Legislator Case Law & Legislation
529/2011 AI generated

529/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 529/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Ιουλίου 2004 και 16 Μαρτίου 2005 αγωγές της ήδη αναιρεσειβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2007/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 615/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

529/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός τέλος της αναιρέσεως προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας. ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμα, ή απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμα, πραγματικά περιστατικά. Δεν ιδρύεται συνεπώς, όταν ο πραγματικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αόριστος (Α.Π. 1376/1994).

Keywords

AI generated
false statements regarding commercial business principle of company name truthfulness implausible statements credible documentation customs declaration obligation government statement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 529 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 529/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΑΙ TEXNIKAI ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΕΡ.ΤΕ.ΚΑ Α.Ε" Αρ. Μ.ΑΕ: 55870/01/Β/03/638, ΑΦΜ 999642967) που έχει την έδρα της στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα και ήδη με την επωνυμία "ΤΕΧΝΟΚΡΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Στυλιανό Παπανδρεόπουλο και Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας με την επωνυμία "Γ. Φ. ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ - ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ", που έχει έδρα της στο Πέραμα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χαϊλάζη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Ιουλίου 2004 και 16 Μαρτίου 2005 αγωγές της ήδη αναιρεσειβλήτου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2007/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 615/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 20 Δεκεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I). Στην αναιρετική διαδικασία δεν εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., το άρθρο 250 του ίδιου κώδικα, το οποίο ορίζει ότι αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζητήσεως έως ότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία ( Α.Π. 379/2002). Κατά συνέπεια το υποβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα, δια των προτάσεών της, αίτημα αναστολής της δίκης εωσότου περατωθεί η ποινική δίκη που είναι εκκρεμής, συνεπεία της υποβολής της από 29.3.2006 μηνύσεως της αναιρεσείουσας κατά του Γ. Φ., στον οποίο αποδίδεται η τέλεση εκ μέρους του της πράξεως της πλαστογραφίας, είναι απορριπτέο, ως μη νόμιμο.

ΙΙ). Από τις διατάξεις των άρθρων 361,374,681,687 έως 690 και 694 ΑΚ, συνάγεται ότι αν το έργο που εκτελέσθηκε βάσει συμβάσεως μισθώσεως έργου έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα, έστω και ουσιώδη, που το καθιστούν άχρηστο, ο κύριος του έργου έχει, υπό προϋποθέσεις, ορισμένα δικαιώματα, όπως εκείνο της αναστροφής της συμβάσεως ή της μειώσεως της αμοιβής ή εκείνο της αποζημιώσεως, ενώ δεν έχει τις κατά τις γενικές διατάξεις (άρθρα 374 επ ΑΚ), ενστάσεις της μη εκπληρώσεως ή της μη προσήκουσας εκπληρώσεως της συμβάσεως και γενικότερα δεν μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο από τον εργολάβο έργο, ώστε να τον καταστήσει υπερήμερο οφειλέτη σχετικά με την παράδοση του έργου, ή, αν έχει επέλθει τέτοια υπερημερία του, να παρεμποδίσει την, με την προσφορά του έργου, άρση της υπερημερίας του και να καταστήσει ανενεργό τη δική του υποχρέωση προς καταβολή της αμοιβής κατά το άρθρο 694 ΑΚ εκτός αν εξαιτίας της ελλείψεως ιδιοτήτων ή των ελαττωμάτων το έργου που παραδόθηκε ή προσφέρθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που συμφωνήθηκε ως εκτελεστέο ή έχει συμφωνηθεί μεταξύ κυρίου του έργου και εργολάβου αντίθετη της πιο πάνω, ρύθμιση και τούτο διότι οι διατάξεις για την έλλειψη ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του έργου και οι σχετικές από αυτές ρυθμίσεις έχουν χαρακτήρα διατάξεων ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 503/2010, 1366/2008, 403/2000, ΑΠ 177/1995).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

Α.Π. 1/1999, Ολ. Α.Π. 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλωση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (Ολ. ΑΠ 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αριθ. 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Ο λόγος αυτός τέλος της αναιρέσεως προϋποθέτει ότι το δικαστήριο της ουσίας. ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμα, ή απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμα, πραγματικά περιστατικά. Δεν ιδρύεται συνεπώς, όταν ο πραγματικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως αόριστος (Α.Π. 1376/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "έφεση θέματα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι ναυπηγική επισκευαστική εταιρία, που εδρεύει στο Πέραμα Αττικής, όπου διατηρεί εγκαταστάσεις ναυπηγείου.

