528/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2003 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δωδεκανήσου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2005 μη οριστική και 264/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4/5/2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated528/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την προσαγωγή της, ως άνω, πράξης αναλογισμού και του συνοδεύοντος αυτή διαγράμματος, τηρείται η, ως άνω, αναγκαία προδικασία, έστω και αν δεν περιέχονται και τα συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ως προς τα οποία το δικαστήριο έχει εξουσία να προβεί σε καθορισμό αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, με βάση τις προσκομιζόμενες ή τασσόμενες και διεξαγόμενες αποδείξεις.
Full text
Απόφαση 528 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 528/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "GRAND HOTEL SUMMER PALACE A.E.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΤΗΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η οποία συγχωνεύτηκε σε αυτήν δι' απορροφήσεως, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Φουφόπουλο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ Δήμου Ροδίων, που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Φραράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2003 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δωδεκανήσου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2005 μη οριστική και 264/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4/5/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 12/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος, κατά το μέρος αυτού από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πέμπτος (από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγοι και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 264/2008 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του αρθ. 17 παρ. 4 εδ. γ' Ν. 2882/2001, προκειμένου περί απαλλοτριώσεων προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων, είναι απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης, γιά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, εάν δεν προσαχθούν, μεταξύ των άλλων, και η πράξη αναλογισμού ή πράξη εφαρμογής. Επομένως, η πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, η οποία συντάσσεται από την αρμόδια Υπηρεσία Πολεοδομίας και εγκρίνεται από το Νομάρχη και με την οποία γίνονται οι τακτοποιήσεις και προσκυρώσεις των ακινήτων και υπολογίζεται η αποζημίωση, είναι αναγκαία προδικασία, για να προχωρήσει ο δικαστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, προκειμένου περί πολεοδομικής απαλλοτρίωσης.
Στην περίπτωση, δηλαδή, της απαλλοτρίωσης, προς εφαρμογή σχεδίου πόλεων, για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης καθορισμού αποζημίωσης, αρκεί η προσαγωγή της πράξης αναλογισμού ή εφαρμογής και το συνοδεύον αυτή διάγραμμα, χωρίς να απαιτείται και η προσαγωγή του, κατά το αρθ. 16 του Ν. 2882/2001, κτηματολογικού πίνακα, δεδομένου ότι τα στοιχεία που αναφέρονται σαυτά, δηλαδή η αποτύπωση του απαλλοτριουμένου ακινήτου και οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες, ενυπάρχουν και αποτυπώνονται στην πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού και στο συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα.
Με την προσαγωγή της, ως άνω, πράξης αναλογισμού και του συνοδεύοντος αυτή διαγράμματος, τηρείται η, ως άνω, αναγκαία προδικασία, έστω και αν δεν περιέχονται και τα συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ως προς τα οποία το δικαστήριο έχει εξουσία να προβεί σε καθορισμό αποζημίωσης, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, με βάση τις προσκομιζόμενες ή τασσόμενες και διεξαγόμενες αποδείξεις.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο, το οποίο, γιά το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης του νυν αναιρεσιβλήτου, Δήμου... (δικαιούχου της αποζημίωσης), γιά καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, αρκέσθηκε στην προσαγωγή της πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού και του σχετικού διαγράμματος, υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη α) από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, γιά παραβίαση των, ως άνω, διατάξεων και β) από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, γιά μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, η συζήτηση της αίτησης αυτής, κατά το μέρος της που αφορούσε τον καθορισμό αποζημίωσης, για τα επικείμενα κτίσματα, ήταν απαράδεκτη, λόγω μη προσκόμισης του κτηματολογικού πίνακα.
Το Εφετείο, δικάζον την αίτηση του νυν αναιρεσιβλήτου (Δήμου ...), δικαιούχου της αποζημίωσης, περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης, γιά απαλλοτριωθείσα έκταση, επιφανείας 1275 τ.μ., της οποίας ο Δήμος αναγνωρίσθηκε κύριος, με την υπ' αριθμ. 138/1981 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου και η οποία προσκυρώθηκε, σε εφαρμογή του σχεδίου πόλεως, σε όμορη ιδιοκτησία της πρώτης των καθών-νυν αναιρεσειουσών, έκρινε, ως προς το, ως άνω, ζήτημα, ότι "Από την προσκομιζόμενη με αριθμό ...
πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης καταργηθείσας δημοτικής οδού λόγω τροποποίησης σχεδίου πόλεως στο Δήμο ... της Δ/νσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος (τμήμα εφαρμογής πολ/κών σχεδίων) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, σε συνδυασμό με το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την πράξη αυτή προκύπτουν με λεπτομέρεια τόσο τα εδαφικά τμήματα της καταργηθείσας δημοτικής οδού που προσκυρώνονται στις αναφερόμενες κτηματολογικές μερίδες των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και αναφέρονται και ως μόνοι υπόχρεοι για αποζημίωση του αιτούντος Δήμου, από τα οποία χάνεται η ιδιοκτησία των τμημάτων αυτών και προσκυρώνονται στην ιδιοκτησία των καθών, ενώ σύμφωνα με τις ανωτέρω νομικές σκέψεις δεν είναι απαραίτητη η αναφορά στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την προαναφερόμενη πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού των συστατικών της συνολικής εδαφικής έκτασης που προσκυρώνεται στην ιδιοκτησία των καθών κατά την έκταση, τον όγκο και το είδος τους, αφού για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης γι' αυτό υποβάλλεται σχετικό αίτημα με την ένδικη αίτηση και το Δικαστήριο έχει την εξουσία να προσδιορίσει τη τιμή μονάδας αποζημίωσης.
Ενόψει όλων αυτών και κατά παραδοχή και του βάσιμου αιτήματος του αιτούντος πρέπει να ανακληθεί, κατ' άρθρο 309 ΚΠολΔ, η με αριθμό 325/2005 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης, εξαιτίας της έλλειψης της προβλεπόμενης από το άρθρο 17 παρ. 4 ν. 2882/2001 προδικασίας, αφού δεν προσκομίζεται κτηματολογικός πίνακας, καθότι αυτός, όπως αναφέρεται παραπάνω, δεν απαιτείται, δεδομένου ότι, πλην των άλλων απαιτούμενων στοιχείων της προδικασίας από το άρθρο αυτό, απαιτείται μόνο η προσαγωγή της πράξης αναλογισμού, η οποία προσκομίστηκε κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης στη δικάσιμο της 8-10-2004 και συνεπώς έχει τηρηθεί η απαραίτητη προδικασία για το παραδεκτό της συζήτησής της".
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ως άνω διατάξεις, και ορθώς έκρινε ως παραδεκτή τη συζήτηση (και την αίτηση) και δεν υπέπεσε στη αποδιδόμενη, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζητήσεως στο δικαστήριο....." .
Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου " Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Πριν καταβληθεί η οριστική ή προσωρινή αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη". Ως καταβλητέα αποζημίωση για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και τη δυνατότητα κατάληψης νοείται η κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 "πλήρης", η οποία πρέπει συνεπώς να περιλαμβάνει και την αξία των κατά το άρθρο 953 ΑΚ συστατικών του ακινήτου, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 3 ΝΔ/τος 797/1971 και αρθ4Ν.2882/2001 (Ολ ΑΠ5/2002).
Με το δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στο δικάσαν Εφετείο η πλημμέλεια, ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αίτηση του νυν αναιρεσιβλήτου, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτού, αφού η απαλλοτρίωση, κατά την άσκηση της αίτησης, είχε ήδη συντελεσθεί με την παρακατάθεση, εκ μέρους των καθων-υποχρέων, νυν αναιρεσειόντων, της προσωρινής αποζημίωσης, της καθορισθείσας από το Μονομελές Πρωτοδικείο.
