529/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5640/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1852/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2014 του.
Legislator headnote
AI generated529/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
Full text
Απόφαση 529 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 529/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρίστο Καραμπάγια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ.-Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου της Καλλιόπης Φινοκαλιώτου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5640/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1852/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2014 του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 21/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1852/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 30-11-2010 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 5640/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 3-7-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 480/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, "χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοιχτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ.1 ΝΔ της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα του ιδίου καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον, δηλαδή τον δικαιούχο που δεν ανέλαβε, ο οποίος από το νόμο πλέον αποκτά απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής, από μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 Ν. 5638/1932, τα οποία επίσης διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ' στοιχ. α' ΝΔ 118/1973, ορίζεται, αντιστοίχως, ότι "επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθεί προσθέτως ο όρος, ότι, άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχεται αυτοδικαίως εις τους λοιπούς επιζώντας, μέχρι του τελευταίου τούτων".
Και ότι "διάθεσις της καταθέσεως διά πράξεως, είτε εν ζωή, είτε αιτία θανάτου, δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος είτε εξ αδιαθέτου είτε εκ της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων... ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως". Από τις διατάξεις αυτές, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στις εσωτερικές μεταξύ των περισσότερων καταθετών σχέσεις, ενώ η δεύτερη ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της τράπεζας, στην οποία έχει γίνει η κατάθεση και των περισσότερων καταθετών, συνδυαζόμενες και με τις προαναφερόμενες, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, δεν χωρεί υποκατάσταση αυτού από τους τυχόν κληρονόμους του έναντι της τράπεζας, κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα, διότι, διαφορετικά, θα επερχόταν μεταβολή του προσώπου του καταθέτη χωρίς την συγκατάθεση της τράπεζας.
Ο επιζών καταθέτης, ως εις ολόκληρον δανειστής έναντι της τράπεζας, μπορεί να εισπράξει και ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, οπότε οι κληρονόμοι του αποθανόντος θα μπορούν να αξιώσουν από αυτόν το τμήμα εκείνο της κατάθεσης που αναλογεί στον δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των καταθετών.
Εάν, όμως, έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 Ν 5638/1932, σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες, περιέρχεται αυτοδικαίως ("ιδίω ονόματι" και "εξ ιδίου δικαίου") η κατάθεση και ο από αυτήν λογαριασμός στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος καταθέτη δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το κατά τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα της κατάθεσης, που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο ως άνω όρος, του οποίου σε αυτό και μόνο εξαντλείται η νομική ενέργεια.
Στην προκειμένη περίπτωση στην από 25-2-1992 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου αυτής, διαλαμβάνονταν τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη με την από 3-7-2008 και με αριθμό εκθ. καταθέσεως 6577/2008 αγωγή της, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσε ότι είναι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της, που αποβίωσε την 30-1-2007 και ότι ο τελευταίος πριν το θάνατο του είχε καταθέσει σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό με συνδικαιούχο τον εναγόμενο, το ποσό των 103.000 ευρώ, που αποτελούσε μέρος του τιμήματος των 310.000 ευρώ που προερχόταν από την πώληση ακινήτου του και ότι η εν λόγω κατάθεση έγινε αποκλειστικά με την εντολή προς τον τελευταίο να επενδύσει το ποσό αυτό.
Ότι ο εναγόμενος έπεισε τον πατέρα της να τον θέσει συνδικαιούχο του εν λόγω λογαριασμού, προκειμένου να διαχειριστεί το σ' αυτόν κατατεθειμένο κεφάλαιο σύμφωνα με την παραπάνω εντολή και ότι μετά την επένδυση του εν λόγω ποσού που τελικά ανήλθε στο ποσό των 147.000 ευρώ, θα του το απέδιδε. Ότι ο εναγόμενος δύο εβδομάδες πριν το θάνατο του πατέρα της ανέλαβε όλο το παραπάνω ποσό του λογαριασμού, χωρίς να το δικαιούται, αρνούμενος μέχρι σήμερα να της το αποδώσει παρά τις οχλήσεις της προς αυτόν".
Με την επίκληση των περιστατικών αυτών, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής και κατόπιν μετατροπής του αγωγικού αιτήματος της ως προς το υπόλοιπο ποσό από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος, να της καταβάλει το ποσό των 146.956 ευρώ, για το κεφάλαιο που υπήρχε στο λογαριασμό την 10-1-2007, με τους νόμιμους τόκους.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου πραγματικά περιστατικά και νόμιμη, στηριζόμενη στις προπαρατεθείσες διατάξεις. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και, κατ' εκτίμηση, 8 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος.
Kατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα είναι μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος λόγω της επάρατου νόσου (καρκίνου) την 30-1-2007 πατέρα της Δ. Χ. (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθμό 53/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία διατάχθηκε σ' αυτήν η χορήγηση κληρονομητηρίου).
Ο πατέρας της ενάγουσας πριν το θάνατο του και συγκεκριμένα στις 28-11-2005, πώλησε ένα ακίνητο (αγροτεμάχιο) μετά της επ' αυτού παλαιάς οικίας, ιδιοκτησίας του, που βρισκόταν στη ... και έλαβε ως τίμημα το ποσό των 310.000 ευρώ. Την ίδια ημέρα (28-11-2005) ο παραπάνω κατέθεσε όλο το ποσό στο με αριθμό ... ατομικό λογαριασμό ταμιευτηρίου στην τράπεζα "HSBC" (βλ.
την προσκομιζόμενη από 28-11-2005 βεβαίωση συναλλαγής της εν λόγω τράπεζας). Ακολούθως από την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού προκύπτει ότι την 12-4-2006 ο πατέρας της ενάγουσας ανέλαβε το ποσό των 103.000 ευρώ, το οποίο κατέθεσε αυθημερόν στο με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που άνοιξε στην Εθνική Τράπεζα με συνδικαιούχο τον εναγόμενο (πρώτο εξάδερφό του), προκειμένου ο τελευταίος να επενδύσει το εν λόγω ποσό και στη συνέχεια να του το αποδώσει.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με βάση τη συμφωνία των συνδικαιούχων ο εναγόμενος είχε την εντολή διαχείρισης των χρημάτων επ' ωφελεία του Δ. Χ., ο οποίος με τον τρόπο αυτό επιδίωκε να εξασφαλίσει οικονομικά τη θυγατέρα του (ενάγουσα). Πλην όμως ο εναγόμενος την 19-4-2006, ήτοι πριν το θάνατο του Δ. Χ. (συνδικαιούχου), ανέλαβε ολόκληρο το παραπάνω ποσό, χωρίς ωστόσο να αποδείχθηκε από τα προσκομιζόμενα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι τούτο (ποσό) είχε ανέλθει κατά την 10-1-2007 στο ποσό των 147.000 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Τα παραπάνω ενισχύθηκαν από την κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρος της ενάγουσας, η οποία κατέθεσε ότι κατά το χρόνο ανοίγματος του κοινού λογαριασμού η ενάγουσα βρισκόταν στην Αγγλία για σπουδές, το κατατεθέν ποσό προερχόταν από την πώληση του ακινήτου του πατέρα της, ο οποίος συμφώνησε με τον εναγόμενο να του το επενδύσει και στη συνέχεια να του το αποδώσει και επιπλέον ότι αισθανόταν ηθικά ικανοποιημένος που είχε εξασφαλίσει οικονομικά τη θυγατέρα του.
Επίσης από τις από 11-10-2007 προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Π. Σ. και Π. Ε. ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών, επ' αφορμή της μήνυσης της ενάγουσας κατά του εναγομένου για υπεξαίρεση, οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως ότι είχαν μιλήσει με τον ίδιο το Δ. Χ., κατά το χρόνο της νοσηλείας του λόγω της επάρατης νόσου (καρκίνου), ο οποίος τους είπε ότι είχε δώσει το ποσό αυτό στον εναγόμενο για να το επενδύσει για λογαριασμό του και ότι με χρήματα αυτά είχε εξασφαλίσει οικονομικά την κόρη του.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το παραπάνω ποσό κατατέθηκε στον ως άνω κοινό λογαριασμό, με σκοπό να το αναλάβει αυτός προς εξόφληση δανείου, που είχε λάβει ο αποβιώσας απ' αυτόν, για την αντιμετώπιση οικονομικών αναγκών του εξαιτίας της παραπάνω ασθένειάς του. Προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του επικαλείται την κατάθεση του μάρτυρά του Χ.
Χ., του οποίου όμως η κατάθεση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν κρίνεται πειστική από το δικαστήριο. Και τούτο διότι αυτός κατέθεσε αόριστα για την ύπαρξη κάποιου δανείου, χωρίς να προσδιορίζει το ακριβές ποσό ούτε το χρόνο κατάρτισης τούτου, ενώ εξεταζόμενος ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών κατέθεσε ότι είχε ακούσει από συγγενείς για κάποιο κοινό λογαριασμό, χωρίς να γνωρίζει τίποτα συγκεκριμένο γι' αυτόν, επιπλέον δε κατέθεσε ότι από πληροφορίες ο εναγόμενος παλιά ασχολείτο με επενδύσεις.
