Legislator Case Law & Legislation
529/2018 AI generated

529/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 529/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

529/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
suspension of insurance cover health insurance exemption justified insurer position contract for medical treatment coverage for cancer treatment waiver of insurance benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 529 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 529/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. Τ. του Χ., συζύγου Μ. Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιαννάτο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-11-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2903/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3246/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθ. 3246/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθ. 2905/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη και το δικαστήριο, δικάζοντας επί της ουσίας, απέρριψε την από 27.11.2014 αγωγή της αναιρεσείουσας (κατά το κεφάλαιο που είχε γίνει δεκτή στον πρώτο βαθμό) ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την αγωγή αυτή, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω κεφάλαιό της, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της υπ’ αριθ. .../2011 ασφαλιστικής συμβάσεως, στην οποία προέβη την 2.12.2013 η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, ήταν για όσους λόγους επικαλέσθηκε άκυρη.

Από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν. 2496/1997, "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που αναφέρονται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζονται τα εξής: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί, το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή".

Εξάλλου, κατά την παρ. 6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου, "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος.

Ο λήπτης της απόφασης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Τέλος, κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου "Με την επιφύλαξη του άρθρου 29 παρ. 2, οι διατάξεις των παρ. 3 έως 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ζωής. Επίσης, οι διατάξεις των παρ. 3 έως 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ασθενειών".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.

Ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να θέσει στον λήπτη της ασφάλισης συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις τις οποίες αυτός οφείλει να απαντήσει. Τα ζητήματα δε που ο ασφαλιστής έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεών του τεκμαίρεται (νόμιμο τεκμήριο) ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

Δηλαδή (αυτά και μόνον) θεωρούνται εκ του νόμου ότι είναι στον κύκλο των ζητημάτων και οι επ’ αυτών απαντήσεις-πληροφορίες του λήπτη μπορεί να συνιστούν -κατά περίπτωση- αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου. Σε περίπτωση παράβασης από τον λήπτη της ως άνω υποχρεώσεώς του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος.

Ωστόσο, το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση.

Τέλος, απαιτείται δόλος του ασφαλισμένου, δηλαδή γνώση για το αποκρυβέν γεγονός και θέληση να το αποκρύψει, διότι ο νόμος θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 ΠΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται". Σημειώνεται ότι ειδικά στις ασφαλίσεις ζωής ή ασθενειών για τη θεμελίωση δικαιώματος καταγγελίας η αμέλεια δεν αρκεί, αλλά απαιτείται οπωσδήποτε πρόθεση, όπως εξάγεται από την παρ. 8 του ανωτέρω άρθρου (ΑΠ 1101/2010).

Βασική όμως προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυβέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε. Επομένως, δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους.

Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 627/2016).

Ωστόσο, αν ασφαλιστής, όπως έχει δικαίωμα, επιλέξει να υποβάλλει στον αιτούντα την ασφάλιση συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις σχετικά με τον υπό ανάληψη κίνδυνο, δεν μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση ουσιωδών περαστικών του κινδύνου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης αν πρόκειται για περιστατικό που δεν περιέχεται στο ερωτηματολόγιο.

Το νόημα του καθιερούμενου εν προκειμένω νόμιμου τεκμηρίου είναι ότι περιορίζει το εύρος των κρίσιμων περιστατικών στα όρια ακριβώς του ερωτηματολογίου. Αν το αποκρυβέν περιστατικό είναι μέσα στα όρια αυτά, δεν σημαίνει ότι χωρίς άλλο είναι και αντικειμενικά ουσιώδες κατά την ανωτέρω έννοια. Ο επικαλούμενος την απόκρυψη ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει και τα δύο:

Και ότι για το περιστατικό υποβλήθηκε ερώτηση και ότι το αποκρυβέν είναι αντικειμενικά ουσιώδες (σχετ. ΑΠ 755/2014). Περαιτέρω, η προβλεπόμενη ως άνω έκτακτη καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας και εν προκειμένω της ασφαλιστικής σύμβασης.

Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθού απευθύνεται (λήπτη τη ασφαλίσεως) και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση, αφού επιφέρει τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Γενικότερα, η καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν και εν προκειμένω κάποια συγκεκριμένη παραβίαση προσυμβατικής ανακοινώσεως.

Αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (Ολομ ΑΠ 27/1959, ΑΠ 683/2010).

Εν προκειμένω, η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω κεφάλαιό της, ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της υπ’ αριθ. .../2011 ασφαλιστικής συμβάσεως, στην οποία προέβη την 2.12.2013 η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, ήταν άκυρη αφενός γιατί η δήλωση της καταγγελίας δεν περιλάμβανε σαφή και ορισμένο λόγο και αφετέρου γιατί ο επικαλούμενος από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία λόγος, δηλαδή ότι κατά το στάδιο πριν την κατάρτιση της ασφαλιστικής συμβάσεως είχε αποκρύψει το ιατρικό ιστορικό της, ήταν αβάσιμος.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία είχε αρνητικό αναγνωριστικό χαρακτήρα, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 20 Σεπτεμβρίου 2010 η ενάγουσα υπέβαλε, με τη μεσολάβηση του ασφαλιστικού συμβούλου της εναγομένης Ι. Κ., τη με αριθμό .../20-09-αίτηση ασφάλισης ζωής προς την εναγόμενη εταιρεία, με συμβαλλόμενη την ίδια και δικαιούχους, τον σύζυγό της και τη θυγατέρα της.

Στην ανωτέρω αίτηση, υπήρχε ερωτηματολόγιο, στο οποίο η ενάγουσα στις ερωτήσεις "έχετε ή είχατε ποτέ παθήσεις ή ενοχλήσεις" και συγκεκριμένα ... 18. Του ουροποιογεννητικού συστήματος: (όπως νεφρίτιδα, νεφρική ανεπάρκεια, ουρολοίμωξη, κωλικό του νεφρού, αίμα, λεύκωμα ή σάκχαρο στα ούρα, παθήσεις προστάτου κλπ) ... 25.

Των μαστών ή γυναικολογικές (όπως παθήσεις της μήτρας, σαλπίγγων, ωοθηκών, ενδομητρίωση κλπ) ... 27. Έχετε νοσηλευτεί, χειρουργηθεί ή πρόκειται να υποβληθείτε σε χειρουργική επέμβαση), έδωσε την απάντηση: ΟΧΙ. Στη συνέχεια και μετά την υποβολή της ανωτέρω αίτησης και ενώ συγχρόνως η ενάγουσα είχε προσκομίσει στην εναγομένη, εκτός της αίτησης και αντίγραφα του βιβλιαρίου και του συνταγολογίου του δικού της και του συζύγου της, καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης εταιρείας το με αριθμό .../20-1-2011 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με το οποίο η εναγομένη ασφάλισε την ενάγουσα ισόβια, έναντι καταβολής συμφωνηθέντος ασφαλίστρου, με έναρξη ισχύος την 31-12-2010 και με καλύψεις την βασική ασφάλιση ζωής, την απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων σε περίπτωση διαρκούς ολικής ανικανότητας ή σοβαρής ασθένειας, το προσωπικό ατύχημα, το τροχαίο ατύχημα, τα ιατροφαρμακευτικά έξοδα, τα έξοδα νοσοκομειακής περίθαλψης και το επίδομα νοσοκομειακής περίθαλψης.

Σύμφωνα δε με τον με αριθμό 8 γενικό όρο του ως άνω ασφαλιστηρίου ζωής, σε περίπτωση παράβασης από δόλο των υποχρεώσεων του συμβαλλομένου ή του ασφαλισμένου κατά τη σύναψη της ασφάλισης, κατά τη διάρκεια αυτής ή κατά την επέλευση του κινδύνου, η εναγομένη δικαιούται να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης, όρος που απηχεί όσα διαλαμβάνει ο Ν. 2496/1997 στο άρθρο 3.

