Legislator Case Law & Legislation
528/2018 AI generated

528/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 528/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 528 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

528/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 528 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
living expenses deduction of child maintenance loss of financial support maintenance obligation recalculation of maintenance household allowance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 528 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 528/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανατάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Η. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μαχαιριώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 745/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί αγωγής διατροφής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου, συζύγου της, η οποία εκδικάσθηκε ερήμην του τελευταίου, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 204/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που την έκανε εν μέρει δεκτή. Η κατά της αποφάσεως αυτής έφεση του αναιρεσιβλήτου έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 745/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη, έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα πάλι μέρος. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η ενάγουσα και εφεσίβλητη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 1389, 1390, 1391, 1392 εδ. 2 και 1495 ΑΚ προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπο του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής. Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή (ΟλομΑΠ 9/1991), ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ. ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της ‘ συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ’ αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή) μετά από ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα, όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ’ αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1391 ΑΚ προκύπτει ότι το μέτρο της μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφειλόμενης στο δικαιούχο διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων μεταξύ των οποίων και η περιουσία (ΑΠ 1028/2013). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλομΑΠ 15/2006).

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αφού δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, κατά του οποίου στρεφόταν η αγωγή της αναιρεσείουσας, για καταβολή διατροφής σε χρήμα, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσής τους από εύλογη γι’ αυτήν αιτία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας την αγωγή δέχτηκε αυτήν εν μέρει, δεχόμενο ότι η μεταξύ των διαδίκων έγγαμη συμβίωση διακόπηκε με την αποχώρηση του εναγομένου από τον συζυγικό οίκο, εξ αιτίας υπαίτιας συμπεριφοράς αμφοτέρων των διαδίκων, συνεπεία της οποίας κλονίστηκε τόσο ισχυρά η σχέση του γάμου, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της να είναι αφόρητη. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τις οικονομικές δυνατότητες των συζύγων και τις ανάγκες της ενάγουσας υπό συνθήκες της οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό και με τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν από τη χωριστή διαβίωσή της μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, έκρινε ότι η ανάλογη διατροφή που δικαιούται ανέρχεται μεν σε 5.000 ευρώ το μήνα, πλην όμως υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει σ’ αυτή ελαττωμένη μηνιαία σε χρήμα διατροφή 2.500 ευρώ, δεχόμενο ότι ο εναγόμενος