Μάλιστα ο ίδιος (εναγόμενος) στην από 22-10-2008 απολογία του ενώπιον της Τακτικής Ανακρίτριας δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις για το ύψος του δανεισθέντος ποσού προς την πατέρα της ενάγουσας, ενώ δήλωσε ότι υποσχέθηκε σ' αυτόν ότι θα του έδινε ένα ποσοστό από τα κέρδη του (κοινού) λογαριασμού. Με βάση τα εκτεθέντα ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγομένου κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω αυτός ισχυρίζεται ότι στον ως άνω κοινό λογαριασμό τέθηκε ο πρόσθετος όρος του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, ότι δηλαδή με το θάνατο του ενός συνδικαιούχου, το ποσό της κατάθεσης και ο σχετικός λογαριασμός θα περιέρχοταν αυτοδικαίως στον επιζώντα. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει με επίκληση το από 12-4-2006 έγγραφο δήλωσης αποδοχής όρων της Εθνικής Τράπεζας, που σημειωτέον φέρει τις υπογραφές αμφοτέρων των συνδικαιούχων.
Ο εν λόγω ισχυρισμός του, που συνιστά ένσταση, αλυσιτελώς προβάλλεται και κρίνεται απορριπτέα, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση η ανάληψη του παραπάνω ποσού των 103.000 ευρώ έλαβε χώρα πριν το θάνατο του συνδικαιούχου (Δ. Χ.) και κατά συνέπεια σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει στους συνδικαιούχους κατά τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση.
Έτσι η απαίτηση του μη αναλαβόντος (Δ. Χ.) έναντι εκείνου που ανέλαβε όλο το ποσό (εναγόμενου) περιήλθε στη ενάγουσα, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, η οποία και νομιμοποιείται να ζητήσει από τον αναλαβόντα το ποσό της κατάθεσης, ανεξάρτητα του τεθέντος ως άνω προσθέτου όρου, και μάλιστα ολόκληρο το ποσό του κοινού λογαριασμού, καθόσον κατά τα ανωτέρω ο εναγόμενος στα πλαίσια της δοθείσας εντολής είχε δικαίωμα επένδυσης του παραπάνω ποσού και συνέχεια απόδοσής του στον πατέρα της ενάγουσας.
Εξάλλου τα παραπάνω δεν ανατρέπονται από την από 18-5-2007 εξώδικη διαμαρτυρία- δήλωση και πρόσκληση της ενάγουσας, που κοινοποίησε προς τον εναγόμενο (βλ. την προσκομιζόμενη με αριθμό 13054/18-5-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Φ.), με την οποία κάλεσε αυτόν μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από τη λήψη αυτής να της αποδώσει πλήρη ενημέρωση της κίνησης του επίμαχου λογαριασμού, προκειμένου αυτή να προβεί σε δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, αφού η αναφορά της ότι ως κληρονόμος δικαιούται το 1/2 του ποσού του λογαριασμού, δεν έγινε επί σκοπώ διεκδίκησης μόνο του μισού ποσού και αντίστοιχα παραίτησης από τη διεκδίκηση του υπολοίπου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αλλά με σκοπό απόκτησης των απαραιτήτων εγγράφων προς τακτοποίηση των φορολογικών της εκκρεμοτήτων, επιφυλασσόμενη περαιτέρω για την άσκηση κάθε νομίμου δικαιώματος της.
Παρά τούτα ο εναγόμενος, αν και οχλήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας, προφορικώς και εγγράφως, δεν της απέδωσε το αναληφθέν εκ μέρους του ποσό του παραπάνω λογαριασμού". Ακολούθως το Εφετείο και με βάσης τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Την κρίση αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης ότι 1) ο πατέρας της αναιρεσίβλητης Δ. Χ. κατέθεσε 103.000 ευρώ στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που άνοιξε στην Εθνική Τράπεζα με συνδικαιούχο τον αναιρεσείοντα, προκειμένου ο τελευταίος να επενδύσει το εν λόγω ποσό και στη συνέχεια να του το αποδώσει, 2) ο αναιρεσείων στις 19-4-2006, ήτοι πριν το θάνατο του Δ.
Χ. (συνδικαιούχου), ανέλαβε ολόκληρο το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον επίμαχο λογαριασμό και 3) δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε συνάψει σύμβαση δανείου με τον ανωτέρω Δ. Χ., για την εξόφληση του οποίου είχε ανοιχθεί ο συγκεκριμένος λογαριασμός, Κατόπιν τούτων ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