528/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated528/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά από αυτήν το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 ΠΔ 34/1995, ενώ το απαιτούμενο από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής έτος αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 207/2017).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 528 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 528/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Καρκάλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Α. του Κ., κατοίκου ..., 2) Χ. συζ. Δ. Β., το γένος Γ. Α. και 3) Β. Α. του Ν., συζ. Ν. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κούτσικα, που δήλωσε στο ακροατήριο, καθώς και στις κατατεθείσες από 8-11-2018 προτάσεις του, ότι διορθώνει το πατρώνυμο του πρώτου των αναιρεσιβλήτων από το λανθασμένο "Ι. Α. του Δ.", που αναγράφτηκε εκ παραδρομής στο αναιρετήριο, στο ορθό "Ι. Α. του Κ.".
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Κ. Τ. του Δ., κάτοικο ..., 2) Α. Τ. του Δ., κάτοικο ..., 3) Ρ. χα Γ. Α. και 4) Μ. Α. του Γ., ..., ως κληρονόμους του αποβιώσαντος συζύγου της και πατρός του, αντίστοιχα, Γ. Α. του Κ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8215/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2090/2015 μη οριστική και 1485/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ, που εφαρμόζεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 7 § 4 ΠΔ 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει είναι:
α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.
Εξάλλου, η αναφορά στο νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου (388 ΑΚ) δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας σε κάθε οφειλή διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ. Ο μισθωτής, επομένως, δεν αποκλείεται, αν ληφθεί υπόψη και το άρθρο 44 του πιο πάνω ΠΔ, που ορίζει ότι οι μισθώσεις του εν λόγω διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μίσθιου ακινήτου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του παραπάνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο και αποκαθιστά την καλή πίστη που διαταράχθηκε.
Επομένως, για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ' άρθρο 288 ΑΚ απαιτείται και, συνακόλουθα, αρκεί: α) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της επαγγελματικής μίσθωσης και τον αρχικό συμβατικό προσδιορισμό του μισθώματος ή από το χρόνο της αναπροσαρμογής (συμβατικής ή νόμιμης) μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και το απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, β) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετ' αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο, με τον αρχικό ή μετ' αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο και γ) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος, ώστε η αναπροσαρμογή να αποκλείεται αν η απόκλιση θα επερχόταν και χωρίς μεταβολή των συνθηκών (ΑΠ 1464/2009).
Περαιτέρω, η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή είτε με βάση το άρθρο 388 ΑΚ είτε με βάση το άρθρο 288 του ίδιου Κώδικα συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου.
Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται η διαφορά, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, εξαιτίας ουσιώδους αύξησης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή, με την μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με την αύξηση του μισθώματος, αλλά, επίσης, και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον μισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη μείωση του μισθώματος.
Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που προκύπτει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΟλομΑΠ 3/2014, ΑΠ 55/2018).
Το δικαίωμα αναπροσαρμογής με τη διάταξη του άρθρου 388 ή του 288 ΑΚ είναι διαπλαστικό και κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν, πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, η συμφωνία καταλύεται εφεξής και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορη πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.
Μετά από αυτήν το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 ΠΔ 34/1995, ενώ το απαιτούμενο από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής έτος αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 207/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης 1485/2017 απόφασής του, δικάζοντας, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών δέχτηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της αναίρεσης ζήτημα της αναπροσαρμογής του μισθώματος της επίδικης εμπορικής μίσθωσης ακινήτου: "Από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, πρακτικά συνεδρίασης αυτού, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθ. 529 παρ. 1 ΚΠολΔ), για μερικά των οποίων θα γίνει ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο, για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, από τις μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες (άρθ. 444 παρ. 1γ, 448 παρ. 2, 457 ΚΠολΔ) και από όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει του από 9-1-1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ο ενάγων μίσθωσε από τους εναγόμενους μία τριώροφη οικοδομή, ευρισκόμενη επί των οδών ... στην ..., αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 74,46 τ.μ., 1° όροφο εμβαδού 176,46 τ.μ., 2° όροφο εμβαδού 176,46 τ.μ. και 3° όροφο εμβαδού 176,46 τ.μ., συγκυριότητας των εναγομένων κατά ποσοστό 11,1112% για τον 1° Κ.
