Legislator Case Law & Legislation
528/2017 AI generated

528/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 528/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 528 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

528/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 528 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 528 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 528/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 2) Α. συζ. Σ. Μ., κατοίκου ..., 3) Η. Π. του Κ., κατοίκου ... και 4) Μ. χας Κ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κράια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2007 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάστηκε με την από 4-3-2008 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2008 μη οριστική και 245/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2732/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-5-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 13-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159 - 161 ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000). Ο ίδιος λόγος είναι αόριστος (άρθρα 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ), αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 2270/2014). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Συνεπώς, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 (αλλά και από τον αριθμό 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 745 ΚΠολΔ έως την περάτωση και της τελευταίας συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιτρέπεται η προβολή πραγματικών ισχυρισμών, ενώ, κατά το άρθρο 765 του ίδιου Κώδικα, κατά τη δίκη στο εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και, τέλος, κατά το άρθρο 751 του αυτού Κώδικα, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 17 παρ. 9 του ν. 4055/2012 και ήδη με το άρθρο 1 άρθρο έκτο του ν. 4335/ 2015 (που επανέφερε την αρχική διατύπωση), μεταβολή της αίτησης επιτρέπεται με άδεια του δικαστή, εφόσον κατά την κρίση του δεν βλάπτονται συμφέροντα εκείνων που μετέχουν στη δίκη ή τρίτων... Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ' έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα, αλλά και από τα άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ στο μέτρο που επιτρέπουν τη συμπλήρωση, αλλά και τη μεταβολή της αίτησης, με νέα στοιχεία και μετά την (πρώτη) συζήτηση (ΑΠ 2270/2014). Ως μεταβολή της αίτησης νοείται μόνο η μεταβολή του αιτήματος, δηλαδή του ζητούμενου ρυθμιστικού ή διαπιστωτικού μέτρου, και μπορεί να γίνει μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από σχετική άδεια του δικαστηρίου, εφόσον, κατά την κρίση του, δεν βλάπτονται τα συμφέροντα εκείνων που μετέχουν στη δίκη ή τρίτων, κατά τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων 747, 751 και 765 ΚΠολΔ, όχι, όμως, πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζεται και στην εκούσια δικαιοδοσία, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτής που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν ορίζουν κάτι το διαφορετικό (ΑΠ 402/1995). Αντίθετα, η μεταβολή ή η συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αιτήσεως είναι δυνατή και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 765 του ΚΠολΔ, κατ' εξαίρεση εκείνης του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτόν, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη 2732/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, τις προτάσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων (εφεσιβλήτων-αιτούντων) και τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν με αυτές. Ειδικότερα, οι τελευταίοι προέβαλαν τον ουσιώδη, κατά το αναιρεσείον, για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό, και μάλιστα, πρώτη φορά, τότε, για το ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Π. Π. του Ι. έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (αφού νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο 50 και πλέον έτη πριν από το έτος 1976, οπότε το μεταβίβασε, κατά κυριότητα, με το αναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, νόμιμα