Όπως προαναφέρθηκε, στη σύναψη της παραπάνω ασφαλιστικής σύμβασης η ενάγουσα προέβη μετά από διαπραγματεύσεις με τον ασφαλιστικό σύμβουλο της εναγομένης Ι. Κ., ο οποίος και της παρέδωσε το εν λόγω ασφαλιστήριο συμβόλαιο μετά την έγκριση από την εναγομένη προς υπογραφή. Στη συνέχεια, μετά την πάροδο έξι περίπου μηνών από τη σύναψη της παραπάνω ασφαλιστικής σύμβασης και συγκεκριμένα στις 8 Ιουλίου 2011, η ενάγουσα εισήχθη εκτάκτως στο Θεραπευτήριο "...", λόγω εμφάνισης "μορφώματος στο ΑΡ ημιθωράκιο".

Στις 12-7-2011 υποβλήθηκε σε εγχείρηση ριζικής αφαίρεσης αριστερού μαστού λόγω διάγνωσης καρκίνου και στις 17-7-2011 βγήκε από το ως άνω θεραπευτήριο. Ακολούθως στις 4-8-2011 υποβλήθηκε σε 1η χημειοθεραπεία στο ίδιο θεραπευτήριο, τα έξοδα της οποίας όπως και τα έξοδα της νοσηλείας της είχαν νωρίτερα εγκριθεί από τη εναγομένη.

Ωστόσο, στη συνέχεια η εναγομένη αρνήθηκε να προβεί στην πληρωμή των σχετικών τιμολογίων, διότι βάσει ειδικού όρου της μεταξύ τους καταρτισθείσας ασφαλιστικής σύμβασης εξαιρούντο από τους καλυπτόμενους κινδύνους ασθένειας οι παθήσεις και οι επιπλοκές των μαστών για τα επτά πρώτα έτη της ασφάλισης.

Πληροφορούμενη η ενάγουσα την απόφαση αυτή της εναγομένης, της απέστειλε την 26-8-2011 εξώδικη διαμαρτυρία, ισχυριζόμενη ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που της είχε παραδοθεί δεν περιείχε την προαναφερθείσα εξαίρεση και ως εκ τούτου δεν ίσχυε. Η εναγομένη ενέμεινε στη θέση της και κατόπιν αυτού η ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της εναγομένης, ζητώντας να υποχρεωθεί η τελευταία στην κάλυψη των δαπανών θεραπείας της και στην εκπλήρωση εφεξής των συμβατικών υποχρεώσεών της, καθώς και την έκδοση προσωρινής (δικαστικής) διαταγής, προς άμεση ικανοποίηση των ανωτέρω αιτημάτων της.

Κατά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής, την 19-10-2011, η εναγομένη προσκόμισε αντίγραφο του επίμαχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που τηρούσε, σε ηλεκτρονική μορφή, στο αρχείο της, στην υπ’ αριθμόν 17 σελίδα του οποίου ενυπήρχε η ανωτέρω εξαίρεση, και ισχυρίσθηκε ότι εκείνο που εμφάνισε η ενάγουσα ως εκείνο που της είχε παραδοθεί ήταν πλαστογραφημένο στην συγκεκριμένη σελίδα.

Μετά λίγες ημέρες, η ενάγουσα υπέβαλε μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου (φυσικού ή ηθικού αυτουργού) για την πλαστογραφία του επίμαχου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επί της προαναφερομένης αιτήσεως λήψης ασφαλιστικών μέτρων εκδόθηκε η με αριθμό 7712/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αφενός μεν απορρίφθηκε το αίτημα της ενάγουσας για οικονομική κάλυψη δαπανών νοσηλείας αλλά και των δαπανών για τις αναγκαίες ιατρικές πράξεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας της (νοσήλια, ιατρικές εξετάσεις, χειρουργικές επεμβάσεις) αφετέρου δε υποχρέωσε την εναγομένη "να προβαίνει προσωρινά στην εκπλήρωση του συνόλου των συμβατικών υποχρεώσεων" από την ένδικη σύμβαση, "όπως αναφέρονται στο υπ’ αριθμ. .../20-1- 2011 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής".