Τ. του Δ. και τον 2° Α. Τ. του Δ., 2,083312% για την 3η Ρ. χήρα Γ. Α. και 6,249938% για τον 4° Μ. Α. (σημ. ότι η 3η και ο 4ος ως κληρονόμοι του αρχικά τρίτου εναγόμενου και αποβιώσαντος Γ. Α., ο οποίος ήταν συγκύριος, κατά ποσοστό 8,33325%), 16,66665% για την 5η Β. Α. συζύγου Ν. Α., 8,33325% για τον 6° Ι. Α. του Κ. και 33,3333% για την 7η Χ. συζ. Δ. Β. αφενός και του ενάγοντος Γ.
Τ., κατά ποσοστό 11,1112% εξ αδιαιρέτου αφετέρου, για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, αρχομένης από 1-1-1997 μέχρι και την 31-12-2005, με δικαίωμα παράτασης, για άλλα τρία έτη δηλαδή μέχρι 31-12-2008, έναντι μηνιαίου μισθώματος 1.300.000 δρχ. ή 3.815,11 ευρώ, πλέον τελών χαρτοσήμου, για το 1° έτος της μίσθωσης, του μισθώματος αναπροσαρμοζόμενου ετησίως κατά ποσοστό 10%, επί του εκάστοτε μισθώματος του προηγούμενου έτους καταβλητέου την 1η ημέρα εκάστοτε μισθωτικού μήνα, προκειμένου ο ενάγων να χρησιμοποιήσει το μίσθιο ως επαγγελματική του στέγη και συγκεκριμένα ως ξενοδοχείο Γ' τάξης 24 δωματίων και 45 κλινών.
Ο ενάγων εγκαταστάθηκε στο μίσθιο, το οποίο κατέχει έως σήμερα, λειτουργώντας το ως ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "...", καθώς η μίσθωση, ως επαγγελματική, είχε και υποχρεωτική ελάχιστη νόμιμη διάρκεια δώδεκα ετών, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του π.δ. 34/1995 και συνεχίσθηκε, χωρίς να υπάρξει καμία άλλη συμφωνία (έγγραφη ή και προφορική), μεταξύ οποιωνδήποτε από τους συμβληθέντες (εκμισθωτές και μισθωτή).
Στις 10-10-2008 και ενόψει λήξης της υποχρεωτικής διάρκειας της μίσθωσης, με το από την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, μεταξύ των παραπάνω συγκυρίων, δηλαδή του ενάγοντος, ως μισθωτή και των λοιπών, ως εκμισθωτών, πλην του Ι. Α. και της Χ. Β., που δεν το συνυπέγραψαν, η μίσθωση ανανεώθηκε έως τις 31-12-2020 (δηλαδή για μία ακόμη δωδεκαετία) και ορίσθηκε ως μηνιαίο μίσθωμα από την 1-1-2009 το ποσό των 12.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κατά 3% ετησίως.....
Μετά την κατάρτιση της άνω σύμβασης ανανέωσης επήλθε από το έτος 2009 και εντεύθεν αρνητική και μη παροδικού χαρακτήρα, μεταβολή των οικονομικών δεδομένων της χώρας με την προσφυγή προς δανειοδότηση στο ΔΝΤ και στο μηχανισμό στήριξης της Ε.Ε., στα μέσα του έτους 2010, προκειμένου να αποφευχθεί ένα ευρύτατης έκτασης πιστωτικό γεγονός, ενώ επακολούθησαν τα έτη 2011 και 2012 εκτενείς περικοπές μισθών και συντάξεων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, έκτακτες φορολογικές επιβαρύνσεις, μείωση της αγοραστικής δύναμης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, κατά ποσοστό πλέον του 40%.
