Legislator Case Law & Legislation
529/2016 AI generated

529/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 529/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 529 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

529/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 529 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 529 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 529/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαμπρόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Χίο και διατηρεί κατάστημα στον ..., νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 7010/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/5/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 19/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ... Σεπτεμβρίου 2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ε. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος, με την οποίαν ορίσθηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, καθώς και κλήσεως προς συζήτηση κατ’ αυτήν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία. Επομένως, εφόσον αυτή δεν παραστάθηκε κατά την, από την σειρά του πινακίου, νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να συζητηθεί όμως η υπόθεση, ως να ήταν και αυτή παρούσα ( άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ).

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Άλλωστε, από την διάταξη του άρθρου 422 του Α.Κ., για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, η οποία είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή. Και ναι μεν ο δανειστής δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς το χρέος που θα εξοφληθεί, ο οφειλέτης όμως μπορεί να συμφωνήσει, ρητά ή σιωπηρά, στον προσδιορισμό που προτείνει ο δανειστής, οπότε πλέον ο καταλογισμός δεν γίνεται με βάση το άρθρο 422 του Α.Κ., αλλά κατά την συμφωνία των μερών ( άρθρο 361 του Α.Κ., Α.Π. 1653/2011, Α.Π. 1988/2006 ). Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση συμψηφισμού ( καταλογισμού ) των αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σύμβαση εργασίας, πρέπει να αναφέρεται ρητώς η καταρτισθείσα, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνία περί καταλογισμού, το ακριβές περιεχόμενό της, ο τρόπος καταβολής της αξιώσεως, το χρονικό διάστημα που αφορά και οι αιτίες καταβολής του οφειλομένου χρηματικού ποσού. Με την επίκληση σχετικής έγγραφης αποδείξεως του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται, κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνον απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνον προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών. Επίσης, για τον λόγο αυτόν με το άρθρο 18 παρ. 1 του Νόμου 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις ( Α.Π. 1069/2014, Α.Π. 1688/2012, 178/2010 ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για κήρυξη ή μη ακυρότητας, εκπτώσεως ή απαραδέκτου, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου ( Ολ. Α.Π. 1/1999 ). Στην προκειμένη περίπτωση αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέγνωσε το απαράδεκτο της ενστάσεως συμψηφισμού ( καταλογισμού ) λόγω αοριστίας, καθόσον η εναγομένη δεν εξέθετε στην εν λόγω ένστασή της, τα επιμέρους ποσά, που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε για τις αιτίες αυτές πέραν των νομίμων και όχι μόνον το συνολικό καταβληθέν ποσό. Όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και του δικογράφου της εφέσεως η αναιρεσίβλητη υπέβαλε ορισμένως με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ( της πρωτοβάθμιας δίκης ) και επαναφέρει με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό.

Συνεπώς, το Εφετείο με το να κρίνει παραδεκτό τον ισχυρισμό αυτόν δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ( και όχι του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. ) και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν.Δ/τος 4020/1959 θεωρείται άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτών, με την οποίαν οι αξιώσεις από υπερωριακή απασχόληση ( βασική αντιμισθία και προσαύξηση ) θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προκειμένου περί αμοιβής για υπερεργασία δεν αποκλείεται ο συμβατικός καταλογισμός του υπέρτερου καταβαλλομένου συμβατικώς μισθού. Εξάλλου, είναι έγκυρη η συμφωνία ότι η αξίωση του μισθωτού για την απασχόλησή του εντός του νομίμου ωραρίου κατά τα Σάββατα, ως έκτης ημέρας υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, συμψηφίζεται με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές.