Το Φεβρουάριο του 2002 η εταιρία, που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ-ΕΡ.ΤΕ.ΚΑ -Α.Ε.", της ανάθεσε τη διενέργεια ελασματουργικών εργασιών στον πλωτό "γερανό με την ονομασία "Π.", νηολογίου Ρόδου με αριθμό … Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 5.2.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφεται από τους νόμιμους εκπροσώπους των πιο πάνω εταιριών, συμφωνήθηκε η ενάγουσα να αναλάβει την ανέλκυση, καθέλκυση και την οκταήμερη παραμονή του σκάφους Π.

στο ναυπηγείο της έναντι αμοιβής ποσού οκτακοσίων χιλιάδων δραχμών, ενώ η κάθε επιπλέον ημέρα παραμονής του πλωτού γερανού στο ναυπηγείο θα κόστιζε το, ποσό των 50.000 δραχμών ημερησίως. Ακόμα συμφωνήθηκε η αντικατάσταση ελασμάτων έναντι αμοιβής 600 δραχμών ανά κιλό/λαμαρίνας που θα τοποθετείτο. Εκτός από την επισκευή του πλωτού γερανού, συμφωνήθηκε ακόμη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων των ως άνω εταιριών η παραμονή στο θαλάσσιο χώρο μπροστά από το ναυπηγείο της ενάγουσας, του ρυμουλκού "Π(2).", νηολογίου Πειραιά α.α.

…, ιδιοκτησίας της "ΕΡ.ΤΕ.ΚΑ ΑΕ", έναντι ημερήσιας αποζημίωσης 100 Ευρώ. Δυνάμει της προαναφερόμενης συμφωνίας, το ρυμουλκό προσδέθηκε στις 5.2.2002 σε τσιμεντένια σημαδούρα στο θαλάσσιο χώρο μπροστά από το ναυπηγείο της ενάγουσας και σε "μπίντα", εντός του χώρου του ναυπηγείου, απ' όπου υπάλληλοι της εναγομένης είχαν πρόσβαση στο εν λόγω ρυμουλκό.

Στις 5.2.2002, ομοίως, δυνάμει της με την ίδια ημερομηνία άδειας ανέλκυσης της Λιμενικής Αρχής επιτράπηκε η ανέλκυση του πλωτού γερανού και άρχισαν οι εργασίες που προαναφέρθηκαν, αφού στις 14.2.2002 χορηγήθηκε από το αρμόδιο γραφείο της λιμενικής αστυνομίας η άδεια μικροεπισκευών του γερανού με χρήση φλόγας, η οποία μετά από συνεχείς ανανεώσεις ίσχυε μέχρι την 19.6.2002, όπως προκύπτει απ' αυτήν (βλ.

τις σχετικές σφραγίδες της αρμόδιας αρχής στην προαναφερθείσα άδεια, που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως). Τεχνικός ασφαλείας για τις παραπάνω επισκευές είχε οριστεί από την εναγομένη εταιρία ο Ε. Δ., ο οποίος αντικαταστάθηκε στις 11.7.2002, από το Ν. Π., όπως προκύπτει από τη σχετική γνωστοποίηση της εργοδότριας εταιρίας προς το Λιμεναρχείο Περάματος.

Λόγω της παραπάνω αλλαγής του τεχνικού ασφαλείας στις 17.7.2002 εκδόθηκε νέα άδεια εκτέλεσης εργασιών με χρήση φλόγας, στην οποία αναφέρεται το όνομα του νέου τεχνικού ασφαλείας. Οι εργασίες στον πλωτό γερανό συνεχίστηκαν μέχρι τον Αύγουστο του 2002 οπότε και εκδόθηκε η με αριθμό 63041/19.8.2002 άδεια καθέλκυσης του πλωτού γερανού.

