Legislator Case Law & Legislation
529/2007 AI generated

529/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 529/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 15519/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3283/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Μαρτίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 21 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

529/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τα λοιπά, τα όσα αναφέρονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττουν την ουσία της υποθέσεως, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
pecuniary penalties paternity allowance forfeit money criminal penalty childcare costs deduction forfeiture under international sanctions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 529 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 529/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλυψώ Γούλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουδρόγλου, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 15519/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3283/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Μαρτίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 21 Δεκεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα δικαστικά τεκμήρια, ήτοι συμπεράσματα κατά τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας από γνωστά πράγματα για άγνωστα, μπορεί ο δικαστής να συνάγει από οθενδήποτε προς μόρφωση της δικαστικής του πεποιθήσεως για την αλήθεια των αποδεικτέων, για τα οποία επιτράπηκε η απόδειξη με μάρτυρες.

Επομένως, τέτοια τεκμήρια το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να συνάγει και από καταθέσεις που έχουν ληφθεί στην ποινική διαδικασία. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον ποινικού δικαστηρίου σε δίκη μεταξύ των διαδίκων, είναι αβάσιμος, διότι οι καταθέσεις αυτές αποτελούν δικαστικά τεκμήρια, εφόσον επιτράπηκε η εξέταση μαρτύρων, ενώ, περαιτέρω, αρκεί ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται γενικά ότι αυτή έλαβε υπόψη της όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζονται από τους διαδίκους, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και δεν απαιτούνταν να αναφερθεί ειδικώς ότι τις άνω καταθέσεις τις έλαβε υπόψη της ως δικαστικά τεκμήρια.

Κατά τα λοιπά, τα όσα αναφέρονται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως πλήττουν την ουσία της υποθέσεως, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, εξαιτίας της παραβάσεως των ορισμών του νόμου, αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία αυτά.

Με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τα μνημονευόμενα στο σκεπτικό της έγγραφα, ήτοι τίτλους κτήσεως ακινήτων, ομόλογα εντόκων γραμματίων κλπ, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε εισοδηματική επάρκεια, ώστε να μην χρειαστεί να καταφύγει στην εκζήτηση και είσπραξη του δανείου των 2.000.000 δρχ.

και έτσι προσέδωσε στα έγγραφα αυτά μεγαλύτερη δύναμη από αυτά που έχουν. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτός από την εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του αν συνήφθη ή όχι δάνειο μεταξύ των διαδίκων, ύψους 2.000.000 δρχ., εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στα προσκομιζόμενα έγγραφα, που αφορούσαν την περιουσιακή κατάσταση της αναιρεσίβλητης.

Έτσι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα έγγραφα αυτά μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με άλλα αποδεικτικά μέσα, από αυτή που καθορίζει ο νόμος, και ο αντίθετος ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 28/1997 Ολ. ΑΠ 30/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της συνάψεως δανείου μεταξύ των διαδίκων που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι, όντες έγγαμοι, συνήψαν εξώγαμο ερωτικό δεσμό από τις αρχές του έτους 1991 ο οποίος και διατηρήθηκε μέχρι περίπου, τις αρχές του έτους 1999, οπότε έλαβε τέλος μετά από προστριβές, όταν η εκκαλούσα κατηγόρησε τον αντίδικό της και την σύζυγό του, ότι αποπειράθηκαν να την εκβιάσουν με απειλές ότι θα δημοσιοποιήσουν αποκαλυπτικές της πιο πάνω σχέσης της μαγνητοταινίες και γυμνές φωτογραφίες της, προκειμένου να αποσπάσουν ποσό 7.000.000 δρχ.

Για τις πράξεις αυτές ο εφεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος, κατά πλειοψηφία (ενώ η σύζυγός του παμψηφεί) με την 18806/17.10.2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας όμως ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης η με αριθ. εκθ. 1878/24.10.2003 έφεση, η οποία και εκκρεμεί. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε, όπως ο εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε με την αγωγή του, ότι δάνεισε στην εκκαλούσα, κατά τη διάρκεια των σχέσεών τους, το συνολικό ποσό των 2.000.000 δρχ., και ειδικότερα τον Ιούνιο του έτους 1998, 1.000.000 δρχ.