Η ενάγουσα, αφού επέδωσε την 3-9-2012 την ανωτέρω απόφαση στην εναγομένη, κατόπιν της ζήτησε να καλύψει τις δαπάνες χημειοθεραπείας στις οποίες υποβλήθηκε την 6-9-2012 και την 27-9-2012, η εναγομένη όμως δεν ικανοποίησε το αίτημά της, διότι η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα της ενάγουσας για προσωρινή επιδίκαση των προηγούμενων απαιτήσεών της έναντι της εναγομένης.

Κατά της συμπεριφοράς της εναγομένης να μη συμμορφωθεί, στην προαναφερόμενη απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, η ενάγουσα, άσκησε κατά αυτής την από 7-1-2013 (.../2013) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας να της καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 69.267, 44 ευρώ ως ασφάλισμα αλλά και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την συμπεριφορά της εναγομένης.

Επί της αγωγής αυτής, κατά τη συζήτηση της οποίας άσκησε πρόσθετη παρέμβαση - μετά από προσεπίκληση της εναγομένης- ο ασφαλιστικός της σύμβουλος Ι. Κ., εκδόθηκε η με αριθμό 4107/2015 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, την οποία νομίμως προσκόμισε η εναγομένη-εκκαλούσα, πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 527 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι δημοσιεύτηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή της και εδώ ενάγουσας, διότι όπως έκρινε το Δικαστήριο, η πλαστογραφία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, πρέπει να έγινε από το περιβάλλον της ενάγουσας, και σε κάθε περίπτωση, η άρνηση της εναγομένης να συμμορφωθεί στην απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, δεν έγινε δολίως.

Ωστόσο νωρίτερα, κι ενώ ήταν σε εκκρεμότητα και η συζήτηση της ανωτέρω αγωγής, αλλά και η ποινική διαδικασία και προκειμένου να βρεθεί μία εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της υπόθεσης, κλήθηκε η ενάγουσα, σε συνάντηση στα γραφεία της εναγομένης με τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης του Κλάδου Ατομικών Ζωής αυτής Κ.

Κ. και τον τότε Διευθυντή της νομικής της υπηρεσίας κ. Λ.. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 5-11-2013, όπου εκτός των ανωτέρω παραβρέθηκε και η φίλη της ενάγουσας, δικηγόρος, Α. Μ.. Εκεί, κατά τη διάρκεια της συζήτησης, η ενάγουσα αποκάλυψε ότι, σε αντίθεση με την εναγομένη, η προηγούμενη ασφαλιστική της εταιρία με την επωνυμία "...", της είχε καταβάλει άμεσα τις δαπάνες νοσηλείας της για πυελονεφρίτιδα.

Συνεπώς, στις 5-11-2015 περιήλθε σε γνώση της εναγομένης ότι η ενάγουσα στο παρελθόν είχε νοσηλευθεί για πυελονεφρίτιδα -κατά την ίδια την ενάγουσα- χωρίς όμως να της το έχει δηλώσει κατά το προσυμβατικό στάδιο, όταν είχε συμπληρώσει το ερωτηματολόγιο της με αριθμό .../20-09-2010 αίτησης, αφού όπως προαναφέρθηκε η ενάγουσα, είχε απαντήσει αρνητικά στο ερώτημα 18 για τον αν έχει ή είχε ποτέ παθήσεις ή ενοχλήσεις του ουροποιογεννητικού συστήματος (όπως νεφρίτιδα, νεφρική ανεπάρκεια, ουρολοίμωξη, κωλικό του νεφρού, αίμα, λεύκωμα ή σάκχαρο στα ούρα, παθήσεις προστάτου κ.λπ.).