Εν τω μεταξύ η ενάγουσα είχε εκδώσει το με αριθμό 104/14-7-2002 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για το συνολικό ποσό των 117.707.64 ευρώ, το οποίο εξοφλήθηκε από την εργοδότρια εταιρία, όπως συνομολογείται από τις διαδίκους, με μερικότερες καταβολές πριν την καθέλκυση του πλωτού γερανού. Κατά την καθέλκυση του πλωτού γερανού στις 19.8.2002 παρουσιάστηκε πρόβλημα εισροής υδάτων σε αυτόν, με αποτέλεσμα να εκδοθεί από τη Λιμενική Αρχή Περάματος η με αριθμό 63369/26.8.2002 άδεια για την εκ νέου ανέλκυση του στο ναυπηγείο της ενάγουσας.

Παράλληλα συμφωνήθηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των ως άνω εταιριών να αναλάβει η ενάγουσα εταιρία την περαιτέρω επισκευή του πλωτού γερανού και ειδικότερα, να αναλάβει την ανέλκυση και παραμονή του για οκτώ ημέρες στο ναυπηγείο της έναντι αμοιβής 6.000 ευρώ και για κάθε επιπλέον ημέρα παραμονής του αμοιβή ποσού 350 Ευρώ ημερησίως.

Την αντικατάσταση των ελασμάτων με τιμή 2 ευρώ το κιλό και το κόλλημα με τιμή 35 ευρώ το μέτρο χωρίς υλικά, λαμαρίνες, ηλεκτρόδια και προμήθεια πλοιοκτήτη. Συμφωνήθηκε ακόμα η καθέλκυση του πλωτού γερανού, λόγω ιδιαιτερότητας, να πληρωθεί με 18.000 ευρώ και εάν χρειαστούν ρυμουλκά κατά την καθέλκυση αυτά να πληρωθούν από την πλοιοκτήτρια".

Η παραπάνω συμφωνία των διαδίκων αποτυπώθηκε εγγράφως στη με ημερομηνία 27-8-2002 έντυπη υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, της οποίας το κείμενο γράφηκε από την υπάλληλο της ενάγουσας Χ. Α., και υπογράφηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ-ΕΡ.ΤΕ.ΚΑ ΑΕ" Γ.

Ψ., ο οποίος ήταν παρών και έθεσε τη σφραγίδα της εν λόγω εταιρίας κάτω από το κείμενο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, δηλαδή στην από 5-2-2002 υπεύθυνη δήλωση, που φέρει τη μη αμφισβητηθείσα υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρίας και τη σφραγίδα αυτής, κάτω από κείμενο που είχε συντάξει ενώπιον του νόμιμου εκπροσώπου της τελευταίας η ως άνω Γραμματέας της ενάγουσας εταιρίας, αποτυπώθηκε εγγράφως και η προδιαληφθείσα συμφωνία των συμβληθεισών εταιριών, για την παραχώρηση του θαλάσσιου χώρου, που προαναφέρθηκε, στο ρυμουλκό "Π(2)", έναντι ημερήσιας αποζημίωσης 100 ευρώ.

Οι δηλώσεις αυτές του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης, που απευθύνονται προς την ενάγουσα, αφού, όπως αποδείχθηκε, δεν έγιναν για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη ως αποδεικτικό μέσο, παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και εκτιμώνται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο των ως άνω δηλώσεων, ούτε συμφώνησε με την εφεσίβλητη τα σ' αυτές διαλαμβανόμενα, αλλά ότι παρέδωσε στην τελευταία υπεύθυνες δηλώσεις που έφεραν την υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της και τη σφραγίδα της εταιρίας, κενές κειμένου, προκειμένου αυτή (εφεσίβλητη) και ο τεχνικός ασφαλείας του έργου να λαμβάνουν τις απαραίτητες άδειες επισκευής από το Λιμεναρχείο, και ότι η συμπλήρωση τους έγινε εκ των υστέρων και είναι "πεποιημένη", δεν κρίνεται πειστικός και πρέπει ν' απορριφθεί ως αναπόδεικτος.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι μετά τη δεύτερη άδεια ανέλκυσης του πλωτού γερανού, η μόνη άδεια εργασιών με χρήση φλόγας, που εκδόθηκε, ήταν η με αριθμό 42173/27.8.2002 άδεια για την έκδοση της οποίας απαιτήθηκε, όπως στην ίδια αναγράφεται, αίτηση του Γ. Ψ., νόμιμου εκπροσώπου της εκκαλούσας και υπεύθυνη δήλωση εκ μέρους του ναυπηγείου της ενάγουσας.