προέβαλε βάσιμη ένσταση ελαττωμένης διατροφής κατά τα άρθρα 1392 εδ. β’ και 1495 ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους, τρίτο για καθέναν, νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στην Πολιτεία Κηφισιάς, στις 20-11-1997, σε ηλικία 68 και 67 ετών, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Αυτοί, είχαν αποκτήσει τέκνα από προηγούμενους γάμους και ειδικότερα, η μεν ενάγουσα είχε αποκτήσει τρεις υιούς, το Γ. Π. και Ι. Π. από τον πρώτο γάμο της και τον Σ. Τ. από το δεύτερο γάμο της, ο δε εναγόμενος είχε αποκτήσει δύο θυγατέρες, την Ι. - Α. - Μ. - Π. και Α. Λ. από τον πρώτο γάμο του. Την κοινή συζυγική κατοικία των διαδίκων αποτέλεσε οικία 1000 τμ περίπου στην, ..., επί της οδού ..., της οποίας την επικαρπία είχε ο εναγόμενος και την ψιλή κυριότητα αυτής οι δύο θυγατέρες του. Στην οικογενειακή κατοικία απασχολούνταν μόνιμα δύο οικιακοί βοηθοί και ένας κηπουρός. Επίσης, το μισό χρόνο σχεδόν, οι διάδικοι διέμεναν στο ... και στο ..., σε κατοικίες που διατηρούσε εκεί ο εναγόμενος. Κατά τον έγγαμο βίο των διαδίκων, ο εναγόμενος ανέπτυξε άριστες σχέσεις με τους γιους της ενάγουσας, σε αντίθεση με τις κακές σχέσεις της τελευταίας με τις θυγατέρες του. Ένα μήνα μετά το γάμο των διαδίκων, με το υπ’ αριθ. ...30- 12-1997 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Μ. Θ., οι διάδικοι και ο Σ. Τ. αγόρασαν με δικαίωμα επικαρπίας και ψιλής κυριότητας αντίστοιχα, ένα οικόπεδο 804 τμ στην ... και επί της οδού ... αντί τιμήματος 87.000.000 δραχμών τότε, στο οποίο ανήγειραν δύο πολυτελείς διώροφες οικίες με υπόγειο εμβαδού 390 τμ και 260 τμ, στις οποίες κατοικούσαν ο τρίτος γιός της ενάγουσας και πολλές φορές οι διάδικοι. Η έγγαμη συμβίωσή των διαδίκων υπήρξε αρμονική επί σειρά ετών. Ο εναγόμενος παρότι οξύθυμος υπεραγαπούσε την ενάγουσα, στην οποία προσέφερε μία άνετη και πολυτελή διαβίωση και η τελευταία απολάμβανε μια πλουσιοπάροχη ζωή αποκομίζοντας σημαντικά περιουσιακά οφέλη. Ο εναγόμενος κατέβαλε ανελλιπώς στην ενάγουσα, από 5.000 έως 10.000 ευρώ περίπου κάθε μήνα, προς ικανοποίηση των προσωπικών της αναγκών. Επίσης, περί το έτος 2000 ο εναγόμενος, με την προτροπή της ενάγουσας κατέστησε την τελευταία και τον Σ. Τ. συνδικαιούχους των τραπεζικών του λογαριασμών στην Ελλάδα και τη Ελβετία. Κατά το χρονικό διάστημα από 1997 έως 2000 ο εναγόμενος προέβη μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών στην πώληση των μετοχών του που αντιπροσώπευαν το 23,3625% του μετοχικού κεφαλαίου στην εταιρεία ..., αποκομίζοντας αρκετά εκατομμύρια τότε. Το έτος 2007 η ενάγουσα απέκτησε, αντί τιμήματος 800.000 ελβετικών φράγκων προερχόμενο από τραπεζικές καταθέσεις του εναγόμενου, όπως αυτό προκύπτει από την από 6-3-2007 εντολή μεταφοράς χρημάτων του τελευταίου προς την ... ένα διαμέρισμα στο ..., 122 τμ, την κυριότητα του οποίου το έτος 2008 μεταβίβασε στον υιό της Σ. Τ.. Κατά το χρονικό διάστημα 2005-2013 ο τελευταίος έλαβε δάνειο από τον εναγόμενο τα ποσά των 320.000 ελβετικών φράγκων, 78.000 ευρώ και 1.163.000 δολάρια ΗΠΑ, για τις ανάγκες της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στην Αίγυπτο. Στις 19-11-2012, με αίτηση του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ο εναγόμενος, ζήτησε να κηρυχθεί θετό τέκνο του ο υιός της συζύγου του Σ. Τ., ενέργεια στην οποία αντέδρασαν έντονα οι δύο ως άνω θυγατέρες του, οι οποίες άσκησαν κύρια παρέμβαση στις 25-11-2013 ζητώντας την απόρριψη της αιτήσεως, η συζήτηση της οποίας τελικά ματαιώθηκε. Έκτοτε, αναπτύχθηκε ένταση στις διαπροσωπικές σχέσεις των διαδίκων-συζύγων. Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, με την από 14-4-2014 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επικαλούμενος ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, ζήτησε προσωρινά τη μετοίκηση της τελευταίας από τη συζυγική οικία, ενώ παράλληλα η ενάγουσα με την από 18-4-2014 αίτησή της ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, που επιδόθηκε στις 23-4-2014, ισχυριζόμενη βίαιη και αντισυζυγική συμπεριφορά του συζύγου της ζήτησε να της επιτραπεί η μετοίκηση, να της αποδοθούν τα αναφερόμενα στην αίτηση κινητά πράγματα και να της επιδικασθεί προσωρινή διατροφή 11.300 ευρώ μηνιαίως. Ο μεν εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κατά το τελευταίο διάστημα τον εξύβριζε, τον παραμελούσε συστηματικά και αδιαφορούσε για το πρόσωπο του και την υγεία του, η δε ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος στις 8-4- 2014 της ζήτησε ν’ αποχωρίσει από τη συζυγική κατοικία, ενώ στη συνέχεια τη φυλάκισε στο δωμάτιο της και της απαγόρευσε κάθε επίσκεψη συγγενών και φίλων της. Στην πραγματικότητα, η οποία βρίσκεται μετά την υπέρβαση τού υποκειμενισμού που συνήθως εμφιλοχωρεί σε τέτοιες αντιπαραθέσεις, η μεν ενάγουσα, όπως συνήθιζε κατά τη διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως επανέφερε με φορτικότητα τις περί οικονομικής ενίσχυσης αξιώσεις αυτής και κατ’ επέκταση του υιού της, ο δε εναγόμενος, που δεν ήθελε να συναινέσει σ’ αυτές, αντέδρασε με προσβλητικό και βίαιο τρόπο. Με το μέρος τού εναγομένου, όπως ήταν φυσικό, συντάχθηκαν οι θυγατέρες του, οι οποίες άρχισαν να θεωρούν την παρουσία της ενάγουσας στη ζωή του πατέρα τους ως μια μόνιμη απειλή για τα δικά τους περιουσιακά συμφέροντα. Στις 28-4- 2014 η ενάγουσα αποχώρησε από τη συζυγική στέγη, συμμορφούμενη με την προσωρινή διαταγή που εκδόθηκε επί των ως άνω αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων. Έκτοτε, στην οικογενειακή στέγη κατοικεί ο εναγόμενος και απασχολεί στην οικία του δύο οικιακές βοηθούς με μηνιαίο μισθό 1.200 ευρώ εκάστη, καθώς και οδηγό και κηπουρό, ενώ η ενάγουσα έχει εγκατασταθεί στην οικία της οδού ... στην Κηφισιά. Το γεγονός, λοιπόν, της αποπομπής της ενάγουσας από την οικογενειακή κατοικία, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα της πραγματοποίησής της και τη δική της ευθύνη για την κακή πορεία της συζυγικής σχέσης των διαδίκων, προσδίδει σ’ αυτήν την ιδιότητα της συζύγου που βρίσκεται σε κατάσταση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης για εύλογη αιτία και θεμελιώνει κατ’ αρχήν δικαίωμα διατροφής αυτής σε βάρος του εναγόμενου. Από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, ηλικίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 84 ετών, λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ποσού 556 ευρώ. Διαθέτει έξι ΙΧΕ αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, τραπεζικές καταθέσεις ύψους 7,5 εκατομμυρίων ευρώ που διατηρεί σε λογαριασμό στην .... και σημαντική ακίνητη περιουσία επί της οποίας έχει δικαίωμα επικαρπίας, που αποτελείται από την πολυτελή συζυγική οικία στην οδό ..., το 50% εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας δύο πολυτελών κατοικιών στην οδό ... στην Κηφισιά, δύο διαμερίσματα στην Ελβετία, μία εξοχική οικία στην Κέρκυρα, δύο οικόπεδα στην οδό ... και κτήμα 120 στρεμμάτων περίπου στην Κηφισιά, συνολικής αντικειμενικής αξίας 312.888 ευρώ. Ωστόσο, έχει και αυξημένες δαπάνες, όπως για την άδεια διαμονής στην Ελβετία 62.000 ευρώ ετησίως, για ασφάλιση ζωής στην Ελβετία 25.000 ευρώ ετησίως, για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στην αγγλική ασφαλιστική εταιρεία ... 20.000 ευρώ ετησίως, για αποδοχές του οικιακού προσωπικού 40.000 ευρώ περίπου ετησίως κ.α. Η ενάγουσα, που έχει ηλικία 85 ετών, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ποσού 675 ευρώ και μέχρι το έτος 2001 ήταν μέτοχος σε ποσοστό 15% στην εταιρεία εμπορίας τροφίμων ... στην Αίγυπτο. Καταβάλει μηνιαία ασφάλιστρα στην αγγλική ασφαλιστική εταιρεία ... 