Συγχρόνως, σε άμεση συνάρτηση με τα παραπάνω γεγονότα, η βαθιά ύφεση, που κατά τα έτη 2011 και 2012 διαμορφώθηκε στο -7% και κατά το έτος 2013 στο -4%, η απουσία ρευστότητας, οι κλυδωνισμοί του τραπεζικού συστήματος, ο περιορισμός κάθε μορφής δανειοδότησης - χρηματοδότησης, προκάλεσαν περιστολή της εμπορικής δραστηριότητας, κένωση εμπορικών καταστημάτων, ανεργία -που από 9% που ανερχόταν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, έφθασε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής περίπου στο 24,2%- έλλειψη επιχειρηματικού ενδιαφέροντος και μείωση κατακόρυφη της μισθωτικής αξίας των διαθέσιμων ακινήτων, σε αντιστοιχία με τη μείωση τζίρου και καθαρών κερδών των εμπορικών επιχειρήσεων.
Προς επίρρωση των παραπάνω, το Δημόσιο επέβαλε υποχρεωτική μείωση των μισθωμάτων, που καταβάλουν σε ιδιοκτήτες οι δημόσιες υπηρεσίες (Δήμοι, ΝΠΔΔ, κλπ) κατά 20% με το άρθ. 21 του ν. 4002/2011, ενώ με το άρθ. 2 του ν. 4081/2012, η μείωση μισθωμάτων, για ποσό μισθώματος μεγαλύτερο των 3.000 ευρώ ανήλθε σε ποσοστό 25%. Η παραπάνω "γνωστή τοις πάσι" μεγάλη οικονομική κρίση, με τις προαναφερθείσες συνέπειες, έπληξε και τις ξενοδοχειακές μονάδες, αφού πλέον του 40% των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων είναι ζημιογόνες, ενώ οι εισπράξεις των ξενοδοχείων γενικώς ήταν το έτος 2010 μειωμένες κατά ποσοστό 15% έναντι του προηγούμενου έτους.
Μείωση υπήρξε και στην πληρότητα κατά ποσοστό 7,54% και δωματίων 5,88% το έτος 2011, σε σχέση με το έτος 2010, η δε πληρότητα του συγκεκριμένου ξενοδοχείου, που στεγάζεται στο μίσθιο ανήλθε το 2011 σε ποσοστό 32,61% ενώ το έτος 2007 είχε ποσοστό πληρότητας 40,06%. Τα ανωτέρω είχαν άμεση επίπτωση στα οικονομικά στοιχεία της επιχείρησης του εφεσίβλητου - ενάγοντος, η οποία, όπως προκύπτει από τα φορολογικά στοιχεία των αντίστοιχων οικονομικών ετών παρουσίασε το έτος 2009 ζημία 44.000 ευρώ, το έτος 2010 ζημία 64.354,25 ευρώ και το έτος 2011 ζημία 38.961,29 ευρώ.
Από δε το απόσπασμα της Μελέτης Βιωσιμότητας της επιχειρήσεως, που συνέταξε ο μελετητής - οικονομικός σύμβουλος Β. Κ. τον Μάρτιο του 2011 προκύπτει, ότι το 2005 τα μισθώματα της επιχείρησης κάλυπταν το 33,78% επί των ακαθαρίστων εσόδων, ενώ το έτος 2010 αγγίζουν το ποσοστό των 60,09%. Εξαιτίας της άνω μεταβολής των οικονομικών συνθηκών, στις οποίες στήριξαν τα μέρη τη σύμβασή τους και οι οποίες δεν είναι πρόσκαιρες, αλλά έχουν πλέον παγιωθεί και ενόψει του ότι σημαντικός αριθμός ακινήτων παραμένουν κενά, ενώ οι νέες μισθώσεις, κυρίως μεγάλων ακινήτων είναι περιορισμένες, μειώθηκε η μισθωτική αξία του ακινήτου, στο οποίο ασκείται η προαναφερόμενη οικονομική δραστηριότητα του ενάγοντος.