Περαιτέρω και για τις άδειες που εκδόθηκαν για τις πρώτες επισκευές του πλωτού γερανού, δεν χρησιμοποιήθηκαν, ούτε απαιτήθηκαν, υπεύθυνες δηλώσεις του νόμιμου εκπροσώπου της εκκαλούσας αλλά ο τελευταίος, υπέγραψε μόνο έντυπες αιτήσεις προς το Λιμεναρχείο για την έκδοση της άδειας. Ακόμα, το γεγονός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσας υπέγραψε τις υπεύθυνες δηλώσεις μετά τη συμπλήρωση των κειμένων αυτών, έχοντας γνώση και συμφωνώντας με το περιεχόμενο τους, επιβεβαιώνει με τη με αριθμό 838/2005 ένορκη βεβαίωση της η συντάξασα το κείμενο, υπάλληλος της εφεσίβλητης Χ.

Α.. Η κατάθεση αυτή ενισχύεται από το περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε από την εκκαλούσα. Ο μάρτυρας ανταποδείξεως, ο οποίος στερείται ιδίας αντιλήψεως σχετικά με την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων των διαδίκων και τη συμφωνηθείσα αμοιβή τις εκτελεσθείσης εργασίας, δεν αντικρούει πειστικά τα ανωτέρω, που αποδείχθηκαν και έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, τα οποία δεν αναιρούνται ούτε από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα έγγραφα.

Και είναι αληθές ότι στο από 5-2-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό η εργολαβική αμοιβή προσδιορίστηκε σε δραχμές, ενώ στη με ημερομηνία 5-2-2002 υπεύθυνη δήλωση η συμφωνηθείσα αποζημίωση καθορίζεται σε ευρώ. Όμως, όπως αποδείχθηκε από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία, το κείμενο της υπεύθυνης δήλωσης, που αφορά στην αποζημίωση της εφεσίβλητης για την παραμονή του ρυμουλκού πλοίου "Π(2)" σε χώρο εξουσιάσεώς της ( πρόσδεση αυτού σε τσιμεντένια σημαδούρα στο θαλάσσιο χώρο μπροστά από το ναυπηγείο της και σε "μπίντα" εντός του χώρου του ναυπηγείου) και όχι σε τέτοιον που δεν της ανήκει, υπογράφηκε στις 27-8-2002, όταν υπογράφηκε και το έγγραφο για την εργολαβική αμοιβή της εφεσίβλητης, που αφορά στην εκτέλεση του επίδικου έργου, τέθηκε όμως συναινούντος και του νόμιμου εκπροσώπου της εκκαλούσας, ως ημερομηνία η 5-2-2002, γιατί από τότε ίσχυε η εν λόγω συμφωνία των διαδίκων.

Αλλοίωση της έννοιας του εγγράφου αυτού, με μεταβολή του συμφωνηθέντος περιεχομένου του, που να επηρεάζει ή να ματαιώνει το περιεχόμενο της αποδεικτικής αυτού ισχύος, όπως αβάσιμα η εκκαλούσα ισχυρίζεται, δεν αποδείχθηκε. Τέλος, η εκκαλούσα δεν αρνείται ότι μετά τις 27-8-2002 εκτελέστηκαν εργασίες στον πλωτό γερανό από την εφεσίβλητη, για τις οποίες η τελευταία δικαιούται αμοιβής, ούτε ότι το πιο πάνω ρυμουλκό παρέμεινε στο θαλάσσιο χώρο μπροστά από το ναυπηγείο αυτής και ότι εξυπηρετείτο με τον προαναφερόμενο τρόπο.

Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το ως άνω ρυμουλκό πλοίο παρέμεινε σε ακινησία από 5-2-2002 έως 17-10-2004 μπροστά από το ναυπηγείο της εφεσίβλητης, βεβαιώνεται, εκτός από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, και από την υπ' αριθ. πρωτ. 2114.13/07/06/10-3-2006 βεβαίωση του Ζ' λιμενικού τμήματος του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, που προσκομίζεται μετ' επικλήσεως.