2.000 ευρώ και λόγω της ηλικίας της απασχολεί οικιακή βοηθό. Διαθέτει ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού και το 50% εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας δύο πολυτελών κατοικιών στην οδό ... στην Κηφισιά, στη μία εκ των οποίων διαμένει μετά τη διάσπαση του έγγαμου βίου και την επικαρπία ενός διαμερίσματος στο .... Η ενάγουσα, επομένως, υπό καθεστώς έγγαμου βίου δικαιούνταν διατροφής ως οικονομικά ασθενέστερη, τη διατροφή δε αυτή εξακολουθεί να δικαιούται και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο, καθόσον η διακοπή αυτής προήλθε από την πλευρά του τελευταίου, οι δε περιστάσεις, αναγόμενες στο καθεστώς της έγγαμης συμβίωσης δεν έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς, ώστε να αποκλεισθεί το προς διατροφή δικαίωμά της. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, με βάση τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων, όπως αυτές καθορίζονται από τα ως άνω εισοδήματα τους και την περιουσία τους, σε συσχετισμό με τις δυνάμεις του καθενός προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο και με βάση τις διατροφικές ανάγκες της ενάγουσας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, από τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, αφού συνεκτιμηθούν και οι νέες συνθήκες και ανάγκες αυτής, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η ενάγουσα δικαιούται σε χρήμα διατροφή από τον εναγόμενο, ανερχομένη στο ποσό των 5.000 ευρώ το μήνα. Το προαναφερόμενο ποσό είναι αναγκαίο για την κάλυψη των αναγκών διατροφής της ενάγουσας, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ανάγκες τροφής, ένδυσης, ψυχαγωγίας και συμμετοχής της στην κοινωνική ζωή". Επίσης, αναφορικά με την ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου περί ελαττωμένης διατροφής (άρθρο 1392 εδ. β’ ΑΚ), δέχθηκε και τα ακόλουθα: "... Η ενάγουσα πράγματι έκανε υπέρογκες δαπάνες για την αγορά προσωπικών της ειδών, ενώ παράλληλα ζητούσε από τον εναγόμενο, συνεχώς και με φορτικότητα, να δίδει σημαντικά χρηματικά ποσά στον υιό της Σ. Τ. για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Τα προαναφερόμενα ενισχύονται από μαρτυρική καταθέσεις αλλά και από έγγραφα, σύμφωνα με τα οποία, ενδεικτικά σημειώνεται, ότι στις 28-4-2014, κατά τη μετοίκηση της ενάγουσας από τη συζυγική στέγη, αυτή παρέλαβε μεταξύ άλλων και 90 ζευγάρια υποδήματα, 60 επώνυμες τσάντες, 10 παλτό κασμίρ και 20 κοστούμια, ότι στις 1-2-2000 ο εναγόμενος κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του υιού της ενάγουσας Σ. Τ. στη CITIBANK το ποσό των 1.600.000 δολαρίων Η.Π.Α και ότι στις 6-12-1997 με μυστική διαθήκη του ο εναγόμενος εγκαθιστούσε κληρονόμους του την ενάγουσα και το άνω τέκνο της, την οποία ωστόσο στις 29-5-2014 ανακάλεσε. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά της ενάγουσας εξόργισε τον εναγόμενο, ο οποίος έβλεπε την περιουσία του να ελαττώνεται και προκάλεσε σ’ αυτόν την πεποίθηση ότι έγινε αφόρητη η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης με την ενάγουσα. Γι’ αυτό και άσκησε την από 17-7-2014 (αριθ. καταθ. δικογρ. .../18-7-2014) αγωγή διαζυγίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τα περιστατικά αυτά όχι μόνο αφορούν το πρόσωπο της ενάγουσας (ΑΚ 1439 παρ. 1), αλλά οφείλονται και σε προσωπική της υπαιτιότητα (ΑΚ 1392 εδ. β’ ), αφού αυτή τα προκάλεσε, ασκώντας ψυχολογική πίεση στον εναγόμενο για να επιτύχει την ικανοποίηση των οικονομικών της συμφερόντων. Το ότι ο εναγόμενος επέδειξε και αυτός κακή συμπεριφορά κατά την έγγαμη συμβίωση, η οποία θα αξιολογηθεί στη δίκη του διαζυγίου, δεν καταργεί τη σημασία της συμπεριφοράς της ενάγουσας ως λόγου διαζυγίου υπέρ του εναγομένου.

