Legislator Case Law & Legislation
528/2012 AI generated

528/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 528/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 528 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 528/2012

Legislator headnote

AI generated

528/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 528 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 528/2012

Keywords

AI generated
discontinuation of benefits tenant rent reduction revocation of pension refusal of benefits termination of lease reduction of maintenance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 528 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 528/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Μιχαήλ Αλεξανδρίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ά. θυγ. Δ. Π. και 2. Α. χήρας Π. Φ., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αικατερίνης Καραμανώλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5728/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2008 του Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 8-3-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, προεχόντων ως εκπροθέσμως ασκηθείσας και άλλως την απόρριψη των δύο (μοναδικών ) λόγων αυτής.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εάν ο αναιρεσίβλητος προτείνει ένσταση περί του εκπροθέσμου της ασκήσεως αναιρέσεως, με τις προτάσεις του, που κατατέθηκαν πριν από είκοσι (20) ημέρες, κατά το άρθρο 570 παρ. ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος οφείλει να την λάβει υπόψη και να αποφανθεί (ΟλΑΠ 412/1981). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις μισθωτικές διαφορές η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως είναι δεκαπέντε (15) ημέρες, εάν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο διαμένει στην Ελλάδα. Εάν, όμως, πρόκειται για το Δημόσιο, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου, το οποίο, κατά την κρατούσα άποψη, ισχύει και μετά την εισαγωγή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, είναι τριάντα (30) ημέρες, σε κάθε περίπτωση, έστω και εάν αυτή ορίζεται μικρότερη, για τους άλλους διαδίκους (όπως με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 652 ΚΠολΔ). Εξάλλου, ενώ, κατά το άρθρο 147 παρ. 7 ΚΠολΔ, το χρονικό διάστημα από 1η έως 31ης Αυγούστου δεν υπολογίζεται, για τις προθεσμίες του άρθρου 564 ΚΠολΔ, εν τούτοις, όταν πρόκειται για το Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου, το οποίο, επίσης εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 108/1971), η προθεσμία αυτή αναστέλλεται σε όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (δηλαδή από 1η Ιουλίου έως 15η Σεπτεμβρίου). Η διάταξη αυτή δεν προσκρούει στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθόσον η προνομιακή αυτή μεταχείριση επεκτάθηκε και στους ιδιώτες διαδίκους, με τη διάταξη του άρθρου 12 Ν 3514/2006, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 11 εδ. α του Κώδικα περί δικών Δημοσίου και με το οποίο ορίζεται ότι "σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων, ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων, ούτε τέλος, για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη υπ' αριθμ. 93241/2009 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιά ..., η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπ' αριθμ. 196/2008 του Εφετείου Πειραιά, επιδόθηκε, με την επιμέλεια των νυν αναιρεσιβλήτων-εναγόντων, στον Υπουργό Οικονομικών, ως νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου, νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την 1-9-2009 η δε κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η ασκηθείσα υπό του τελευταίου, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιά την 12-10-2009, όπως προκύπτει από την κάτωθι αυτής πράξη κατάθεσης του αρμόδιου γραμματέα. Με δεδομένο δε ότι, όπως προαναφέρθηκε, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, ως προς το Δημόσιο, είναι, σε κάθε περίπτωση, τριάντα (30) ημέρες (δηλαδή και όταν πρόκειται για μισθωτικές διαφορές), καθώς και ότι η προθεσμία αυτή αναστέλλεται καθόλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, έπεται ότι η προθεσμία αυτή, ως προς το Δημόσιο, στην προκειμένη περίπτωση, αρχίζει να προσμετράται από 16-9-2009 και συμπληρώνεται την 15-10-2009 και επομένως η κατατεθείσα υπό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, την 12-10-2009 αίτηση αναίρεσης είναι εμπρόθεσμη. Κατά συνέπεια, η ένσταση περί του απαραδέκτου της αίτησης αυτής, ως εκπροθέσμως ασκηθείσας, η οποία προβάλλεται από τις νυν αναιρεσίβλητες, με τις, κατά το άρθρο 570§1 ΚΠολΔ, κατατεθείσες προτάσεις τους είναι απορριπτέα, ως αβάσιμος.