Οι εργασίες επί του πλωτού γερανού, δυνάμει της έγγραφης σύμβασης των διαδίκων, άρχισαν στις 27-8-2002 και ολοκληρώθηκαν περί τα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα διενεργήθηκαν στον πλωτό γερανό οι παρακάτω εργασίες: Ανέλκυση του γερανού, στις 26-8-2002, στις εγκαταστάσεις του ναυπηγείου της εφεσίβλητης προκειμένου να αρχίσουν οι εργασίες.

Για την ανέλκυση του πλωτού γερανού και για την οκταήμερη παραμονή του στις εγκαταστάσεις της εφεσίβλητης είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων μερών αμοιβή ποσού 6.000 ευρώ. Στη συνέχεια η εφεσίβλητη προέβη σε αντικατάσταση των ελασμάτων και επικόλληση των νέων στον πυθμένα, εξωτερικά και εσωτερικά. Σύμφωνα δε με την επιμέτρηση των εργασιών, που έκανε ο Ι.

Σ., ελασματουργός - εργοδηγός της εφεσίβλητης, για να υπολογιστεί το τελικό βάρος των ελασμάτων που τοποθετήθηκαν, πολλαπλασιάζονται οι διαστάσεις της λαμαρίνας, μήκος επί πλάτος και το γινόμενο αυτό, που αποτελεί την επιφάνεια της σε τετραγωνικά μέτρα, επί το πάχος της που είναι περίπου 10 χιλιοστά επί 8 που είναι το ειδικό βάρος του σιδήρου.

Επειδή, όμως, εργοστασιακά η κατασκευή των ελασμάτων έχει πάχος λίγο περισσότερο 4Ο χιλ περίπου 10.3 χλ. προστίθεται σ' αυτό το ποσοστό 3% ώστε να βρεθεί το πραγματικό βάρος, όπως επίσης προστίθεται και το βάρος των ηλεκτροδίων που χρησιμοποίησε η εφεσίβλητη, το οποίο αντιστοιχεί στο 5% του βάρους των λαμαρινών που χρησιμοποιήθηκαν.

Τα μέτρα του κολλήματος των ελασμάτων υπολογίστηκαν με το μήκος των πλευρών του κάθε ελάσματος, που κολλήθηκε, επί δύο, καθώς αυτό κολλήθηκε και στις δύο πλευρές του πλωτού γερανού, επί το βάρος που προαναφέρθηκε επί το ειδικό βάρος του σιδήρου...". Σύμφωνα με τον παραπάνω τρόπο υπολογισμού στον πυθμένα του πλωτού γερανού, συνεχίζει το Εφετείο, τοποθετήθηκαν εξωτερικά ελάσματα σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου στις διαστάσεις και το βάρος, τα οποία κολλήθηκαν με τους τρόπους και κατά τα μέτρα που αναφέροντα λεπτομερώς στην απόφαση δια παραθέσεως των σχετικών πινάκων και τοποθετήθηκαν στον πλωτό γερανό 17. 047,14 κιλά ελασμάτων λαμαρίνας, για τα οποία "....είχε συμφωνηθεί αμοιβή 2 ευρώ ανά κιλό λαμαρίνας και συνολικά (17.047X2) 34.094 ευρώ και κολλήθηκαν (597,3+358,7+226,6)= 182,6 μέτρα λαμαρίνας η αμοιβή για τα οποία είχε συμφωνηθεί σε 35 ευρώ το μέτρο και συνολικά (1182,6X35) 41.391 ευρώ.

Μετά την ολοκλήρωση των εργασιών αντικατάστασης των ελασμάτων, ο πλωτός γερανός βάφτηκε, κατόπιν προφορικής συμφωνίας των διαδίκων μερών, όπως κατηγορηματικά βεβαίωσε ο μάρτυρας αποδείξεως, έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής 1.500 ευρώ. Ακολούθως, η εφεσίβλητη με τις από 4-11-2002 και 21-11-2002 επιστολές της, που απέστειλε ταχυδρομικώς στην εκκαλούσα, η οποία συνομολογεί ότι τις παρέλαβε, κάλεσε αυτήν να παραλάβει τον ως άνω πλωτό γερανό, μετά την προσήκουσα εκτέλεση της αναληφθείσης υποχρεώσεως της.