Κατόπιν αυτών, η ενάγουσα πρέπει να περιορισθεί στη στοιχειώδη διατροφή, στο ποσό, δηλαδή, το οποίο απαιτείται για την αντιμετώπιση των απολύτως αναγκαίων δαπανών διαβίωσης ενός προσώπου της ηλικίας και του περιβάλλοντος της και όχι για την απόλαυση όλων εκείνων, τα οποία θα είχε υπό καθεστώς εγγάμου συμβιώσεως και σύμφωνα με το οικογενειακό εισόδημα του εναγομένου και αυτής. Για τις στοιχειώδεις ανάγκες της, όπως η στέγαση, η σίτιση και η περίθαλψή της, απαιτείται μηνιαίως ποσό 2.500 ευρώ". Κατόπιν αυτών, δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση και επιδίκασε στην ενάγουσα μειωμένη διατροφή ποσού 2.500 ευρώ το μήνα. Με τις παραδοχές και κρίση της αυτή, το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες και κατέστησε έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα αν η δικαιούχος διατροφής ενάγουσα υπέπεσε έναντι του υπόχρεου εναγομένου σε παράπτωμα, που συνιστά λόγο διαζυγίου αναγόμενο σε υπαιτιότητά της, με αποτέλεσμα να παραβιάσει εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1392 εδ. β’ και 1495 ΑΚ που εφάρμοσε. Για να αιτιολογήσει την ύπαρξη βάσιμου υπαίτιου λόγου διαζυγίου, δέχεται ότι η ενάγουσα αφενός κατασπατάλησε την περιουσία του και αφετέρου τον πίεζε φορτικά να δίνει χρηματικά ποσά στον γιο της Σ.. Συγκεκριμένα δέχεται ότι "έκανε υπέρογκες δαπάνες για την αγορά προσωπικών της ειδών". Επίσης ότι "ζητούσε από τον εναγόμενο, συνεχώς και με φορτικότητα, να δίδει σημαντικά χρηματικά ποσά στον υιό της Σ. Τ. για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες" και συγκεκριμένα ότι "στις 1-2-2000 ο εναγόμενος κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του υιού της ενάγουσας Σ. Τ. στη CITIBANK το ποσό των 1.600.000 δολαρίων Η.Π.Α και ότι στις 6-12-1997 με μυστική διαθήκη του ο εναγόμενος εγκαθιστούσε κληρονόμους του την ενάγουσα και το άνω τέκνο της, την οποία ωστόσο στις 29-5-2014 ανακάλεσε" (σελ. 17). Ωστόσο, εντελώς αντιφατικά, δέχεται συγχρόνως και τα εξής: Ότι "ο εναγόμενος παρότι οξύθυμος υπεραγαπούσε την ενάγουσα, στην οποία προσέφερε μία άνετη και πολυτελή διαβίωση και η τελευταία απολάμβανε μια πλουσιοπάροχη ζωή αποκομίζοντας σημαντικά περιουσιακά οφέλη. Ο εναγόμενος κατέβαλε ανελλιπώς στην ενάγουσα, από 5.000 έως 10.000 ευρώ περίπου κάθε μήνα, προς ικανοποίηση των προσωπικών της αναγκών" (σελ. 12). Ότι "ο εναγόμενος ανέπτυξε άριστες σχέσεις με τους γιους της ενάγουσας" (σελ. 12). Ότι "στις 19-11-2012, με αίτησή του προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ο εναγόμενος, ζήτησε να κηρυχθεί θετό τέκνο του ο υιός της συζύγου του Σ. Τ." (σελ. 13). Ότι "περί το έτος 2000 ο εναγόμενος, με την προτροπή της ενάγουσας κατέστησε την τελευταία και τον Σ. Τ. συνδικαιούχους των τραπεζικών του λογαριασμών στην Ελλάδα και τη Ελβετία" (σελ. 12). Ότι "το έτος 2007 η ενάγουσα απέκτησε, αντί τιμήματος 800.000 ελβετικών φράγκων προερχόμενο από τραπεζικές καταθέσεις του εναγόμενου, όπως αυτό προκύπτει από την από 6-3-2007 εντολή μεταφοράς χρημάτων του τελευταίου προς την ... ένα διαμέρισμα στο ..., 122 τμ, την κυριότητα του οποίου το έτος 2008 μεταβίβασε στον υιό της Σ. Τ." (σελ. 13). Και τέλος ότι "κατά το χρονικό διάστημα 2005-2013 ο τελευταίος έλαβε δάνειο από τον εναγόμενο τα ποσά των 320.000 ελβετικών φράγκων 78.000 ευρώ και 1.163.000 δολάρια Η ΠΑ, για τις ανάγκες της επιχειρηματικής του δραστηριότητας στην Αίγυπτο" (σελ. 13). Δηλαδή, εντελώς αντιφατικά, δέχεται ότι η σπάταλη ζωή της ενάγουσας ήταν αποτέλεσμα οικειοθελών προς αυτήν παροχών του εναγομένου γιατί την υπεραγαπούσε, ενώ και οι οικονομικές παροχές προς τον γιο της Σ. Τ. ήταν επίσης αποτέλεσμα των άριστων σχέσεων μαζί του και της αγάπης του προς αυτόν που έφθανε μέχρι το σημείο να ζητήσει δικαστικά την υιοθεσία του.

Συνεπώς είναι βάσιμη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση που περιλαμβάνεται στο δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, όπως συμπληρώνεται κατά τις άνω αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το μοναδικό άλλωστε κεφάλαιο της. Λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου που έγινε δεκτός, παρέλκει η έρευνα του πρώτου και τρίτου λόγου του αναιρετηρίου. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, βαρύνει τον αναιρεσίβλητο επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 745/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν. Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ σε βάρος του αναιρεσίβλητου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