Ακολούθως, η εναγόμενη απέστειλε την 02-12-2013 στην ενάγουσα την από 25-11-2013 επιστολή της με την οποία της δήλωνε ότι προβαίνει στην καταγγελία - ακύρωση του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου διότι όπως αναφέρει "κατόπιν ελέγχου διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια της προασφαλιστικής διαδικασίας δε δηλώθηκε ιατρικό ιστορικό, το οποίο ήταν γνωστό".

Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την ένδικη εδώ αγωγή της ότι η καταγγελία είναι αόριστη, γι αυτό και δεν επιφέρει αποτέλεσμα. Όπως όμως αναφέρεται και στην αρχή της παρούσας, η καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας.

Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθού απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ) , οπότε είναι άκυρη...

Το περιεχόμενο της ανωτέρω καταγγελίας της εναγομένης δεν είναι αόριστο, αφού αναφέρεται στην επιστολή και ότι η εναγομένη καταγγέλλει την υπάρχουσα μεταξύ αυτής και της ενάγουσας ασφαλιστική σύμβαση αλλά και την ύπαρξη σπουδαίου λόγου και συγκεκριμένα ότι κατά τη διάρκεια της προασφαλιστικής διαδικασίας δε δηλώθηκε ιατρικό ιστορικό, το οποίο ήταν γνωστό.

Η ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι από το περιεχόμενο της καταγγελίας, δεν προκύπτει ποιό πρόσωπο είναι αυτό που δε δήλωσε το ιατρικό ιστορικό. Είναι όμως προφανές ότι κατά την προασφαλιστική διαδικασία το πρόσωπο που θα έπρεπε να δηλώσει το ιστορικό ιατρικό γεγονός ήταν η αντισυμβαλλομένη ενάγουσα και όχι κάποιος άλλος.

Περαιτέρω, η καταγγελία αποδείχθηκε ότι είναι και ουσιαστικά βάσιμη. Ειδικότερα, το παραπάνω με αριθμό … γραπτό ερώτημα της με αριθμό .../20-09-2010 αίτησης σύναψης σύμβασης ασφάλισης ζωής ήταν σαφές και ορισμένο και η ενάγουσα όφειλε να απαντήσει καταφατικά σε αυτό, δεδομένου ότι πράγματι αυτή μόλις ένα μήνα πριν από τη συμπλήρωση της αίτησης προς την εναγομένη και συγκεκριμένα από την 28-07-2010 μέχρι και την 02-08-2010 είχε νοσηλευτεί στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών για ουρολοίμωξη σε αποδρομή και είχε τεθεί υπό φαρμακευτική αγωγή.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν είχε δόλο όταν παρέβη τη σχετική υποχρέωσή της ούτε και αποσιώπησε τα αληθινά γεγονότα από πρόθεση, δεδομένου ότι είχε προσκομίσει στην εναγομένη, μαζί με την αίτηση προς ασφάλιση, το βιβλιάριο υγείας της και το συνταγολόγιο της από όπου μπορούσαν ευχερώς να διαπιστώσουν το ιατρικό της ιστορικό.

Όπως όμως προκύπτει από το έγγραφο του Θεραπευτηρίου "..." με τον τίτλο "ΕΝΤΥΠΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΝΟΣΗΛΕΙΑΣ", που υπήρχε στον φάκελο της ενάγουσας στη προηγούμενη ασφαλιστική της εταιρείας "...", και το οποίο παραδόθηκε από την τελευταία στην εναγομένη κατόπιν αιτήσεώς της, το βιβλιάριο υγείας της η ενάγουσα δεν το προσκόμισε στο ως άνω θεραπευτήριο, αν και της ζητήθηκε, όταν εισήχθη σε αυτό για τη θεραπεία της "ουρολοίμωξης σε αποδρομή", και όπως αναφέρεται στο ως άνω έγγραφο, αυτή (ενάγουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να το προσκομίσει.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα, πράγμα που δεν έκανε, να προσκομίσει στο Δικαστήριο, τα ανωτέρω έγγραφά της (βιβλιάριο υγείας και συνταγολόγιο), ώστε να ελέγξει το Δικαστήριο ότι η πάθηση της "ουρολοίμωξης σε αποδρομή", την οποία δεν δήλωσε κατά τη σύνταξη της αίτησης, αναφερόταν σε αυτά, και ως εκ τούτου θα ήταν ευχερώς αντιληπτό το ως άνω ιατρικό ιστορικό από τους ελεγκτές της εναγομένης.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω έγγραφα του θεραπευτηρίου "..." που κατείχε η "..." προκύπτει ότι η ενάγουσα, στο παρελθόν είχε υποβληθεί και σε δύο επεμβάσεις και συγκεκριμένα σε μία γυναικολογική και σε σκωληκοειδίτιδα, που επίσης δεν είχε αναφέρει κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου της με αριθμό .../20-09-2010 αίτησης στον αριθμό … αυτού.