Μετά από την άρνηση της παραλαβής του προσφερθέντος πλωτού γερανού "Π." κατά τις ως άνω ημερομηνίες, η οποία αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων και των δύο πλευρών, η εφεσίβλητη απηύθυνε προς την εκκαλούσα την από 2-12-2002 εξώδικη πρόκληση της, με την οποία καλούσε και πάλι να παραλάβει αυτόν (πλωτό γερανό) και να καταβάλει την οφειλόμενη αμοιβή (βλ.

την υπ' αριθ. 3302 ε') 6-12-2002 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ι. Α.). Η εκκαλούσα όμως και πάλι αρνήθηκε και για πρώτη φορά με το εφετήριο ισχυρίζεται απαραδέκτως, αφού ο νέος αυτός πραγματικός ισχυρισμός δεν προτάθηκε εγκαίρως από μη δικαιολογημένη αιτία, ούτε προέκυψε για πρώτη φορά μεταγενέστερα αλλά και δεν αποδεικνύεται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία της αντιδίκου, ότι ο πλωτός γερανός έπρεπε να παραδοθεί στη θάλασσα, γιατί για την παράδοση του έργου απαιτείται καθέλκυση του πλωτού ναυπηγήματος.

Από τις αποδείξεις, όμως, δεν προκύπτει η σύναψη τέτοιας συμφωνίας. Ακόμη αποδείχθηκε ότι ο πλωτός γερανός καθόλο το χρονικό διάστημα από την έναρξη των εργασιών μέχρι και τη συζήτηση της από 20-7-2004 αγωγής, όπως συνομολογείται, παρέμεινε στο ως άνω ναυπηγείο της εφεσίβλητης, με αποτέλεσμα η εκκαλούσα να οφείλει να της καταβάλει για την αιτία αυτή, δηλαδή για την παραμονή του πλωτού γερανού στις εγκαταστάσεις της, σύμφωνα με την πιο πάνω έγγραφη συμφωνία τους το ποσό των 350 ευρώ ημερησίως και επομένως για το χρονικό διάστημα από 2-9-2002 μέχρι και 2-9-2005 (σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα) το ποσό των 383.250 (1095 ημέρες Χ 350 Ε) ευρώ.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι παρά την αποπεράτωση και την προσφορά του έργου και την παραμονή του πλωτού γερανού στο ναυπηγείο της εφεσίβλητης μέχρι την 2-9-2005, η εκκαλούσα δεν κατέβαλε σ' αυτήν την οφειλόμενη αμοιβή, μολονότι οχλήθηκε γι' αυτό. Ακόμα, παρά την παραμονή και του ρυμουλκού στο θαλάσσιο χώρο του ναυπηγείου, χωρίς την παραχώρηση του οποίου δεν θα μπορούσαν να διενεργηθούν στο ρυμουλκό οι μηχανουργικές εργασίες από το συνεργείο του Τ., που είχε αναλάβει την επισκευή του, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας αποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η εκκαλούσα το απομάκρυνε από τον παραπάνω χώρο στις 16-10-2004, χωρίς να ειδοποιήσει σχετικά την εφεσίβλητη και χωρίς να της καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή των 100 ευρώ ημερησίως, παρά τις σχετικές οχλήσεις της.

Με τα δεδομένα αυτά καθίσταται προφανές ότι, αφού συνομολογείται ότι δεν καταβλήθηκε στην εφεσίβλητη κάποιο ποσό από τις ως άνω απαιτητές και ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της, αυτή δικαιούται να λάβει, λόγω συμφωνηθείσης αμοιβής συνολικά 556.644 (458.544+98.100) ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση αποφάνθηκε ομοίως και ακολούθως α) έκανε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν τη με αριθ.

καταθ. 6210/2004 αγωγή της εφεσίβλητης και αφενός επιδίκασε σ' αυτήν το ποσό των 155.411 ευρώ και αφετέρου αναγνώρισε ότι η εκκαλούσα οφείλει να της καταβάλει 303.137 ευρώ και β) δέχθηκε κατ' ουσίαν τη με αριθ. 2126/205 αγωγή αυτής και αφενός επιδίκασε σ' αυτήν το ποσό των 49.050 ευρώ και αφετέρου αναγνώρισε ότι η εκκαλούσα οφείλει να της καταβάλει 49.050 ευρώ, για τις προαναφερόμενες αιτίες, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.....".