Η ανωτέρω, μάλιστα, γενικευμένη κατάσταση της πτωτικής πορείας των εσόδων των εμπορικών επιχειρήσεων, με την ταυτόχρονη άνοδο των εξόδων λειτουργίας τους, αντικατοπτρίζεται και στη μισθωτική αξία των προσφερομένων προς μίσθωση καταστημάτων στην ίδια περιοχή, η οποία κατ' ακολουθία των ανωτέρω εμφανίζει καθοδική τάση, ενόψει της χαμηλής αποδοτικότητας των επιχειρήσεων, που στεγάζονται σε αυτά.
Ειδικότερα, ο ενάγων ως συγκριτικά στοιχεία επικαλείται: α) για ισόγειο κατάστημα, εμβαδού μικτού 173,50 τ.μ. και με δικαίωμα χρήσης του εμπρόσθιου και οπίσθιου ακάλυπτου χώρου, διαστάσεων 12,5 τ.μ. χ 13,30 τ.μ. πλήρως εξοπλισμένου και επιπλωμένου, επί της οδού ... (στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο από το ένδικο μίσθιο), που βάσει του σχετικού μισθωτηρίου συμφωνητικού επ' αυτού λειτουργούσε επιχείρηση, ως ψαροταβέρνα - ουζερί - εστιατόριο - πιτσαρία, καταβαλλόταν από 01-07-2011, ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 3.000,00 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου, β) για ισόγειο κατάστημα σε τρία επίπεδα, εμβαδού 240,00 τ.μ., κείμενο σε διπλανή τετραγωνική θέση, επί της οδού ..., όπου στεγάζεται επιχείρηση πίτσα - γκριλ - ρεστοράν, καταβάλλεται από 25-01-2011 μηνιαίο μίσθωμα ποσού 2.500,00 ευρώ, γ) για μίσθιο ακίνητο καφετέρια, μπαρ, σνακ-μπαρ, εστιατορίου, ηλεκτρονικών παιχνιδιών, ιντερνέτ καφέ, παιδότοπου, το οποίο βρίσκεται στη γωνία των οδών ...
και ..., αποτελούμενο από ισόγειο κατάστημα εμβαδού ισογείου 150 τ.μ., με υπόγειο εμβαδού 146 τ.μ., εσωτερικού εξώστη εμβαδού 75 τ.μ., προστέγου 90 τ.μ. και περιβάλλοντος χώρου 126 τ.μ., ήτοι εν συνόλω εμβαδού 587,00 τ.μ. καταβαλλόταν από την 30-11-2011 μηνιαίο μίσθωμα ποσού 3.000,00 ευρώ. Οι ως άνω μισθώσεις, πέραν της προσφορότητάς τους ή μη ως συγκριτικών στοιχείων (σημ.
ότι δεν υπάρχει ομοειδής επιχείρηση στον Δήμο ...), αποτελούν ένδειξη, περί της εν γένει μείωσης της μισθωτικής αξίας των ακινήτων της περιοχής. Όλα τα ανωτέρω οφείλονται στη συνεχώς επιδεινούμενη οικονομική κρίση, που έπληξε τη χώρα, κατά τα προαναφερθέντα και η οποία σαφώς και δεν μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί και μάλιστα τόσο κατά τη σύναψη της μίσθωσης το έτος 1997, όσο και κατά την ανανέωση αυτής το έτος 2008, οπότε οι οικονομικές συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές και στις οποίες συνθήκες τα διάδικα μέρη, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, στήριξαν τότε τις συμφωνίες τους.
Άλλωστε αποτελεί πασίδηλο γεγονός, ότι εξαιτίας της ανωτέρω μόνιμης πλέον δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, οι μισθωτικές αξίες των επαγγελματικών χώρων γνωρίζουν προοδευτική μείωση. Έτσι, ενόψει των νέων πλέον δυσμενών δεδομένων, η υποχρέωση καταβολής μισθώματος ποσού 12.000 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου, παρίσταται υπέρμετρα επαχθής για τον ενάγοντα και οδηγεί σε πλήρη κατάλυση της ισορροπίας, μεταξύ της παροχής και της αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοιο σημείο, ώστε ο ενάγων, εκτελώντας τη σύμβαση μίσθωσης να υφίσταται ουσιώδη ζημία, που προκλήθηκε απροόπτως, οι δε εκκαλούντες - εναγόμενοι να ωφελούνται υπέρμετρα από την περιουσία του πρώτου.
