Legislator Case Law & Legislation
528/2022 AI generated

528/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 528/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

528/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανάκλησης επιζήμιων πράξεων του οφειλέτη από το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του συνδίκου κατά το άρθρο 48 ΠτωχΚ, η οποία δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι κατά το άρθρο 41 ΠτωχΚ.

Keywords

AI generated
motor vehicle expenses motor vehicle pollution contract for vehicle sale automobile industry vehicle keeper non-roadworthy vehicle
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 528 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 528/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Λ., συζύγου Κ. Λ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Χριστοδουλίδη. Του αναιρεσιβλήτου Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ως συνδίκου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και η οποία τελεί σε πτώχευση. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κούκλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 29-10-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης, για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2015 αίτηση ανάκλησης του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10083/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, 1650/2017 μη οριστική και 599/2019 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην του αναιρεσιβλήτου εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθμ 599/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχτηκε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ 10083/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή κατά το άρθρο 528 Κ. Πολ. Δ., ακολούθως έκανε δεκτή την από 5/5/2015 αίτηση του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού προηγήθηκε της άσκησής της νόμιμη επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ. Πολ. Δ.), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577) παρ. 1,3 Κ. Πολ. Δ).

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41, 42 παρ. α' και 43 παρ. 1 Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας" (ΠτωχΚ), οι οποίες καταργήθηκαν με το άρθρο 265 παρ. 1 Ν. 4738/2020, όπως ισχύει, αλλά κατά το ίδιο αυτό άρθρο συνεχίζουν να εφαρμόζονται για τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του διαδικασίες, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, "πράξεις του οφειλέτη, που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων" (άρθρο 41), "λογίζονται ότι είναι επιζήμιες και ανακαλούνται οι ακόλουθες πράξεις:

α) δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή, που έλαβε ο οφειλέτης ,ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή...." (άρθρο 42 παρ. α') και "και κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπροθέσμων χρεών του, που έγινε μετά παύση των πληρωμών και πριν κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διενέργεια της πράξης γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του και η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών" (άρθρο 43 παρ. 1).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανάκλησης επιζήμιων πράξεων του οφειλέτη από το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του συνδίκου κατά το άρθρο 48 ΠτωχΚ, η οποία δικάζεται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι κατά το άρθρο 41 ΠτωχΚ.

α) η κήρυξη της πτώχευσης, β) η διενέργεια "πράξεων" από τον οφειλέτη, γ) οι "πράξεις" να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας παύσης των πληρωμών και της ημερομηνίας κήρυξης της πτώχευσης και δ) η επαγωγή ζημίας στους πιστωτές εξαιτίας της πράξης που διενεργήθηκε (Α.Π. 618/2020, ΑΠ 602/2018).

Περαιτέρω στην διάταξη του άρθρου 42 ΠτωχΚ., το οποίο έχει τον τίτλο "πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης", απαριθμούνται περιοριστικά ως επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ορισμένες πράξεις του οφειλέτη, των οποίων η ανάκληση είναι υποχρεωτική από μόνο τον λόγο ότι αυτές διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, διότι έχουν τα χαρακτηριστικά "ανώμαλης" συναλλαγής (δωρεάς ή αφύσικης καταβολής χρέους), μεταξύ των οποίων στην παράγραφο Αα' αναφέρονται οι δωρεές και γενικά οι χαριστικές δικαιοπραξίες του οφειλέτη, καθώς και αυτές στις οποίες έλαβε δυσανάλογα μικρή αντιπαροχή σε σχέση την δική του παροχή.

Επειδή οι πράξεις αυτές ανακαλούνται υποχρεωτικά από μόνο το γεγονός ότι διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, το δικαστήριο ερευνά μόνο τον χρόνο κατά τον οποίο διενεργήθηκε η "πράξη", που έχει το ανωτέρω περιεχόμενο, χωρίς να ασκούν έννομη επιρροή αλλά γεγονότα, όπως ο δόλος του οφειλέτη ή του αντισυμβαλλόμενου του ή η ζημία της ομάδας πιστωτών, αφού όλες οι πράξεις του άρθρου 42 λογίζονται ως επιζήμιες (ΑΠ 618/2020, ΑΠ 876/2017).