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 (όπως τούτο συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του ΑΝ 1120/1938 και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του ΑΝ 1540/1938), 29 (όπως αντικαταστάθηκε και έλαβε τον αριθμό αυτό με το άρθρο 25 του ΑΝ 1540/1938) και 30 του ΠΔ της 19/1911 1932 "Περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών" που διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 του ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι σε μισθώσεις για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών αποκλείεται η' σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια της σιωπηρής παράτασης της μίσθωσης με τους ίδιους όρους για αόριστο χρόνο. Η παράταση αυτής της σύμβασης είναι δυνατή, για ορισμένο και πάλι χρόνο, με την τήρηση όμως των διατυπώσεων και τη συνδρομή των προϋποθέσεων, τις οποίες τάσσει η διάταξη του άρθρ. 29 του άνω π.δ/τος. Ειδικότερα, απαιτείται: α) δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών (ήδη Νομάρχη), που να έχει κοινοποιηθεί στον εκμισθωτή δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήξη της μίσθωσης, β) πρόταση της Επιτροπής Στεγάσεως, και γ) διενέργεια δύο τουλάχιστον δημοπρασιών για τη μίσθωση άλλου ακινήτου, οι οποίες να απέβησαν άγονες ή το αποτέλεσμά τους να κρίθηκε ασύμφορο. Η χρησιμοποίηση του μισθίου ακινήτου από το Ελληνικό Δημόσιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης κατά νομικό πλάσμα θεωρείται σιωπηρή παράταση για το χρονικό διάστημα της χρησιμοποίησης και το δημόσιο υποχρεούται σε καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, μόνον εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρ. 611 ΑΚ, δηλαδή εφόσον ο εκμισθωτής, παρόλο ότι γνωρίζει ότι το Ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο δεν εναντιώνεται. Ως εναντίωση, κατά την έννοια του νόμου αυτού, νοείται η δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν στέργει στη συνέχιση της μίσθωσης είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους, η οποία, ως μονομερής απευθυντέα δήλωση, για την οποία δεν προβλέπεται συστατικός τύπος, μπορεί να είναι όχι μόνο, ρητή, αλλά και σιωπηρή, αρκεί να προκύπτει η βούληση του εκμισθωτή, ότι δεν δέχεται την εξακολούθηση της μίσθωσης είτε γενικώς είτε με τους ίδιους όρους, γίνεται δε σε οποιοδήποτε αρμόδιο για τη λήψη της όργανο του δημοσίου (ανεξάρτητα από το αν το όργανο αυτό το εκπροσωπεί κατά νόμο), ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνεται ό προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ και η στεγαζόμενη δημόσια υπηρεσία, και δεν είναι απαραίτητο να γίνει αποκλειστικώς προς τον Υπουργό Οικονομικών ή το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθ. 5 και 6 του Διατάγματος της 16-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", προκειμένου για δικόγραφα εισαγωγικά της δίκης. Τέτοια σιωπηρή εναντίωση αποτελεί εκτός από την αγωγή απόδοσης του μισθίου και η δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί μίσθωμα μεγαλύτερο από εκείνο που καταβάλλεται κατά τη σιωπηρή παράταση της μίσθωσης. Αυτό δε για το λόγο ότι, εφόσον ως σιωπηρή παράταση νοείται η εξακολούθηση της μίσθωσης με τους όρους της σύμβασης μίσθωσης που έληξε και ουσιώδης όρος κάθε σύμβασης μίσθωσης πράγματος είναι το ύψος του μισθώματος η αναζήτηάη μεγαλύτερου μισθώματος δεν αποτελεί τίποτε άλλο από εναντίωση στη συνέχιση της μίσθωσης. Αν παρά την εναντϊωση του εκμισθωτή το Ελληνικό Δημόσιο αυθαιρέτως παρακρατεί και χρησιμοποιεί το μίσθιο, ευθύνεται κατά το άρθρο 601 ΑΚ για πλήρη αποζημίωση (ΑΠ 789/2009, ΑΠ 524/2007, ΑΠ 570/2000, ΑΠ 624/2000, ΑΠ 1194/1995, ΑΠ 1062/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετέιο, δικάζον επί της έφεσης, της ασκηθείσας από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο-μισθωτή-νυν αναιρεσείον, κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των εναγόντων-νυν αναιρεσιβλήτων-εκμισθωτών, για καταβολή αποζημίωσης χρήσεως, για την παραμονή του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στο μίσθιο ακίνητο και μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής, κρίσιμα για την τύχη της κρινόμενης αναίρεσης: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. 