μεταγεγραμμένο, στον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Κ. Γ. Π.), τον οποίο (ισχυρισμό) και δέχθηκε, μολονότι αυτοί είχαν παραστεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 (και 524 παρ. 1) ΚΠολΔ, πράγμα το οποίο δεν ήταν νόμιμο, δεδομένου ότι η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. ΚΠολΔ, 6 παρ. 3 ν. 2664/1998), στην οποία είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 2, 741, 745 και 759 παρ. 4 ΚΠολΔ. Έτσι, το Εφετείο α) με το να μην κηρύξει απαράδεκτη "την διά της δηλώσεως παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εφεσιβλήτων" και β) με το να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς που προβλήθηκαν απαραδέκτως, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8 εδάφ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος και ως προς τα δύο σκέλη του. Ειδικότερα, ως προς το πρώτο σκέλος του (από τον αριθμό 14), είναι απαράδεκτος, διότι 1) δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο πρότεινε ενώπιον του Εφετείου το απαράδεκτο αυτό, ούτε από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των εφετειακών του προτάσεων προκύπτει ότι προέβαλε τέτοιον ισχυρισμό, όπως απαιτείται, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που, κατά την ορθότερη άποψη, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 64-66/2017, ΑΠ 2270/ 2014) και 2) σε κάθε περίπτωση, δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, αφού η παράσταση του διαδίκου στο Εφετείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του δεν συνεπάγεται ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά την έννοια του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα, αλλά έχει ως μοναδική συνέπεια ο διάδικος αυτός να δικαστεί ερήμην (άρθρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως, στην κρινόμενη περίπτωση, που οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν στο Εφετείο με τον προαναφερόμενο τρόπο (όπως τούτο προκύπτει, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 περ. β' του ΚΠολΔ, από την ίδια την πληττόμενη απόφαση), αυτοί θα δικάζονταν ερήμην, η υπόθεση, όμως, αν ληφθεί υπόψη ότι το αναιρεσείον είχε παραστεί νομότυπα, θα εξεταζόταν κατ' ουσίαν, σύμφωνα με το άρθρο 764 παρ. 2 εδάφ. β' ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του (από τον αριθμό 8α), είναι, επίσης, απαράδεκτος, επειδή στην προκείμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, δεδομένου ότι στην εν λόγω δικαιοδοσία ισχύει το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο, ακόμη και στο δευτεροβάθμιο, ελευθερία να ενεργεί αυτεπαγγέλτως και να συλλέγει το αποδεικτικό υλικό για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, έστω και αν δεν έχουν προταθεί, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ η συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αίτησης είναι δυνατή και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 1047/2014). Τέλος, για την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού, απαιτείται η προσκόμιση από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του, ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας. Διαφορετικά, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1277/2015, ΑΠ 840/2015, ΑΠ 100/2015). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) της 11710/20-5-1976 βεβαίωσης της Διεύθυνσης Γεωργίας του Νομού Σερρών και β) του 2731/21-5-1976 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Δ. Π., με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, όπως, κατά τα λοιπά, εκθέτει, υποπίπτοντας, έτσι, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, πρωτίστως, ως αναπόδεικτος, διότι το αναιρεσείον δεν προσκομίζει τα δύο πιο πάνω έγγραφα. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, 1) σύμφωνα και με όσα προβάλλει το αναιρεσείον, το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς τα έγγραφα αυτά, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση των εγγράφων, επειδή, δήθεν, περιέχουν περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, αλλά απλώς από το περιεχόμενο των εγγράφων, τα οποία σωστά ανέγνωσε, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και 2) όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα εν λόγω έγγραφα που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά το αναιρεσείον, αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επί των γαιών αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες μετά την απελευθέρωσή τους κατ' άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, που είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο και η παραχώρηση τούτων στους ιδιώτες γίνεται με χορήγηση τίτλου (ταπίου), με τον οποίο παρέχεται σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας αλλά διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), ενώ, κατά το άρθρο 78 του ίδιου νόμου "περί γαιών", εάν κάποιος εξουσιάσει και καλλιεργήσει επί δέκα (10) έτη, χωρίς αμφισβήτηση, δημόσιες γαίες, αποκτά δικαίωμα μόνιμης εγκατάστασης και, είτε κατέχει είτε στερείται έγγραφο τίτλο, οι γαίες αυτές δεν θεωρούνται σχολάζουσες αλλά πρέπει να του δοθεί δωρεάν εκ νέου (ταπίο). Αυτός ο τελευταίος τίτλος είναι όχι συστατικός αλλά αποδεικτικός του δικαιώματος. Από την παραπάνω διάταξη αλλά και από το σύνολο των διατάξεων του εν λόγω νόμου και ιδίως εκείνων των άρθρ. 9, 24, 30, 68 και 71 καθίσταται φανερό ότι η διάταξη αυτή του άρθρου 78 εφαρμογή έχει μόνο επί καλλιεργήσιμων γαιών και όχι επί δασών και γενικότερα μη καλλιεργήσιμων γαιών, που εξουσιάζονται μόνο με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου), στο οποίο έπρεπε να αναφέρεται ότι το παραχωρούμενο ήταν δάσος. Από τότε που άρχισε να ισχύει η διάταξη του άρθρου 2 του διατάγματος 2468/1917 της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης, που κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, δηλαδή από τις 20-5-1917, το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μεταβλήθηκε σε δικαίωμα πλήρους και οριστικής κυριότητας των 4/5 εξ αδιαιρέτου, με το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου να παραμένει στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο ν. 2052/1920 επανέλαβε στα άρθρα 49 επ. τις διατάξεις του παραπάνω διατάγματος 2468/1917. Στη συνέχεια, με τα άρθρα 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, παραχωρήθηκε στους ιδιοκτήτες των 4/5 και το υπόλοιπο 1/5 εξ αδιαιρέτου και έτσι αυτοί που είχαν αποκτήσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης έγιναν καθ' ολοκληρίαν κύριοι του ακινήτου αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών. Με τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, το πιο πάνω ακίνητο είναι περαιτέρω δεκτικό χρησικτησίας, αφού οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926, με το οποίο απαγορεύθηκε εφεξής κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων σ' αυτά, απαγόρευση η οποία ισχύει από 11-9-1915 βάσει των δικαιοστασίων που ίσχυσαν από τότε δυνάμει του ν. ΔΞΗ'/1912, δεν έχουν εφαρμογή στο εν λόγω ακίνητο, αφού, κατά νόμο, έπαψε να έχει το χαρακτήρα δημόσιου κτήματος και κατέστη ιδιωτικό. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, στο οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζεται ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), στα οποία υπάγονται τα οικόπεδα, τα σπίτια και γενικά τα οικοδομήματα, τα εργαστήρια και οι αμπελώνες, που βρίσκονται μέσα σε πόλεις, χωριά και κωμοπόλεις, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες (δηλαδή αγρούς, λιβάδια, χειμερινές και θερινές βοσκές, δάση). Τούτο έχει ως συνέπεια να μη συνυπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της οθωμανικής νομοθεσίας για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από το 1914 και εφεξής, οπότε ίσχυσε η ελληνική νομοθεσία στις Νέες Χώρες (άρθρα 1 και 2 του ν. 147/1914). Τα ακίνητα στις Νέες Χώρες, με εξαίρεση εκείνα για τα οποία προβλέπει ο ν. 2074/1920 "περί των εν ταις νέαις χώραις κοινοτικών γαιών", εφόσον δεν ανήκουν ή δεν περιήλθαν σε φυσικά πρόσωπα (μούλκια - τεσσαρούφ), ανήκουν οπωσδήποτε στο Ελληνικό Δημόσιο. Στο τελευταίο περιήλθε η κυριότητά τους, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της Συνθήκης της Λωζάνης που κυρώθηκε με το από 25-8-1923 ν.δ.