Αντιθετα, οι αναφερόμενες στην διάταξη του άρθρου 43 ΠτωχΚ, το οποίο φέρει τον τίτλο "πράξεις δυνητικής ανάκλησης", πράξεις του οφειλέτη προσδιορίζονται κατά τρόπο γενικό και δεν επιφέρουν υποχρεωτικά την ανάκληση τους από το δικαστήριο, προϋποθέσεις τους δε είναι α) η ύπαρξη αμφοτεροβαρούς πράξης του οφειλέτη η πληρωμή από αυτόν ληξιπροθέσμου χρέους του, β) η διενέργεια της ανακλητέας πράξης μέσα στην ύποπτη περίοδο και γ) η γνώση του αντισυμβαλλόμενου του οφειλέτη ή του πιστωτή που εξοφλείται της παύσης των πληρωμών τον οφειλέτη και του επιζήμιου χαρακτήρα της πράξης για την ομάδα των πιστωτών.

Οι συνέπειες της ανάκλησης της επιζήμιας πράξης, είτε η ανάκληση διαταχθεί κατά το άρθρο 42 είτε κατά το άρθρο 43 ΠτωχΚ είναι οι ίδιες και ορίζονται στα άρθρα 49 και 50 του ιδίου κώδικα, που επίσης εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, διαφέρουν δε αναλόγως της πράξης που ανακαλείται. Τέλος κατά το άρθρο 45 παρ.

α' ΠτωχΚ "δεν ανακαλούνται (μεταξύ άλλων) α) οι συνηθισμένες πράξεις της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη, που διενεργήθηκαν κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών του...". Με τη διάταξη αυτή, όπως αναφέρεται και στον τίτλο του άρθρου, εισάγεται εξαίρεση από τις ρυθμίσεις των άρθρων 41 έως 44 ΠτωχΚ και συνεπώς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τις περιπτώσεις του άρθρου, πρέπει να προταθούν με ένσταση του εναγομένου στην ανακλητική αγωγή του συνδίκου της πτώχευσης (πρβλ ΑΠ 164/2021).

Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 Κ. Πολ. Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελασσόνα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση, ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 8585/07-05-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει το .... Με την ίδια απόφαση σύνδικος της πτώχευσης ορίστηκε ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος). Ημέρα παύσης πληρωμών ορίστηκε η 29-4- 2013. Την 15-11-2013, δηλαδή εντός της ύποπτης περιόδου, η πτωχή εταιρεία πώλησε..... στην καθ' ης (ήδη αναιρεσείουσα) το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο της, εργοστασίου κατασκευής ... τύπου ..., 1.998 cc, με ημερομηνία πρώτης άδειας κυκλοφορίας ... και αριθμό πλαισίου ..., αντί αναφερόμενου στο με αρ. ... εκδοθέν τιμολόγιο πώλησης τιμήματος των 500,00 ευρώ

Η εκ μέρους της πτωχής εταιρείας πώληση του αυτοκινήτου, μοναδικού αξιόπιστου από τα ευρισκόμενα στην κατοχή της μεταφορικά μέσα, αφού τα υπόλοιπα.... βρισκόταν εγκαταλειμμένα στον προαύλιο χώρο της επιχείρησης, διενεργήθηκε με πρόθεση να ζημιωθούν οι πιστωτές της. Το πωληθέν ήταν σε καλή κατάσταση και κυκλοφορούσε τόσο κατά τον προ της πώλησης χρόνο όσο και μετά.

Ενόψει της επί εννέα έτη κυκλοφορίας του, του εργοστασίου κατασκευής, του τύπου του αλλά και της εν γένει υπερπροσφοράς αυτοκινήτων του ίδιου τύπου στην αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, η αξία του, κατά το χρόνο της πώλησης, ανερχόταν στο ποσό των 5.000,00 ευρώ. Η αναγραφή στο τιμολόγιο πώλησης της τιμής των 500,00 ευρώ ουδόλως αντανακλά στην εμπορική αξία του αυτοκινήτου, έγινε δε στο πλαίσιο της προσπάθειας της πτωχής να προκληθεί ζημία στην πτωχευτική περιουσία, ενόψει μάλιστα ότι κατά το χρόνο της μεταβίβασης ήταν γνωστή η κακή οικονομική κατάσταση της.

Το ανωτέρω, ευτελές για την αξία του μεταβιβασθέντος αυτοκινήτου, χρηματικό ποσό δεν βρέθηκε, μάλιστα, στο ταμείο της πτωχής εταιρείας, ούτε προέκυψε ότι πληρώθηκαν με αυτό υποχρεώσεις της. Η καθ' ής η αίτηση - αγοράστρια, γνώριζε τον ανώτερο δόλο της πτωχής, δεδομένου ότι διατηρεί φιλική σχέση με την Ε.