44/13-11-1995 εγγράφου συμφωνητικού μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου (ενεργούντος δια του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς) και των εναγουσών, μετά από μειοδοτική δημοπρασία, οι τελευταίες εκμίσθωσαν στο εναγόμενο για τη στέγαση των υπηρεσιών του IB' Αστυνομικού Τμήματος και Τμήματος Ασφαλείας Πειραιώς, ένα τριώροφο οίκημα (και ειδικότερα τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο όροφο αυτού), συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας 295 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στον ... και επί της οδού ... αρ. 5, για το χρονικό διάστημα από 12-5-1995 μέχρι 11-5-1998 (ήτοι τριών ετών), αντί μηνιαίου μισθώματος 520.000 δραχμών. Πριν από τη λήξη της μίσθωσης οι ενάγουσες εκμισθώτριες δήλωσαν προφορικώς προς τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, ότι απαιτούν μίσθωμα μεγαλύτερο από εκείνο, που είχε συμφωνηθεί για την προηγούμενη τριετία (των 520.000 δραχμών), για να δεχθούν την παράταση αυτής (μίσθωσης), γεγονός το οποίο άλλωστε ήταν και αναμενόμενο ενόψει της λήξης της επίδικης μίσθωσης και δοθέντος ότι οι διάδικοι με το προηγούμενο από 13-1-1992 καταρτισθέν μεταξύ τους για το ίδιο ακίνητο μισθωτήριο, για το χρονικό διάστημα 1992-1995, είχαν συμφωνήσει και μηνιαίο μίσθωμα 320.000 δραχμών, το οποίο με το επίδικο μισθωτήριο (της 13-11-1995) συμφώνησαν να ορισθεί σε 520.000 δραχμές. Εξετέρου, επειδή ουσιαστικός όρος κάθε σύμβασης μίσθωσης είναι και το ύψος του μισθώματος, η από τις ενάγουσες δήλωση περί αναζήτησης μεγαλύτερου μισθώματος αποτελεί (σιωπηρή) εναντίωση στην παράταση της επίδικης μίσθωσης με τους ίδιους όρους, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν σε μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας. Το εναγόμενο όμως, παρά την εναντίωση αυτή των εναγουσών και παρά το γεγονός ότι η επίδικη μίσθωση έληξε, στις 11-5-1998 (ήτοι τη συμφωνηθείσα ημέρα λήξης της μίσθωσης), χωρίς να λάβει χώρα παράταση αυτής, εξακολούθησε και μετά να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο. Για το λόγο αυτό οι ενάγουσες άσκησαν κατ' αυτού την από 27-11-2000 και με αριθμ. 13010/21-12-2000 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση χρήσης για το ως άνω ακίνητο, για το από 12-5-1998 μέχρι 27-11-2000 (ημέρα σύνταξης της εν λόγω αγωγής) χρονικό διάστημα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6162/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στις ενάγουσες κατ' ισομοιρίαν, ως αποζημίωση χρήσης, το ποσό των 2.440.000 δραχμών, για το προηγούμενο και αιτούμενο δια της αγωγής εκείνης χρονικό διάστημα από 12-5-1998 μέχρι 27- 11-2000. Η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 501/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και συνεπώς υπάρχει ήδη δεδικασμένο για το γεγονός της λύσης της ένδικης μίσθωσης, στις 12-5-1998, που απορρέει από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση (άρθρ. 321 και 322 ΚΠολΔικ). Άρα, δεν απαιτείτο εκ νέου εναντίωση των εναγουσών πριν από τις 28-11-2000, αφού αυτή είχε ήδη γίνει πριν από τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης και το εναγόμενο εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το μίσθιο ακίνητο, χωρίς να συνδέεται με τις ενάγουσες με σύμβαση μίσθωσης". Και υπό τις ως άνω παραδοχές, έκρινε ως βάσιμη την κρινόμενη αγωγή και έκανε δεκτή την έφεση του νυν αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μόνο κατά το λόγο αυτής, που αφορούσε το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης χρήσεως. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθ. 28 και 29 του από 19/19/11/1932 Π. Δ/τος "περί στεγάσεως των Δημοσίων Υπηρεσιών" και 611 ΑΚ, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη ως προς το ζήτημα του νομίμου της εναντίωσης των εναγόντων-εκμισθωτών, για τη συνέχιση της μίσθωσης, με τους ίδιους όρους, η οποία μπορεί να γίνει και προφορικά, προς οποιοδήποτε αρμόδιο όργανο του Δημοσίου και μπορεί να είναι και σιωπηρή, συναγόμενη από δήλωση του εκμισθωτή ότι απαιτεί την καταβολή υψηλοτέρου μισθώματος. Επίσης, απορριπτέος ως αβάσιμος, είναι ο από το άρθ. 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, τον ίδιο ως άνω ασκούντα ουσιώδη επιρροή ισχυρισμό των εναγόντων-εκμισθωτών, ότι εναντιώθηκαν στην παράταση της μίσθωσης, με τους ίδιους όρους, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα. Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22§1 Ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-10-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 196/2008 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