Συνεπώς, στα κτήματα αυτά, ως δημόσια, χωρεί μεν έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυσε πριν από τον Αστικό Κώδικα, δηλαδή ύστερα από άσκηση σ' αυτά νομής με καλή πίστη για το χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχός του, αλλά η τριακονταετής νομή, με τα προαναφερόμενα προσόντα, πρέπει να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11 Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ'/1912, των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", δηλαδή σε χρόνο που απέχει ένα μόλις έτος από την ισχύ στις Νέες Χώρες του ελληνικού δικαίου (1914). Με τις διατάξεις αυτές έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία τρίτων σε αυτά (ΑΠ 292/2014, ΑΠ 946/2013, ΑΠ 995/2012, ΑΠ 217/2009, ΑΠ 1122/2008, ΑΠ 439/2005). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996). Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. Λόγος αναίρεσης που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στην ερευνώμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προσάπτει αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε, τελεσίδικα, δεκτή, κατά το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 (όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του), η από 11-10-2007 αίτηση των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε η από 8-1-2010 κύρια παρέμβαση του ίδιου (αναιρεσείοντος), ύστερα από την απόρριψη της από 14-9-2010 έφεσης αυτού, κατά της πρωτόδικης 245/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών που είχε κρίνει ομοίως, αναφορικά με το ζήτημα που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σερρών, ώστε να καταχωριστούν οι αναιρεσίβλητοι ως συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αντί του αναγραφόμενου στα βιβλία αυτά "άγνωστου ιδιοκτήτη". Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε, ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες), τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται λεπτομερώς στο αναιρετήριο, όπως αυτοί παρατέθηκαν και στην αρχή της παρούσας σκέψης, οι οποίοι ρυθμίζουν την κτήση κυριότητας, με έκτακτη χρησικτησία, δασικών εκτάσεων και γενικότερα δημόσιων γαιών στις Νέες Χώρες από πρόσωπο διαφορετικό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά το οθωμανικό αλλά και κατά το ελληνικό δίκαιο μέχρι τις 11-9-1915. Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, κατά τα προεκτιθέμενα, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έστω και ευσύνοπτα, για τα ζητήματα αυτά, χωρίς να αρκούν οι αποσπασματικές και μεμονωμένες παραδοχές της και η παράθεση της έννοιας που το αναιρεσείον αποδίδει στις διατάξεις που, κατά την άποψή του, έπρεπε να εφαρμοστούν. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, έγινε δεκτό, ανέλεγκτα, ότι το επίδικο ακίνητο ήταν, πάντοτε, καλλιεργήσιμος αγρός (που ανήκε σε ιδιώτη) και όχι δάσος (ή δασική έκταση) ή "δημόσια γαία" και γενικά δεν υπάρχει παραδοχή ότι τούτο ανήκε κατά κυριότητα στο Τουρκικό Δημόσιο και, συνακόλουθα, ότι, στη συνέχεια, μετά την απελευθέρωση των Νέων Χωρών, περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, "δικαιώματι πολέμου", ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του αναιρεσείοντος μέχρι τις 11-9-1915, αφού τα περιστατικά αυτά είναι απαραίτητα για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία στην περίπτωση που πρόκειται για δημόσιο κτήμα, δηλαδή για ακίνητο του οποίου το αναιρεσείον έχει γίνει κύριος και όχι όταν πρόκειται για καλλιεργούμενη ιδιωτική ιδιοκτησία (ΑΠ 719/2015, ΑΠ 847/2013, ΑΠ 86/2007, ΑΠ 1788/2005, ΑΠ 325/ 2002, πρβλ. ΑΠ 217/2009), αν ληφθεί υπόψη ότι δεν προβλέπεται στο νόμο γενικό τεκμήριο κυριότητας υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ούτε γενικό - διαδικαστικό προνόμιο αυτού, κατ' εφαρμογή του οποίου, σε περίπτωση αντιδικίας του με ιδιώτη, ο τελευταίος φέρει πάντοτε το βάρος της απόδειξης.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί στηρίζονται και στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο αποτελούσε δάσος (ή δασική έκταση) ή "δημόσια γαία" που ανήκε κατά κυριότητα στο Τουρκικό Δημόσιο και, ακολούθως, στο αναιρεσείον. Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που γίνεται επίκληση ότι "...δεν αποδείχθηκε ότι οι άμεσοι ή απώτεροι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων είχαν αποκτήσει δικαίωμα εξουσίασης και, κατ' επέκταση, δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, με συνεχή υπερδεκαετή καλλιέργειά τους, αρχομένη κατά την τουρκοκρατία που να έχει συμπληρωθεί την 20-5-1917", είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Μαΐου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 159/27-5-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2732/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