Ενόψει των προαναφερομένων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, η ένδικη "καταγγελία" από πλευράς της εναγομένης, δεν υπήρξε αδικαιολόγητη και αιφνίδια αλλά ούτε και καταχρηστική. Ειδικότερα, η καταγγελία της μεταξύ των μερών υφιστάμενης ασφαλιστικής σύμβασης πραγματοποιήθηκε εντός της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2496/1997 προθεσμίας και από τη διάταξη του άρθρου 8 των Γενικών Όρων της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης. Συνακόλουθα η εναγομένη προέβη και εμπρόθεσμα την 02-12- 2013 (εντός της νόμιμης αποσβεστικής προθεσμίας των τριάντα ημερών) σε καταγγελία της εν λόγω ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά και έγκυρα. Επομένως, η εκκαλουμένη, που έκρινε ότι η καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης από την εναγομένη ήταν αόριστη αλλά και ότι η καταγγελία δεν ήταν έγκυρη, και στη συνέχεια έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσία και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της παραπάνω συναφθείσας μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ασφαλιστικής σύμβασης και ότι η τελευταία παραμένει σε ισχύ ως μηδέποτε λυθείσα, έσφαλε.." Ακολούθως, δεχόμενη την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο που είχε γίνει δεκτή και στη συνέχεια, δικάζοντας επί της ουσίας της διαφοράς, απέρριψε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε η αγωγή, ότι για το κύρος της ένδικης καταγγελίας δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ο λόγος της καταγγελίας και τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του 3 του Ν. 2496/1997 (παρ. 1, 6 και 8), αφού κατά τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις η προβλεπόμενη από τις ως άνω διατάξεις έκτακτη καταγγελία είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, αναιτιώδης και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να αναφέρει το σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν και εν προκειμένω κάποια συγκεκριμένη παραβίαση προσυμβατικής ανακοινώσεως. Επομένως, η διαλαμβανόμενη στον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου σχετική αντίθετη αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμη. Οι ανωτέρω αιτιολογίες αρκούσαν, τα δε αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι σε κάθε περίπτωση η καταγγελία περιείχε σαφή λόγο από το άρθρο 3 παρ. 6 του ανωτέρω νόμου συνιστούν πλεοναστικές αιτιολογίες. Ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή (των πλεοναστικών αιτιολογιών) δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως (για να αποτραπεί δεδικασμένο), κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 77/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε η ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολομ ΑΠ 26/2004). Εξάλλου, ο δόλος, όπως η έννοιά του αναλύθηκε ανωτέρω, συνιστά αόριστη νομική έννοια και άρα η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά (559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) για την κρίση της περί του αν τα γενόμενα ανέλεγκτα δεκτά από αυτό περιστατικά υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 153/2017, ΑΠ 1299/2015). Αν πάλι η απόφαση περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τη ύπαρξη του δόλου, η παραβίαση ελέγχεται μέσω του λόγου του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου.

Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως οι παραδοχές της παρατίθενται ανωτέρω, έκρινε ότι η ένδικη καταγγελία της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, που ασκήθηκε μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία των τριάντα ημερών, ήταν έγκυρη, δεχόμενη προς τούτο ότι: α) "το παραπάνω με αριθμό …γραπτό ερώτημα της με αριθμό .../20-09-2010 αίτησης σύναψης σύμβασης ασφάλισης ζωής ήταν σαφές και ορισμένο και η ενάγουσα όφειλε να απαντήσει καταφατικά σε αυτό, δεδομένου ότι πράγματι αυτή μόλις ένα μήνα πριν από τη συμπλήρωση της αίτησης προς την εναγομένη και συγκεκριμένα από την 28-07-2010 μέχρι και την 02-08-2010 είχε νοσηλευτεί στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών για ουρολοίμωξη σε αποδρομή και είχε τεθεί υπό φαρμακευτική αγωγή ...

και β) ....η ενάγουσα, στο παρελθόν είχε υποβληθεί και σε δύο επεμβάσεις και συγκεκριμένα σε μία γυναικολογική και σε σκωληκοειδίτιδα, που επίσης δεν είχε αναφέρει κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου της με αριθμό .../20-09-2010 αίτησης στον αριθμό … αυτού". Έτσι όμως που έκρινε, πρώτον παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 5 ν. 2496/1997 και 332 παρ. 1 ΑΚ.

Και τούτο διότι, αναφορικά με την προϋπόθεση της εκ δόλου αποκρύψεως των ανωτέρω ιατρικών στοιχείων και περιστατικών, διέλαβε ασαφή αιτιολογία ως προς το αν η αναιρεσείουσα παρέλειψε να τα δηλώσει στις απαντήσεις του ερωτηματολογίου που της τέθηκε από δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο) ή από αμέλεια. Ειδικότερα, δεν διευκρινίζει, ευθέως ή εμμέσως, αν η αναιρεσείουσα κατά την απάντηση του ερωτηματολογίου ενήργησε με δόλο και αποσιώπησε τα ανωτέρω στοιχεία, παραλείποντας έτσι να εξειδικεύσει την αόριστη νομική έννοια του δόλου, στην οποία στηρίζεται η ένσταση της αναιρεσίβλητης περί καταγγελίας.

Οι διαλαμβανόμενες φράσεις α) ότι "η ενάγουσα όφειλε να απαντήσει καταφατικά" για την ουρολοίμωξη και β) ότι "επίσης δεν είχε αναφέρει" για την γυναικολογική επέμβαση και την σκωληκοειδίτιδα, δεν εξαρκούν για την κατάφαση του δόλου, αφού η μη συμμόρφωση της ενάγουσας στην οφειλή της να δηλώσει τα εν λόγω στοιχεία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι ήταν ηθελημένη, αλλά θα μπορούσε να οφείλεται σε αμέλεια, έστω και ενσυνείδητη.

Δεύτερον, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των παρ. 1 και 5 του άρθρου 3 ν. 2496/1997 διότι δεν διαλαμβάνει καθόλου αιτιολογίες αναφορικά με την προϋπόθεση αν και κατά πόσο τα περιστατικά που αποσιωπήθηκαν ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου από τον ασφαλιστή, αφού κατά τα προαναφερόμενα (και επί ερωτηματολογίου) ο νόμος δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας για οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο για απόκρυψη εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει, όχι υποκειμενικά αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους.

Με αυτές τις αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν για το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου και ως προς τα δύο σκέλη του, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στον αγωγικό ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη συνδρομής της προϋποθέσεως της από δόλο αποκρύψεως στοιχείων, δεδομένου ότι οι διαφορετικές ιστορικές βάσεις που θεμελιώνουν το κοινό αίτημα της αγωγής περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας εισάγουν διαφορετικά αντικείμενα δίκης και δημιουργούν ιδιαίτερα κεφάλαια. Λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου που έγινε δεκτός, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, βαρύνει την αναιρεσίβλητη επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3246/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.

Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