Συνεπώς, μόνο για την υπερωριακή απασχόληση απαγορεύεται ο συμβατικός καταλογισμός των υπέρτερων των νομίμων αποδοχών στην αμοιβή για την απασχόληση αυτή ( Α.Π. 1915/2011, Α.Π. 645/2010, Α.Π. 429/2010, Α.Π. 1129/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν αυτός δεν παραβιάσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκαν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, έννοια διαφορετική από την αληθινή ( Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1632/2013 ). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η απαίτηση του ενάγοντος από υπερωριακή απασχόληση, κατόπιν ειδικής συμφωνίας τους, εξοφλήθη με καταλογισμό - συμψηφισμό και ειδικότερα ότι α ) το ποσό των 786,60 ΕΥΡΩ της υπερωριακής απασχολήσεως που πραγματοποίησε ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 11-4-2008 έως 31-5-2008, β ) το ποσό των 1.698,75 ΕΥΡΩ της υπερωριακής απασχολήσεως που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2008 έως 31-8-2008, γ ) το ποσό των 1.962,36 ΕΥΡΩ της υπερωριακής απασχολήσεως που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 έως 31-12-2008, δ ) το ποσό των 2.492,04 ΕΥΡΩ της υπερωριακής απασχολήσεως που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-4-2009, ε ) το ποσό των 2.515,95 ΕΥΡΩ της υπερωριακής απασχολήσεως που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2009 έως 31-8-2009, στ ) το ποσό των 4.730,74 ΕΥΡΩ της υπερωριακής απασχολήσεως που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 έως 31-3-2010 και ζ ) το ποσό των 2.052,93 ΕΥΡΩ της υπερωριακής απασχολήσεως που πραγματοποίησε κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2010 έως 9-7-2010 και που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 16.239,37 ΕΥΡΩ, εξοφλήθηκαν κατόπιν της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας ειδικής συμφωνίας περί καταλογισμού - συμψηφισμού (άρθρα 361 και 422 του Α.Κ.). Κρίνοντας όμως έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθώς και αυτήν του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν.Δ/τος 4020/1959, αφού τέτοια συμφωνία, σύμφωνα με τα παραπάνω είναι άκυρη. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 είναι βάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτήν, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ( έλλειψη αιτιολογίας ) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους [(αντιφατική αιτιολογία Ολ. Α.Π. 1/1999 )]. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες ( Α.Π. 622/1983 ). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες ( Ολ. Α.Π. 861/1984 ). Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( Α.Π. 1547/1997 ). Αν η ασάφεια, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση εγγράφου ή παράβαση των δικονομικών διατάξεων, ο σχετικός λόγος απορρίπτεται, ως απαράδεκτος. Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν " αιτιολογία " της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα, αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων ( Α.Π. 1385/2015, Α.Π. 1379/2015 ). Στην συνέχεια των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την ίδια απόφασή του, δέχθηκε ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.016,31 ΕΥΡΩ ( 1.710,87 ΕΥΡΩ - 694,56 ΕΥΡΩ ) κατά το χρονικό διάστημα από 11-4-2008 μέχρι 31-5-2008, το ποσό των 1.399,22 ΕΥΡΩ ( 3.575,90 ΕΥΡΩ - 2.176,68 ΕΥΡΩ ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-2008 μέχρι 31-8-2008, το ποσό των 876,63 ΕΥΡΩ ( 3.937,81 ΕΥΡΩ - 3.061,18 ΕΥΡΩ ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 μέχρι 31-12-2008, το ποσό των 27,22 ΕΥΡΩ ( 5.192,45 ΕΥΡΩ - 5.165,23 ΕΥΡΩ ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι 30-4-2009, το ποσό των 475,64 ΕΥΡΩ ( 4.918,71 ΕΥΡΩ - 4.443,07 ΕΥΡΩ ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2009 μέχρι 31-8-2009, το ποσό των 3.203,67 ΕΥΡΩ ( 9.842,37 ΕΥΡΩ - 6.638,70 ΕΥΡΩ ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 μέχρι 31-3-2010 και το ποσό των 963,52 ΕΥΡΩ ( 3.975,29 ΕΥΡΩ - 3.011,77 ΕΥΡΩ ) κατά το χρονικό διάστημα από 1-4-2010 μέχρι 9-7-2010. Τα καταβληθέντα από την εναγομένη χρηματικά ποσά, σύμφωνα με την μεταξύ τους καταρτισθείσα συμφωνία, καταλογίζονται πρώτα προς εξόφληση των απαιτήσεων για την παροχή υπερεργασίας, μετά για την παροχή νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως και ακολούθως για την παροχή εργασίας τις Κυριακές, τα Σάββατα και παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως ( άρθρο 422 του Α.Κ. ).