και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους επίσης 1.000.000 δρχ. σε δύο δόσεις των 500.000 δρχ. Βέβαια, τον αγωγικό αυτό ισχυρισμό επιχείρησε να επιβεβαιώσει ο μάρτυρας απόδειξης ..... Η κατάθεσή του όμως αυτή δε γίνεται αποδεκτή ως ακριβής. Διότι, εκτός του ότι τα περί δανεισμού της εκκαλούσας πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον εκκαλούντα, με τον οποίο συνδέονται με φιλία, χωρίς να έχει ιδία γνώση του γεγονότος αυτού, η κατάθεσή του δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αφού και οι μάρτυρες ....

και ...., που εξετάσθηκαν κατά την ανωτέρω ποινική δίκη, κατέθεσαν πως τα περί δανεισμού της εκκαλούσας πληροφορήθηκαν από τον εφεσίβλητο, ο οποίος, πρέπει να λεχθεί, πως, παρόλο ότι βαρύνονταν με την απόδειξη της κατάρτισης του δανείου (338 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η προέλευση ή η εκταμίευσή του, κατ' αυτόν, δανεισθέντος ποσού.

Αντίθετα, η κατάθεση αυτή του μάρτυρα απόδειξης αντικρούεται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, ....., γιού της εκκαλούσας, ο οποίος βεβαίωσε ότι η τελευταία δεν συνήψε την αγωγική σύμβαση δανείου, διότι, εκτός του ότι οι σχέσεις της με τον εφεσίβλητο, κατά τον χρόνο εκείνο, δεν ήταν καλές, η οικονομική της κατάσταση ήταν τόσο καλή ώστε δεν είχε ανάγκη να προσφύγει σε δανεισμό, αν δε παρίστατο ανάγκη εξεύρεσης χρημάτων ευχερώς θα μπορούσε να τα πορισθεί από τα τέκνα της που ασκούν το επάγγελμα του ιατρού και του εμπόρου, αντίστοιχα, ο δεύτερος των οποίων το έτος 2000 δήλωσε εισόδημα 19.127.080 δρχ.

Η κατάθεση δε αυτή του μάρτυρα ανταπόδειξης, σε αντίθεση με εκείνη του μάρτυρα απόδειξης, ενισχύεται από την οικονομική κατάσταση της εφεσίβλητης. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάδικος, η οποία δεν είχε ιδιαίτερες οικονομικές υποχρεώσεις, αφού τα τέκνα της ήταν ενήλικα και επαγγελματικώς αποκατεστημένα, ήταν, κατά τον ανωτέρω χρόνο, κυρία, εκτός του διαμερίσματος στο οποίο κατοικούσε, και τεσσάρων άλλων μισθωμένων διαμερισμάτων, κειμένων, των τριών στην Θεσσαλονίκη και επί των οδών, ...., ...., ....., και του τετάρτου στον ....., από τα οποία αποκόμισε, κατά την γενόμενη σχετική δήλωσή της στην Η' Εφορία Θεσσαλονίκης, συνολικό ετήσιο εισόδημα, το έτος 1997 2.743.360 δρχ., το έτος 1998 2.544.210 δρχ.

και το έτος 1999 3.500.200 δρχ. Εκτός τούτων, την 31.1.1996 προμηθεύθηκε από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, έντοκο γραμμάτιο Ελληνικού Δημοσίου, ονομαστικής αξίας 3.500.000 δρχ., την 31.1.1997 αντίστοιχο τίτλο ονομαστικής αξίας 4.200.000 δρχ., την 1.2.1999 τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 3.900.000 δρχ., ενώ την 2.3.2000 συμμετέσχε στα επενδυτικά αμοιβαία κεφάλαια "Ερμής" με ποσό 4.000.000 δρχ.

Κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Ιούνιος - Σεπτέμβριος 1998, που κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς έλαβε τα ποσά του δανείου, διατηρούσε τον .....κοινό λογαριασμό με τον ..... στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, ο οποίος κινούνταν διαρκώς με κυμαινόμενο πιστωτικό υπόλοιπο, το οποίο δεν υπερέβη το ποσό των 215.000 δρχ.

Συνακόλουθα με αυτά, εφόσον δεν αποδείχθηκε η κατάρτιση της επικαλούμενης από τον ενάγοντα δανειακής σύμβασης, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, περιέλαβε σαφείς και πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση δανείου μεταξύ των διαδίκων, και, επομένως, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-3-2004 αίτηση του ..... για αναίρεση της 3283/2003 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