ισογείου διαμερίσματος και το Εφετείο με βάση αυτό έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετική κρίση για την αξία του, είναι απαράδεκτες διότι πλήττουν την εκτίμηση των αποδείξεων που ανάγεται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί δεν αποδείχθηκε ή αποδείχθηκε (ΑΠ 485/2019).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι προσδιορίζοντας το Εφετείο την εμπορική αξία του ισογείου διαμερίσματος στο ποσό των 25.000 ευρώ κατά την τέλεση του γάμου και στο ποσό των 53.000 ευρώ κατά την αμετάκλητη λύση του, παρότι, κατ'αυτόν (τον αναιρεσείοντα και όχι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης) τα χρόνια που μεσολάβησαν υπήρχε οικονομική κρίση, είχε αυξηθεί η παλαιότητά του, η γενόμενη προσθήκη κατ'επέκτασή του κατά 31,79 τ.μ.

δεν ήταν κατοικήσιμος χώρος, η αξία της τελευταίας, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα από την αντίδικό του φύλλα υπολογισμού ήταν μόνο 10.045 ευρώ και συνακόλουθα δεν δικαιολογείτο η κριθείσα, με την προσβαλλομένη απόφαση, αύξηση της εμπορικής του αξίας, κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου, στο ποσό των 53.000 ευρώ, διαλαμβάνει αντιφάσεις και ελλείψεις σχετικά με την στάθμιση των αποδείξεων ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης έτσι διατυπωμένος είναι απαράδεκτος διότι οι διαλαμβανόμενες σ'αυτόν αιτιάσεις αφορούν στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της εμπορικής αξίας του επίμαχου ισογείου διαμερίσματος, που καταλήγουν σε διαφορετικό συμπέρασμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, και στα επιχειρήματα του ιδίου του αναιρεσείοντος για το ουσιώδες ζήτημα της αξίας του εν λόγω διαμερίσματος που είναι αντίθετα με το εξαχθέν από το δικαστήριο αποδεικτικό πόρισμα το οποίο εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, επιπροσθέτως με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται ανεπίτρεπτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η ουσιαστική κρίση, ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3Β εδ.δ' του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-7-2021 αίτηση του Ν. Ζ. για αναίρεση της υπ'αριθ.838/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