Συνεπώς, για το χρονικό διάστημα από 11-4-2008 μέχρι 31-5-2008 το καταβληθέν χρηματικό ποσό των 694,56 ΕΥΡΩ καταλογίζεται στην υπερεργασία και σε μέρος της νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως ( 218,40 ΕΥΡΩ + 786,60 ΕΥΡΩ = 1.005 ΕΥΡΩ - 694,56 ΕΥΡΩ = 310,44 ΕΥΡΩ ) και απομένει υπόλοιπο 310,44 ΕΥΡΩ νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2008 μέχρι 31-8-2008 το καταβληθέν χρηματικό ποσό των 2.176,68 ΕΥΡΩ καταλογίζεται στην υπερεργασία, στην νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και σε μέρος της παροχής εργασίας τις Κυριακές ( 415,25 ΕΥΡΩ + 1.698,75 ΕΥΡΩ + 422,94 ΕΥΡΩ - 2.176,68 ΕΥΡΩ = 360,26 ΕΥΡΩ ) και απομένει υπόλοιπο 360,26 ΕΥΡΩ για την παροχή εργασίας τις Κυριακές, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2008 μέχρι 31-12-2008 το καταβληθέν χρηματικό ποσό των 3.061,18 ΕΥΡΩ καταλογίζεται στην υπερεργασία, στη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, στην παροχή εργασίας τις Κυριακές και σε μέρος παροχής εργασίας τα Σάββατα ( 467,22 ΕΥΡΩ + 1.962,36 ΕΥΡΩ + 436,48 ΕΥΡΩ + 249,42 ΕΥΡΩ = 3.115,48 ΕΥΡΩ - 3.061,18 ΕΥΡΩ = 54,30 ΕΥΡΩ ) και απομένει υπόλοιπο 54,30 ΕΥΡΩ για την παροχή εργασίας τα Σάββατα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι 30-4-2009 το καταβληθέν χρηματικό ποσό των 5.165,23 ΕΥΡΩ καταλογίζεται στην υπερεργασία, στη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, στην παροχή εργασίας τις Κυριακές και τα Σάββατα, καθώς και σε μέρος για την παροχή παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως (638,40 ΕΥΡΩ + 2.492,04 ΕΥΡΩ + 596,53 ΕΥΡΩ + 340,88 ΕΥΡΩ + 408,96 ΕΥΡΩ + 715,64 ΕΥΡΩ = 5.192,45 ΕΥΡΩ - 5.165,23 ΕΥΡΩ = 27,22 ΕΥΡΩ) και απομένει υπόλοιπο 27,22 ΕΥΡΩ για την παροχή παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2009 μέχρι 31-8-2009 το καταβληθέν χρηματικό ποσό των 4.443,07 ΕΥΡΩ καταλογίζεται στην υπερεργασία, στη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, στην παροχή εργασίας τις Κυριακές και Σάββατα, καθώς και σε μέρος για την παροχή παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως (598,50 ΕΥΡΩ + 2.515,95 ΕΥΡΩ + 521,96 ΕΥΡΩ + 298,27 ΕΥΡΩ + 357,84 ΕΥΡΩ + 626,19 ΕΥΡΩ = 4.918,71 ΕΥΡΩ - 4.443,07 ΕΥΡΩ = 475,64 ΕΥΡΩ) και απομένει υπόλοιπο 475,64 ΕΥΡΩ για την παροχή παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 μέχρι 31-3-2010 το καταβληθέν χρηματικό ποσό των 6.638,70 ΕΥΡΩ καταλογίζεται στην υπερεργασία, στη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση και σε μέρος της παροχής εργασίας τις Κυριακές ( 1.175,85 ΕΥΡΩ + 4.730,74 ΕΥΡΩ + 1.138,50 ΕΥΡΩ = 7.045,09 ΕΥΡΩ - 6.638,70 ΕΥΡΩ = 406,39 ΕΥΡΩ ) και απομένει υπόλοιπο 406,39 ΕΥΡΩ για την παροχή εργασίας τις Κυριακές και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2010 μέχρι 9-7-2010 το καταβληθέν χρηματικό ποσό των 3.011,77 ΕΥΡΩ καταλογίζεται στην υπερεργασία, στη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, στην παροχή εργασίας τις Κυριακές και σε μέρος για την παροχή εργασίας τα Σάββατα ( 488,40 ΕΥΡΩ + 2.052,93 ΕΥΡΩ + 414,83 ΕΥΡΩ + 237,05 ΕΥΡΩ = 3.193,21 ΕΥΡΩ - 3.011,77 ΕΥΡΩ = 181,44 ΕΥΡΩ ) και απομένει υπόλοιπο 181,44 ΕΥΡΩ για την παροχή εργασίας τα Σάββατα. Κρίνοντας έτσι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να δεχθεί δηλαδή ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε συμφωνία περί καταλογισμού - συμψηφισμού των απαιτήσεων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος έναντι της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας για παροχή υπερεργασίας και για την παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το ως άνω κεφάλαιο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή ( άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 7010/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που στο σκεπτικό αναφέρεται.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ( 2.300 ) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