Legislator Case Law & Legislation
529/2014 AI generated

529/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 529/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

529/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β.. Περαιτέρω από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι ο ανωτέρω (Α. Β.) έχοντας ανάγκη χρηματοδοτήσεως και αδυνατώντας να απευθυνθεί στην τραπεζική αγορά, με τη μεσολάβηση τρίτου προσώπου, ανεύρε χρηματοδότη, τον ενάγοντα, από τον οποίο εξασφάλισε δάνειο, το οποίο με τους τόκους του για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2002 έως και τις 3-3-2003 ανήλθε στο ποσό των 88.000,00 €.

Keywords

AI generated
principle of company name truthfulness commercial accounting managing director's civil liability exploitation of the seas failure to keep accounts commercial matter
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 529 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 529/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Β. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τριάντο .

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μπάγια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1669/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 313/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-10-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 1-10-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16-10-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 313/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της 1ης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Μ. Β., εξαφανίστηκε ως προς αυτή η εκδοθείσα ερήμην της 1669/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και στη συνέχεια έγινε δεκτή εν μέρει ως προς αυτή κατ' ουσίαν η αγωγή του αναιρεσιβλήτου Π. Γ., που στηριζόταν στην αδικοπραξία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997, Ολ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Ο Α. Β. του Γ. κατά τον προ της 3-3-2003 χρόνο δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά στο χώρο της ναυτιλίας μέσω της ναυτικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΣΑΝΤΟ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που έδρευε στον .... Ωστόσο, λόγω της υπάρξεως δυσμενών οικονομικών στοιχείων εις βάρος του στην τραπεζική αγορά, με απόφαση των μετόχων της ανωτέρω ναυτικής εταιρείας την 2-8-2002 αποχώρησε από το διοικητικό της συμβούλιο και στη θέση του ορίστηκε η εναγόμενη θυγατέρα του νεαρής μεν ηλικίας αλλά απόφοιτη του DEREE COLLEGE των Αθηνών, η οποία, από τις 3-2-2003 εκπροσωπούσε και δέσμευε ατομικά την ανωτέρω εταιρεία της οποίας όμως κύριος μέτοχος ("κύριος") εξακολουθούσε να είναι ο Α.

Β.. Περαιτέρω από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι ο ανωτέρω (Α. Β.) έχοντας ανάγκη χρηματοδοτήσεως και αδυνατώντας να απευθυνθεί στην τραπεζική αγορά, με τη μεσολάβηση τρίτου προσώπου, ανεύρε χρηματοδότη, τον ενάγοντα, από τον οποίο εξασφάλισε δάνειο, το οποίο με τους τόκους του για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2002 έως και τις 3-3-2003 ανήλθε στο ποσό των 88.000,00 €.

Έτσι, αφού έλαβε το κεφάλαιο του δανείου, παρότρυνε την εναγόμενη θυγατέρα του να εκδώσει, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα της χάριν καταβολής του ανωτέρω συνολικού χρηματικού ποσού, την ένδικη... επιταγή σε χρέωση ... λογαριασμού που διατηρούσε η ανωτέρω ναυτική εταιρεία στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" με λήπτη τον ίδιο (Α.

Β.) και φερόμενη ημερομηνία εκδόσεως την 3-3-2003. Η εναγόμενη κατά το αληθές χρονικό σημείο εκδόσεως της επιταγής γνώριζε ότι δεν ήταν δυνατή η πληρωμή της εκ μέρους της πληρώτριας τράπεζας λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων σ' αυτή της ναυτικής εταιρείας (άλλωστε για τον λόγο αυτό συνήφθη το ένδικο δάνειο) ενώ, γνώριζε, επίσης ότι ήταν σχεδόν αδύνατη η οικονομική "ανάρρωση" της εταιρείας ακόμη και κατά το χρονικό σημείο που τέθηκε ως τέτοιο εκδόσεως της (3-3-3003).

Ακολούθως, η εν λόγω τραπεζική επιταγή οπισθογραφήθηκε από τον λήπτη της στον Σ. Μ. και από αυτόν στον ενάγοντα, ο οποίος, στις 3-3-2003, λόγω του ότι συνέχιζε να υφίσταται η οικονομική καχεξία της ναυτικής εταιρείας, παρέτεινε το χρόνο αποπληρωμής του δανείου έως τις 23-12-2003, η ημερομηνία δε αυτή τέθηκε ως χρόνος εκδόσεως της ένδικης τραπεζικής επιταγής με τα χέρια του Α.