Το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έκρινε, ως προς το ζήτημα αυτό ότι "η συνολικά καθορισθείσα προσωρινή αποζημίωση ύψους 664.005,87 ευρώ παρακατατέθηκε από τις καθών και υπέρ του αιτούντος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η παρακατάθεση όμως αυτή δεν επέφερε την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την μετάστασης της κυριότητας του προσκυρούμενου εδάφους στις καθών, ώστε να μην νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά η αιτούσα να ασκήσει την ένδικη αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι καθών, αφού για να είναι η αποζημίωση πλήρης και να επιφέρει την μετάσταση της κυριότητας πρέπει αναγκαία να περιλαμβάνει την αξία του κυρίου πράγματος και των συστατικών, γεγονός το οποίο δεν υφίσταται στην κρινόμενη περίπτωση, αφού με την προαναφερόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδού δεν καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδας για τα ανωτέρω κτίσματα που υπάρχουν στην προσκυρωθείσα έκταση".
Η περί του ζητήματος αυτού κρίση του δικάσαντος Εφετείου είναι ορθή, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην, ως άνω, νομική σκέψη και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός (δεύτερος), κατά το από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, μέρος αυτού είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το άλλο μέρος αυτού, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, γιά παράβαση των αρθ. 1103, 1104, 1106 και 904 ΑΚ, εκ του ότι η πρώτη των νυν αναιρεσειουσών-υπόχρεως προς αποζημίωση, η οποία είχε κατασκευάσει, με δικές της δαπάνες τα επικείμενα στην προσκυρωθείσα έκταση κτίσματα, είχε αξίωση πηγάζουσα από τις άνω διατάξεις κατά του δικαιούχου-νυν αναιρεσίβλητου, ισόποση με την αξία των κτισμάτων αυτών και ότι, ως εκ τούτου, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, η παρακατάθεση της αποζημίωσης ήταν πλήρης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι οι, ως άνω, αξιώσεις της αναιρεσείουσας, την οποία αφορά το σκέλος αυτό του λόγου, δεν ασκούν νομική επιρροή, επί του δικαιώματος του νυν αναιρεσιβλήτου-δικαιούχου, γιά καθορισμό οριστικής αποζημίωσης.
Κατά τη διάταξη του αρθ. 20 παρ. 2 εδ.γ του Ν. 2882/2001 "εάν η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξη μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης", ενώ, κατά τη διάταξη του αρθ. 263 εδ. β ΑΚ, εάν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξη μήνες, αφότου αυτή απορρίφθηκε τελεσίδικα, γιά λόγους μη ουσιαστικούς, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Η τελευταία διάταξη του αρθ. 263 ΑΚ, κατά την ορθότερη άποψη εφαρμόζεται αναλογικά και στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία, που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη του αρθ. 20 του Ν. 2882/2001, αφού δεν προσκρούει στη φύση της προθεσμίας αυτής και στον επιδιωκόμενο με τη θέσπισή της σκοπό (ΑΠ 1314/1991). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με το να κρίνει ως εμπρόθεσμη και παραδεκτή την υπό κρίση αίτηση του νυν αναιρεσίβλητου, γιά καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια α) της παραβίασης της διάταξης του αρθ. 263 Α.Κ., διά της εφαρμογής αυτής, παρότι αυτή, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, δεν έχει εφαρμογή στη διαδικασία των απαλλοτριώσεων του Ν. 2882/2001 (αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) και β) της, παρά το νόμο, μη κήρυξης απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης (αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ).
Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε, ότι η υπό κρίση αίτηση: "Είναι εμπρόθεσμη, απορριπτομένης ως αβάσιμης της αντίθετης ένστασης των καθών, εφόσον κατά την διάταξη του άρθρου 263 Α.Κ. που εφαρμόζεται και στην εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 20 παρ. 2 γ ν. 2882/2001, αφού αυτή κατατέθηκε στις 25-11-2003 και επιδόθηκε στις 2-12-2003 εντός δηλ.
της εξάμηνης προθεσμίας από την δημοσίευση στις 5-6-2003 της με αριθμό 155/2003 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας προηγούμενη σχετική αίτηση του προσφεύγοντος Δήμου ...". Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς εφήρμοσε τη διάταξη του αρθ. 263 ΑΚ, η οποία, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι εφαρμοστέα και στην περίπτωση της προθεσμίας του αρθ. 20 του Ν. 2882/2001, γιά την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και δεν υπέπεσε στην, από τους αριθμ. 1 και 14 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Επομένως, ο τρίτος και κατά τα δύο σκέλη αυτού, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος αυτού, από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, ένεκα ανεπαρκούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή γιά τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου ζήτημα, εάν αυτό, ως ευρισκόμενο εντός σχεδίου, ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο ή μη.
Στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς το ζήτημα αυτό, διαλαμβάνεται ότι "ενώ η προσκυρωθείσα εδαφική έκταση βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως δεν προσκομίστηκε κανένα έγγραφο της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, από το οποίο να προκύπτει ποια ήταν η δυνατότητα δόμησης της με βάση τους ισχύοντες στην περιοχή συντελεστές, ενόψει και των εκ διαμέτρου αντιθέτων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων για το ζήτημα περί του εάν αυτή (η εδαφική έκταση) ήταν άρτια και οικοδομήσιμη ή μη".
Υπό τις παραδοχές αυτές, ουδόλως διασαφίζεται ποία είναι η δικανική κατάληξη του δικάσαντος Εφετείου, ως προς το ζήτημα εάν η προσκυρωθείσα εδαφική έκταση είναι ή μη άρτια και οικοδομήσιμη, ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή, γιά τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το, ως άνω, ζήτημα, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και ως εκ τούτου, ο τέταρτος, κατά το μέρος αυτού από το αρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Ο από το αρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Επί του προκειμένου, με τον τελευταίο (πέμπτο) λόγο αναίρεσης, από το αρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό (ένσταση), ο οποίος κατέτεινε στην κατάλυση του ασκηθέντος με την υπό κρίση αίτηση δικαιώματος, και ειδικώτερα ότι δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου ένσταση, ότι το δικαίωμα του αιτούντος, γιά καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, σχετικά με τα επικείμενα στη ρυμοτομηθείσα εδαφική έκταση κτίσματα, ασκείται καταχρηστικά, γιά τους αναφερόμενους σαυτή λόγους.
Από τον έλεγχο, παραδεκτώς, κατ' αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου των ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων των καθων-νυν αναιρεσειουσών προκύπτει, ότι προβάλλεται, κατά τρόπο ορισμένο και σαφή, ότι το δικαίωμα του αιτούντος γιά καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, αναφορικά με τα κτίσματα, ασκείται καταχρηστικά και ότι η κατάχρηση συνίσταται στο ότι τα ευρισκόμενα επί της προσκυρωθείσας εδαφικής λωρίδας κτίσματα, τα οποία αποτελούν τμήμα του πολυτελούς ξενοδοχειακού κτιριακού συγκροτήματος ("GRAND HOTEL") της πρώτης των καθων, στην επιχείρηση της οποίας συμμετέχει, ως κύριος μέτοχος, η δευτέρα εξ αυτών, ανεγέρθηκαν με δαπάνες της καθού εταιρείας, ενώ ο αιτών-δικαιούχος της αποζημίωσης-κύριος του οικοπέδου (Δήμου ...) ουδέν ποσόν έχει δαπανήσει γιά τα κτίσματα αυτά, ότι η καθυστέρηση δηλαδή η παρέλευση χρόνου πέραν της 25 ετίας (για την άσκηση της υπό κρίση αίτησης, έχει ως κατάληξη, εάν οι καθών θελήσουν να ασκήσουν δικαίωμα αποζημίωσής τους, κατά του αιτούντος, σε περίπτωση αποβολής τους από αυτά, το δικαίωμα αυτό θα έχει ήδη υποπέσει σε παραγραφή, δεδομένου ότι τα κτίσματα αυτά έχουν κατασκευασθεί κατά τα έτη 1966 και 1967, καθώς και ότι, παρότι αυτά κατασκευάζονταν υπό τα όμματα των αρμοδίων οργάνων του αιτούντος (Δήμου ...), ο οποίος ηδύνατο από τότε να ασκήσει το δικαίωμά του, (γιά καθορισμό αποζημίωσης, αναφορικά με τα κτίσματα), οπότε η αξία τους ήταν κατά πολύ κατώτερη δεν το έπραξε, ούτε έστω μετά την αναγνώριση, τελεσιδίκως, της κυριότητας αυτού επί της εδαφικής αυτής έκτασης, με την υπ' αριθμ. 138/1981 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που έστω από τότε ηδύνατο να αξιώσει ό,τι ζητά σήμερα (με την υπό κρίση αίτηση), δηλαδή μετά πάροδο τριακονταετίας, που η αξία τους είναι πολύ αυξημένη και μάλιστα γιά κτίσματα, για την ανέγερση των οποίων ο ίδιος (ο αιτών) ουδέν ποσόν έχει δαπανήσει.
Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχεται, ότι: σε όλη την προσκυρωθείσα εδαφική έκταση έχουν οικοδομηθεί κτίσματα, τα οποία αποτελούν τμήματα του ξενοδοχείου GRAND HOTEL τα οποία είναι τα ακόλουθα: α) Ισόγειο και υπόγειο ορόφους που βρίσκονται στην βόρεια πλευρά του προσκυρούμενου εδάφους και αποτελούνται από χώρους 275 τ.μ.
ο κάθε όροφος, οι οποίοι από την κατασκευή τους χρησιμοποιούντο ο μεν υπόγειος χώρος για τη λειτουργία του νυκτερινού κέντρου πολυτελείας ..., ο δε ισόγειος χώρος για τη λειτουργία του πολυτελούς Bar του ανωτέρου ξενοδοχείου, που αποτέλεσε και χώρο αναψυχής των ενοίκων του, β) Ισόγειο και υπόγειο ορόφους έκτασης 90 τ.μ.
ο καθένας, που αποτελούν από την κατασκευή τους και έπειτα καταστήματα του ξενοδοχείου και βρίσκονται στο μέσο περίπου της προσκυρούμενης έκτασης και γ) Υπόγειο έκτασης 248,5 τ.μ. ισόγειο ίσου εμβαδού και πέντε όροφοι εμβαδού 248,5 τ.μ. ο καθένας, που αποτελούν από την κατασκευή τους και έπειτα διαδρόμους του ξενοδοχείου και οι πάνω από το ισόγειο όροφοι τα δωμάτια του ενώ ήδη στον ισόγειο χώρο έχει δημιουργηθεί από ετών ο πολυτελής χώρος του ξενοδοχείου και τα γραφεία διοίκησης και διαχείρισης του.
Τα ανωτέρω αναφερόμενα κτίσματα, η ύπαρξη και η έκταση των οποίων δεν αμφισβητείται από τις καθών, άρχισαν να οικοδομούνται τμηματικά από τα έτη 1966-1967 και μετέπειτα και αποτέλεσαν από τότε οργανικά τμήματα του ξενοδοχείου των καθών GRAND HOTEL, το οποίο λειτουργεί πλέον των 40 ετών στην πόλη της ... και είναι ένα από τα καλλίτερα ξενοδοχεία της.
Πλην, όμως, το δικάσαν Εφετείο ουδόλως έχει λάβει υπόψη την, ως άνω, προβληθείσα ένσταση των καθών, την οποία ουδόλως έχει ερευνήσει, ούτε έχει αποφανθεί επί της ένστασης αυτής, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος γιά καθορισμό της αποζημίωσης, η οποία είναι προπαρασκευαστική της άσκησης της αξίωσης γιά καταβολή της αποζημίωσης, γιά το απαλλοτριωθέν ακίνητο και γιά την άσκηση της οποίας δεν έχει έννομο συμφέρον ο νυν αναιρεσίβλητος Δήμος ..., εάν αποδειχθεί η βασιμότητα της ως άνω ένστασης.
Επομένως, το δικάσαν Εφετείο, μη λαβόν υπόψη τον ως άνω ασκούντα ουσιώδη επιρροή ισχυρισμό-ένσταση, υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και κατά συνέπεια, ο τελευταίος λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά το κεφάλαιο α) του καθορισμού της αποζημίωσης για την εδαφική λωρίδα και β) της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καθορισμού αποζημίωσης, για τα κτίσματα, τα επικείμενα στην προσκυρωθείσα εδαφική λωρίδα, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), συντιθέμενο από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 264/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