Το Εφετείο, με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την αποδοχή της αγωγής, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους κατά τα άνω εφαρμοστέους κανόνες δικαίου, τόσο ως προς τον τρόπο καταρτίσεως των ενδίκων συμβάσεων μισθώσεως έργου, την συμφωνηθείσα αμοιβή και την έννοια των από 5.2.2001 και 27.8.2002 υπευθύνων δηλώσεων, καθώς και την περιγραφή των επί μέρους εργασιών επισκευής του περί ού πρόκειται γερανού, όσο και ως προς τον χρόνο και τόπο παραδόσεως του έργου, και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα, ως προς το τελευταίο τούτο ζήτημα, δηλαδή της παραδόσεως του γερανού στη θάλασσα, δεν πλήττει με την αναίρεση την στηρίζουσα αυτοτελώς το διατακτικό (κυρία) αιτιολογία της αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ως μη δικαιολογημένης της προβολής του το πρώτον ενώπιον του Εφετείου.

Κατ' ακολουθίαν ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο διαλαμβανόμενος στον ίδιο λόγο αναιρέσεως ισχυρισμός σχετικά με το ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οφείλεται αμοιβή για την εκτέλεση του συμφωνηθέντος, κατά ως άνω έργου, χωρίς να ερευνήσει την ύπαρξη ή μη ουσιωδών ελαττωμάτων του έργου και με τον τρόπο αυτό στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, είτε αξιολογηθεί ως αιτίαση από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ είτε από εκείνη του ίδιου άρθρου αριθ. 19, την οποία και μόνο επικαλείται η αναιρεσείουσα, καθ' όσον ο ισχυρισμός που αποτελεί το περιεχόμενό του, όπως διατυπώνεται στο αναιρετήριο, είναι σύμφωνα με όσα έχουν συναφώς αναπτυχθεί, αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι το έργο είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος και ούτε βεβαίως προέβαλε τον ισχυρισμόν αυτόν σαφώς και ωρισμένως ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και άρα το Εφετείο που δεν τον ερεύνησε και δεν αιτιολόγησε ειδικώς την απόρριψή του, δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τις δύο προαναφερόμενες διατάξεις πλημμέλειες.

ΙΙ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος ή απαράδεκτος και συνεπώς δεν θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ Α.Π 2/1989).

Εξάλλου κατά το άρθρο 460 του Κ.Πολ.Δ., κάθε έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως πλαστό, τα ιδιωτικά και όταν με παραβολή προς άλλα αποδείχθηκαν γνήσια. Κατά το επόμενο άρθρο 461, αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο, μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης με κύρια ή παρεμπίπτουσα αγωγή ή με τις προτάσεις ή και προφορικά, όταν η υποβολή προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική, όπως και με τους τρόπους που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 463, όποιος προβάλλει ισχυρισμούς για πλαστότητα εγγράφου είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να προσκομίσει τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα και να αναφέρει ονομαστικά τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλιώς οι ισχυρισμοί του είναι απαράδεκτοι. Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περ.

β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί πλαστότητας των υπευθύνων δηλώσεων του ν. 1599/1986, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι ο περί πλαστογραφίας ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος και επομένως δεν είναι ουσιώδης, αφού η αναιρεσείουσα δεν προσεκόμισε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 463 Κ.Πολ.Δ., τα αποδεικτικά της πλαστότητας έγγραφα, ούτε και ανέφερε ονομαστικώς, στις από 8.5.2008 προτάσεις που υπέβαλε στο Εφετείο, τους μάρτυρες και τα άλλα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της πλαστότητας.

Ούτε και εκαλύπτετο εν προκειμένω η έλλειψη της ανωτέρω προϋποθέσεως για το παραδεκτό του περί πλαστότητας των ως άνω υπευθύνων δηλώσεων ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, από την υποβολή μηνύσεως κατά του κατανομοζομένου ως πλαστογράφου (Γ. Φ.), για την πράξη της πλαστογραφίας, και την αναφορά ενδεχομένως στην μήνυση αυτή των αποδεικτικών της πλαστότητας εγγράφων και μαρτύρων (Α.Π. 470/1972 ΝοΒ 20, 1289).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.12.2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας "ΤΕΧΝΟΚΡΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", για την αναίρεση της 615/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