Χ., σύζυγο του τότε νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας και λόγω ασθένειας αυτού, δικαστική συμπαραστάτρια του, κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Το γεγονός της γνώσης της ενισχύεται και από το ότι, ακόμη και μετά τη μεταβίβαση της κυριότητας του αυτοκινήτου, πραγματικοί χρήστες του είναι τα μέλη της οικογένειας Π.

αφού.... το αυτοκίνητο βρίσκεται συνήθως σταθμευμένο στην περιοχή της κατοικίας της οικογένειας Π., μακριά από την κατοικία της καθ' ης η αίτηση. Η πώληση αυτοκινήτων δεν εντάσσεται στα πλαίσια της επαγγελματικής δραστηριότητας της οφειλέτριας εταιρείας υπό κανονικές συνθήκες εντός των ορίων των συνήθων συναλλαγών της, ενώ δεν συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος νόμιμος λόγος εξαίρεσής της από την αιτούμενη ανάκληση κατά το άρθρο 45 ΠτωχΚ.

Η πράξη της πώλησης κρίνεται ζημιογόνος για τους πτωχευτικούς πιστωτές για την πλήρη ικανοποίηση των οποίων αποδείχθηκε ότι δεν επαρκεί η υπόλοιπη πτωχευτική περιουσία...... Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προηγουμένως, κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την ερήμην αυτής εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, δέχθηκε την αίτηση του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου Θεσσαλονίκης, ως συνδίκου της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", ανακάλεσε την μεταβίβαση του αυτοκινήτου στην αναιρεσείουσα και υποχρέωσε αυτήν να το επαναμεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία κατά τη διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 ΠτωχΚ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των εφαρμοσθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 41, 42 και 45 παρ. α' ΠτωχΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αφενός μεν θεμελιώνουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί ανάκλησης της μεταβίβασης του αυτοκινήτου στην αναιρεσείουσα, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές α) ότι η σύμβαση πώλησης καταρτίστηκε εντός της ύποπτης περιόδου και β) ότι το συμφωνηθέν τίμημα ήταν δυσανάλογα μικρό ("ευτελές") σε σχέση με την πραγματική αξία του αυτοκινήτου, αφετέρου δε δικαιολογούν την απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης, ότι η πώληση του αυτοκινήτου αποτελεί συνηθισμένη πράξη της επαγγελματικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας της πτωχής εταιρείας, διενεργηθείσα κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ. Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της προβληθείσας με το δικόγραφο της έφεσής της ένστασης είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στο πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε γνώση ότι η μεταβίβαση έγινε μέσα στην ύποπτη περίοδο και ότι ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών, αλυσιτελώς προβάλλονται, γιατί πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες της απόφασης, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού, οι οποίες δεν ήταν αναγκαίες για την κατάστρωση του υπαγωγικού συλλογισμού και τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού το δικαστήριο δέχθηκε τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 42 του ΠτωχΚ.

Κατά την διάταξη του άρθρου 55 εδ. α' του ΠτωχΚ, που ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (όμοια της οποίας είναι και η νυν ισχύουσα διάταξη του άρθρου 131 παρ. 1 Ν. 4738/2020), "αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του Κ. Πολ. Δ".. Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι γιατί, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύονται λόγοι αναίρεσης από τους ανωτέρω αριθμούς του άρθρου 559 Κ. Πολ. Δ. στην ένδικη υπόθεση ,στην οποία προσβάλλεται κατ' έφεση εκδοθείσα απόφαση πτωχευτικού δικαστηρίου (ΑΠ. 618/2020).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματος του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.) δεδομένου ότι, επειδή στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για μη γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας (ανακλητική αγωγή), όπου υπάρχει αντιδικία, το ζήτημα των δικαστικών εξόδων ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173-193 Κ. Πολ. Δ. με βάση την αρχή της ήττας και όχι κατά το άρθρο 13 ΠτωχΚ, που ορίζει ότι "στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, αν ενεργήθηκαν προς το συμφέρον της", το οποίο προϋποθέτει γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 798/2020, ΑΠ 618/2020, ΑΠ 602/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/5/2019 αίτηση της Σ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 599/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