Β. χωρίς η εναγομένη να αντιδράσει στην ενέργεια του αυτή, εγκρίνοντας την εν τέλει. Στις 30-12-2003 ο ενάγων τελευταίος κομιστής της ένδικης επιταγής εμφάνισε αυτή στην πληρώτρια τράπεζα πλην όμως η πληρωμή της αποκρούστηκε διότι δεν υπήρχαν στον σχετικό λογαριασμό της ναυτικής εταιρείας σ' αυτή διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή της, το γεγονός δε αυτό σημειώθηκε στο "σώμα" της επιταγής.

Αντιθέτως, από τα προμνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκαν οι ιστορικές βάσεις των ενστάσεων της εναγόμενης διότι ο ενάγων ουδόλως ενήργησε κακόπιστα κατά τη σ' αυτόν μεταβίβαση της επιταγής, το χρηματικό ποσό του δανείου διοχετεύτηκε στη ναυτική εταιρεία για την κάλυψη των επιχειρηματικών της αναγκών και δεν έλαβε κανένα ποσό έναντι του ποσού της ώστε να κριθεί ότι περιορίστηκε το μέγεθος της ζημίας του ενάγοντος από τη μη πληρωμή της".

Υπό τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου καθίσταται σαφές ότι συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις των διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 914 και 71 ΑΚ σε συνδυασμό με 79 ν. 5960/1933). Το αν δε το ποσό του δανείου που δόθηκε στον Α. Β. από τον αναιρεσίβλητο χρησιμοποιήθηκε για προσωπικές ανάγκες αυτού (όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα) ή σε δραστηριότητες της ως άνω εταιρείας, της οποίας ήταν ο κύριος μέτοχος, δεν έχει επιρροή στην έκβαση της προκειμένης δίκης, προεχόντως διότι το Εφετείο, κατά τα ως άνω, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν κακόπιστος κατά τη λήψη της ένδικης επιταγής και ότι την έλαβε σε εξόφληση του. Η δε κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας επί του θέματος αυτού, που αφορά, εκτίμηση αποδείξεων δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Συνεπώς ο λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, δεχόμενο αρχικά ότι το δανεισθέν ποσό το έλαβε ατομικά ο Α. Β. (λήπτης της επιταγής) και στη συνέχεια ότι τα χρήματα του δανείου χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες της εταιρείας, ΣΑΝΤΟ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (εκδότριας της επιταγής), χωρίς να προσδιορίζει το αντικείμενο των δραστηριοτήτων της ως άνω εταιρείας και σε ποια δραστηριότητα αυτής χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα του δανείου, καθώς και αν υπήρχε κάποια συναλλαγή μεταξύ της ως άνω εταιρείας και του λήπτη της επιταγής Α.

Β., είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο (υπό στοιχ. δ) λόγο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη και πάλι παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι το Εφετείο, σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας), με ανύπαρκτες αιτιολογίες δέχθηκε ότι το ποσό του δανείου μαζί με τους τόκους του χρονικού διαστήματος από Οκτώβριο του 2002 έως και 3-3-2003 ανερχόταν σε 88.000 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζει ποιο συγκεκριμένο ποσό αναλογούσε στο δάνειο και ποιο στους τόκους, αν και με τον δεύτερο (Β.4) λόγο έφεσης της ισχυριζόταν ότι στο αναφερόμενο στην ένδικη τραπεζική επιταγή ποσό των 88.000 ευρώ περιλαμβάνονταν και τόκοι 13.000 ευρώ, που υπολογίστηκαν με επιτόκιο 3,5% μηνιαίως.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα (η οποία στον Α' βαθμό δεν είχε παραστεί ) δεν προέβαλε ισχυρισμό περί τοκογλυφικών τόκων που να τον συνδέει με συγκεκριμένο αίτημα (όπως περιορισμό της ζημίας κατά το ποσό των τοκογλυφικών τόκων ) ώστε το Δικαστήριο να είναι υποχρεωμένο να διευκρινίσει ειδικά το ύψος του δανεισθέντος ποσού και των τόκων, αλλά τελείως διηγηματικά και κατά την προβολή του ισχυρισμού της περί περιορισμού της συνολικής ζημίας του αναιρεσιβλήτου λόγω καταβολής σ' αυτόν ήδη ποσού 68.950 ευρώ (ισχυρισμό στον οποίο απάντησε το δικαστήριο), αναφέρει ότι στο αναγραφόμενο ποσό της επιταγής (88.000 ευρώ) περιλαμβάνονται και τόκοι, που υπολογίστηκαν με υψηλότερο του νομίμου επιτόκιο (3,5% μηνιαίως επί του κεφαλαίου).

Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, έχει, εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη.

Με τον πρώτο (υπό στοιχ. β) και με τον δεύτερο (υπό στοιχ. β) λόγους της αιτήσεώς της η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι: α) απέρριψε τον ισχυρισμό της (που προέβαλε με τον Β4 λόγο έφεσης) περί καταβολής στον αναιρεσίβλητο, έναντι του οφειλομένου ποσού της επιταγής, ποσού 68.950 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία οδηγήθηκε στο συμπέρασμα αυτό και β) απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι η ένδικη επιταγή ήταν επιταγή ευκολίας προς τον πατέρα της Α.

Β., χωρίς να αναφέρει σε ποια αποδεικτικά μέσα στηρίχθηκε για να καταλήξει στην παραδοχή αυτή και χωρίς να διευκρινίζει με βάση ποια αποδεικτικά στοιχεία δέχθηκε ότι τα χρήματα της επιταγής χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες της εκδότριας εταιρείας ΣΑΝΤΟ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ .Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης προβάλλονται αβασίμως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων τις ένορκες βεβαιώσεις (οι οποίες μνημονεύονται), που δόθηκαν νομότυπα μετά κλήτευση του αντιδίκου και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και έγινε νόμιμα επίκληση τους.

Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη ότι έναντι του ποσού της επιταγής (88.000 ευρώ) ουδέν ποσό καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στον αναιρεσίβλητο ούτε δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η επιταγή δεν ήταν επιταγή ευκολίας και ότι τα χρήματα που δάνεισε ο αναιρεσίβλητος στον Α.

Β. διοχετεύτηκαν στη συνέχεια στην ως άνω εταιρεία.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008).

Ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007).

Με τον πρώτο (υπό στοιχ. α) λόγο η αναιρεσείουσα, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά την εκδίκαση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου εναντίον της, που είχε ως βάση την αδικοπρακτική ευθύνη αυτής λόγω έκδοσης ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΣΑΝΤΟ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" της ένδικης ακάλυπτης επιταγής, ποσού 88.000 ευρώ, δεν έλαβε υπόψη του τον δεύτερο (Β.4 ) λόγο έφεσης, με τον οποίο ισχυριζόταν α) ότι στο ποσό της επιταγής περιλαμβάνονταν και τοκογλυφικοί τόκοι ποσού 13.000 ευρώ και β) ότι υπήρξε μερική εξόφληση της οφειλής άλλως περιορισμός της ζημίας του αναιρεσιβλήτου λόγω τμηματικών από αυτή καταβολών συνολικού ποσού 68.950 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά μεν το πρώτο σκέλος περί τοκογλυφίας, διότι η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, διηγηματικά και μόνον αναφέρει, όπως προεκτέθηκε, ότι επί κεφαλαίου 75.000 ευρώ συμπεριλήφθηκαν και τόκοι 13.000 ευρώ, υπολογισθέντες με υψηλότερο του νομίμου επιτόκιο (3,5% μηνιαίως επί του κεφαλαίου), χωρίς όμως να συνδέει αυτό με συγκεκριμένο αίτημα ώστε να υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαντήσει.

Κατά δε το δεύτερο σκέλος περί περιορισμού της ζημίας (μερική εξόφληση δεν νοείται εφόσον δεν πρόκειται για ενοχή από σύμβαση), το Εφετείο απάντησε επί του ισχυρισμού αυτού απορρίπτοντας τον ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επίσης, με τον δεύτερο και (υπό στοιχ. α) εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη επιταγή, την οποία αυτή υπέγραψε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ΣΑΝΤΟ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ήταν επιταγή ευκολίας προς τον Α.

Β., ότι εκδόθηκε προς εξυπηρέτηση του ως άνω λήπτη της επιταγής και προκειμένου να του χορηγηθεί προσωπικό δάνειο από τον αναιρεσίβλητο και ότι ουδεμία συναλλαγή υπήρχε μεταξύ λήπτη της επιταγής και της εκδότριας της επιταγής εταιρείας ΣΑΝΤΟ ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, γεγονότα που γνώριζε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος μεθόδευσε την είσπραξη της με τον αποκλεισμό ενστάσεων από την προσωπική σχέση.

Ο λόγος αναίρεσης είναι επίσης αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτόν, 9απορρίπτοντάς τον).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη. Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. 299/16-2-2012 και 300/16-2-2012 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Α. Θ. και Σ. Μ., που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ουδεμία αμφιβολία υπάρχει για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να έχει υποχρέωση να κάνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση αυτών, γι' αυτό και ο πρώτος (υπό στοιχ. γ') εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις (από τις οποίες προέκυπτε η καταβολή από αυτή ποσού 68.950 ευρώ,) είναι αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-10-2012 αίτηση της Μ. Β. για αναίρεση της 313/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