Ενόψει των προαναφερομένων, της θέσης, αλλά και της κατάστασης του μισθίου, (δομικών στοιχείων και υποδομής του, επί των υδραυλικών, ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, αποχετευτικού συστήματος, τοιχοποιίας, κουφωμάτων κλπ.) το Δικαστήριο κρίνει, ότι η πραγματική μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία μπορεί να επιτευχθεί, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών δεν υπερβαίνει το ποσό των 8.400 ευρώ μηνιαίως.
Η πιο πάνω, επομένως, διαφορά, μεταξύ του συμφωνημένου μισθώματος (12.000 €) του εν λόγω μισθίου και αυτού που προκύπτει από την άνω πραγματική αξία του μισθίου (8.400 €), υπερβαίνει τον κίνδυνο, που ανέλαβε ο ενάγων μισθωτής, κατά την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας, ώστε η εμμονή των εναγομένων στην πληρωμή του μισθώματος, που προκύπτει, να αντιστρατεύεται τις αρχές της καλής πίστης και την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα.
Κρίνεται, επομένως, αναγκαία η περιστολή του συμφωνημένου μισθώματος, προκειμένου η παροχή του ενάγοντα να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο εκπλήρωσης. Η διατήρηση, άλλωστε, της διαφοράς αυτής, η οποία τελεί σε άρρηκτη αιτιώδη συνάφεια, με την προεκτεθείσα, επί τα χείρω, εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης της χώρας (αφού δίχως αυτή δεν θα επερχόταν μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου), επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει καταφανώς τους όρους καλόπιστης εκπλήρωσης της ενοχής.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, προς περιορισμό της ζημίας και άρση της διαταραχθείσας καλής πίστης πρέπει να αναπροσαρμοστεί - μειωθεί το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων (8.400) ευρώ. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος και να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο μίσθωμα στο άνω ποσό των 8.400 ευρώ, για το χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, πλέον νομίμων τελών χαρτοσήμου, με τη νόμιμη ετήσια αναπροσαρμογή, κατ' άρθρο 7 § 3 ΠΔ 34/1995, αρχής γενομένης της άνω ετήσιας προθεσμίας αναπροσαρμογής από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, καθόρισε το μίσθωμα στο ποσό των 7.000 ευρώ, πλέον νομίμων τελών χαρτοσήμου, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και έσφαλε, κατά τον εν μέρει βάσιμο λόγο των εφέσεων των εκκαλούντων - εναγομένων, που πρέπει να γίνει δεκτός...".
Κατά το άρθρο 520 § 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται από τα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε περίπτωση δε ελλείψεως λόγου εφέσεως σαφούς και ορισμένου η έφεση απορρίπτεται στο σύνολό της ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως.
Περαιτέρω οι πλημμέλειες της απόφασης συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία προσδιορίζεται επαρκώς από τη μνεία ότι από αυτή οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των περί την εκτίμηση των αποδείξεων σφαλμάτων.
Στην περίπτωση αυτή, με βάση το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης (ΚΠολΔ 522) το Εφετείο επανεκτιμά από την αρχή της ουσία της υπόθεσης, για να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΚΠολΔ 534), με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση, χωρίς να περιορίζεται ως προς αυτή, στα προβαλλόμενα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος (ΑΠ 258/2015, ΑΠ 2051/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτους τους λόγους εφέσεων των αντιδίκων του, εφόσον σ' αυτούς δεν εξειδικεύονται συγκεκριμένες πλημμέλειες της πρωτόδικης απόφασης, αλλά αναλώνονται σε παράπονα ότι η προσβαλλόμενη κακώς έκρινε νόμιμη την αγωγή και δέχθηκε ότι υπήρξαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, ώστε να καταλήξει σε αναπροσαρμογή του μισθώματος και γιατί (η αναιρεσιβαλλόμενη) δεν προσδιορίζει ποιοι εξ αυτών των λόγων εφέσεως γίνονται δεκτοί.
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο, αυτό έκανε δεκτό ως εν μέρει βάσιμο, το λόγο των (3) εφέσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων, με τον οποίο παραπονούνταν κατά της εκκαλουμένης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, προσδιορίζεται επαρκώς από τη μνεία ότι από αυτή οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των περί την εκτίμηση των αποδείξεων σφαλμάτων.
Δεδομένου ότι η σχετική μνεία στους λόγους εφέσεως υπάρχει, κατά τη βεβαίωση της αναιρεσιβαλλόμενης, και δεν απαιτείται η αναφορά σ' αυτή αριθμητικώς του γενομένου δεκτού λόγου εφέσεως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο επικουρικός του ως άνω λόγου, υπό στοιχ. 1ββ' λόγος αναιρέσεως ερειδόμενος στον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως εκ πλαγίου παραβίαση δικονομικών διατάξεων, γιατί με τους λόγους εφέσεων οι αναιρεσίβλητοι ζητούν την απόρριψη της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης και δεν ισχυρίζονται για το ορισμένο των λόγων αυτών ότι υπήρξε μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου και δεν βάλουν κατά του πορίσματος της πρωτόδικης απόφασης αναφορικά με το ύψος του ελεύθερου μισθώματος, όπως αυτό προσδιορίστηκε πρωτοδίκως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν ιδρύεται ο αναιρετικός έλεγχος εκ του αριθ. 19 του άνω άρθρου για παράβαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως πρόκειται επί του ορισμένου ή μη του λόγου εφέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ των αριθ. 1, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο εκ του αρ. 11 του άρθρου αυτού, ο αναιρεσείων αιτιάται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, γιατί εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 7 § 4 και 44 ΠΔ 34/1995, χωρίς να λάβει υπόψη του για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατόπιν σύγκρισης του καταβαλλόμενου με το ελεύθερο μίσθωμα για να καταλήξει στο ύψος του ελεύθερου και επιβαλλόμενου από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη μισθώματος, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τα έλαβε υπόψη, τα υπ' αυτού προσκομισθέντα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέστηκε και προσκόμισε.
Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου και ιδίως από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για μερικά των οποίων θα γίνει ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να παραλειφθεί κάποιο, για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο αυτής που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα στο ότι "Με βάση τα δεδομένα αυτά, προς περιορισμό της ζημίας και άρση της διαταραχθείσας καλής πίστης πρέπει να αναπροσαρμοστεί - μειωθεί το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων (8.400) ευρώ", πλέον νομίμων τελών χαρτοσήμου και της νόμιμης αναπροσαρμογής, έλαβε υπόψη του και τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα αποδεικτικά (συγκριτικά) έγγραφα, των οποίων το περιεχόμενο εκτίμησε ελεύθερα (ανέλεγκτα), χωρίς να έχει υποχρέωση να κάμει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Η διά του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Επομένως ο λόγος αυτός ως προς και τα τρία στοιχεία αυτού αα', ββ' και γγ', με τα οποία στην ουσία επαναλαμβάνεται, πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλομΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο αναιρετήριο λόγο αιτιάται πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλομένης εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και πλημμελώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 44 ΠΔ 34/1955, 288 ΑΚ και 93 § 3 του Συντάγματος, αναφορικά με τη σύγκριση του καταβαλλόμενου και του ελεύθερου μισθώματος, γιατί (αα) δεν συνέκρινε το καταβαλλόμενο μίσθωμα, ήτοι το ποσό των 14.937,30 €, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (2012) με το ελεύθερο και επιβαλλόμενο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ως όφειλε, αλλά προέβη στη σύγκριση του ποσού των 12.000 €, ήτοι του συμφωνημένου μισθώματος κατά την ανανέωση της μισθωτικής σχέσεως (2008) μετά του τέλους χαρτοσήμου, έκρινε δε ότι το τέλος χαρτοσήμου θα προστίθεται στο μίσθωμα αν και κατά την ανανέωση της μισθωτικής σχέσεως είχε συμφωνήσει με τους αντιδίκους του και η πρωτόδικη απόφαση έκρινε ότι αυτό περιλαμβάνεται στο μίσθωμα και οι αντίδικοί του με τις εφέσεις τους δεν το αντέκρουσαν ειδικά.
Ήτοι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όχι μόνο προέβη σε ανορθόδοξη και παράτυπη σύγκριση ποσών, αλλά επιδίκασε υπέρ των αντιδίκων του και πλέον του αιτηθέντος. Άλλως (ββ) δεν καθίσταται σαφές υπό ποιες χρονικές και αντικειμενικές συνθήκες διενήργησε τη σύγκριση αυτή. Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι αυτό για τη διαμόρφωση του δικανικού συλλογισμού και την αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ποσό των 8.400 € πλέον νομίμων τελών χαρτοσήμου και της νόμιμης αναπροσαρμογής για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής (2012), συνέκρινε το καταβαλλόμενο μίσθωμα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί βάσει του συμφωνηθέντος στις 10-10-2008 μισθώματος εκ 12.000 € από 1-1-2009 πλέον νομίμων τελών χαρτοσήμου και συμβατικής αναπροσαρμογής 3% ετησίως, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ανερχόμενο σε 14.930,37 €.
Επομένως, ορθά και με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες εφάρμοσε τα άρθρα 288 ΑΚ και 7 § 4 ΠΔ 34/1995, αφού συνέκρινε το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (2012) μίσθωμα με το ελεύθερο τον ίδιο χρόνο και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος. Περαιτέρω και δεδομένου ότι το καταβλητέο μίσθωμα της επίδικης μίσθωσης αναπροσαρμόζεται με την προσβαλλόμενη διαπλαστική απόφαση, η συμφωνία καταλύεται εφεξής και παύουν να ισχύουν οι όροι αυτής για το μέλλον, οπότε τυχόν συμφωνηθείς όρος κατά την ανανέωση της μισθωτικής σχέσεως ότι το τέλος χαρτοσήμου περιλαμβάνεται στο μίσθωμα, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, είναι ανίσχυρος.
Άλλωστε, η ανυπαρξία τέτοιου όρου συνάγεται και από την ένδικη από 17-2-2012 αγωγή του αναιρεσείοντος, που παραδεκτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, με την οποία ο τελευταίος ζητεί την αναπροσαρμογή του μισθώματος σε 6.000 € μηνιαίως πλέον τελών χαρτοσήμου. Το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αναπροσάρμοσε το μίσθωμα σε 7.000 € συμπεριλαμβανομένων των τελών χαρτοσήμου, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ουδόλως προκύπτει από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ της 8215/2013 απόφασης αυτού, όπως δε προειπώθηκε, οι λόγοι των εφέσεων που έγιναν δεκτοί από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων), δεν απαιτούσαν εξειδίκευση των περί την εκτίμηση των αποδείξεων σφαλμάτων.
Επομένως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο σκέλη αυτού (αρ. 1 και 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι η απόφαση ερμηνεύοντας εσφαλμένα και εφαρμόζοντας πλημμελώς τις διατάξεις των άρθρων 532, 533 και 535 § 1 ΚΠολΔ αναφορικά με την εξέταση των λόγων εφέσεως των αντιδίκων του, όπως αναπτύσσεται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, παραβίασε με αυτόν τον τρόπο το άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος περί ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν μπορεί υπό το πρόσχημα του άρθρου 93 § 3 Σ. να ιδρυθεί ο αναιρετικός έλεγχος των αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ για κανόνες δικονομικού δικαίου. Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν κοινές προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2017 και με αριθμό καταθέσεως 20351/160/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1485/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2019. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