528/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Legislator headnote
AI generated528/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, ορίζει: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση... 4.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 528 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 528/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χορομίδη, που ανακάλεσε την από 2/1/2009 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Πανταζή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δήμου Νιγρίτας, που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 2306/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/1/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 5/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 7248/5-3-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών ..., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο Νιγρίτας. Όμως, αυτός, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)
ΙΙ. Το άρθρο 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, ορίζει: 1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση... 4.
Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια... Νόμος μπορεί να προβλέπει την εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94, για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, καθώς και την κατά προτεραιότητα διεξαγωγή των σχετικών δικών. Εκτελεστικός Νόμος της διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 17 του Συντάγματος μέχρι σήμερα δεν εκδόθηκε, με συνέπεια οι σχετικές με τις απαλλοτριώσεις διαφορές να δικάζονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του Κ.Α.Α.Α., του Κ.Πολ.Δ.
και του Κ.Δ.Δ. αναλόγως της φύσεως της διαφοράς. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 2994/2001 (Α' 8-10-2001) ορίζονται τα εξής: 1. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (ΦΕΚ 268 Α'), όπως αντικαταστάθηκαν από την παράγραφο 1 του άρθρου 29 του ν. 2721/1999 (ΦΕΚ 112 Α'), αντικαθίστανται ως εξής: 1. Στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού Εφετείου υπάγεται η εκδίκαση των αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών διοικητικών αρχών που αφορούν α')....
στ) την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρούμενων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών". Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 21.12.2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 288), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 (Α' 30/21.2.2002) και σύμφωνα με το άρθρο 3 αυτής ισχύει από 1.1. 2002, ορίστηκε ότι "Αρμόδιο να αποφαίνεται ανεκκλήτως και με την ίδια διαδικασία για διαφορές από ατομικές πράξεις διοικητικών αρχών, οι οποίες αφορούν την ανάκληση μη συντελεσμένων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και την άρση διατηρουμένων επί μακρόν ρυμοτομικών βαρών, είναι το δικαστήριο του άρθρου 11 παράγραφος 4 του ΚΑΑΑ.
Η περίπτωση στ' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 702/1977 (ΦΕΚ 268 Α'), όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 2944/2001 (ΦΕΚ 222 Α1) καταργείται", και στο άρθρο 3 (τελικές διατάξεις) παρ. 1 ότι "Η ισχύς του άρθρου 1... αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2002". Περαιτέρω ο ν. 2882/2001 (ΦΕΚ 17), που κύρωσε τον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), στο άρθρο 11 "Ανάκληση και άρση μη συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης" ορίζει ότι "1.
Η αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση δύναται με απόφαση της να την ανακαλέσει, ολικώς ή μερικώς, πριν συντελεσθεί, τηρώντας τη διαδικασία που ορίζεται από το άρθρο 1 για την κήρυξη αυτής 2.. 3... 4. Εάν περάσουν άπρακτες οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους 2 και 3 προθεσμίες ή εκδοθεί πράξη αρνητική, κάθε ενδιαφερόμενος δύναται να ζητήσει από το τριμελές διοικητικό πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωμένο ακίνητο, την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία να ακυρώνεται η προσβληθείσα πράξη ή παράλειψη και να βεβαιώνεται η αυτοδίκαιη ή υποχρεωτικώς επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης.
Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται διαδικασία που ορίζεται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), πλην του άρθρου 66 αυτού...". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι από 1.1.2002 οι διαφορές που αφορούν την άρση ρυμοτομικών βαρών είναι ουσιαστικές διαφορές και εκδικάζονται από το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ρυμοτομούμενο ακίνητο.
Επίσης, αγωγή ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 105, 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και έχουσα ως αντικείμενο αποζημίωση λόγω παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων της Διοικήσεως κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 13/1992).
Εξάλλου, η ρυμοτομική απαλλοτρίωση με το καθεστώς του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων, κωμών κλπ" (άρθρο 2 παρ. 1° και άρθρα 32 έως 34 του ως άνω ν.δ., όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, άρθρο 2 παρ. 1, 2 και 4 και άρθρο 6 παρ. 1 έως 3 του ν. 5269/1931 του κατ' εξουσιοδότηση του ν. 5269/1931 εκδοθέντος β.δ. 7/13 Μαΐου 1936 περί εκτελέσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του ν. 5269/1931), κηρύσσεται με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ (τεύχος Δ' Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων) του σχετικού προεδρικού (παλαιότερα βασιλικού) διατάγματος έγκρισης ή τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και όχι από την Πρ.
Τακ. Αν Α (άρθρα 42 επ. ν.δ. 1923), η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας συντέλεσης της απαλλοτρίωσης των ρυμοτομούμενων, αλλά και των προσκυρούμενων τμημάτων και δεν δημοσιεύεται στο ΦΕΚ. Επίσης, στις απαλλοτριώσεις για την εφαρμογή εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, για την έναρξη της δίκης καθορισμού της αποζημίωσης, αλλά και της αναγνώρισης δικαιούχων, είναι αναγκαία η "προδικασία" σύμφωνα με τα άρθρα 277, 278, 279, 300, 301 Κ.Β.Π.Ν. (άρθρα 32-34, 42- 44 ν.δ. 17.7/16.8.1923).
Συγκεκριμένα, απαιτείται η σύνταξη της πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, η οποία, αφού κυρωθεί από το Νομάρχη (παλαιότερα από τον Υπουργό), αποτελεί προϋπόθεση κίνησης της δίκης. Πριν από τη σύνταξη της Πρ. Τακ. Αν Α, η προσφυγή για τον καθορισμό της αποζημίωσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη για έλλειψη προδικασίας.
Περαιτέρω, από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, με το οποίο ορίζεται, ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, προκύπτει, ότι η εφαρμογή κάθε μέτρου που συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα του φυσικού ή νομικού προσώπου για σεβασμό της περιουσίας του, οφείλει να γίνεται με την τήρηση "δίκαιης και εύλογης ισορροπίας", μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον παραπάνω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Έτσι, οι δυσμενείς για τον καθού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας και υπό την έποψη αυτή κρίθηκε ανίσχυρη, ως προσκρούουσα, τόσο στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, όσο και στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (ήδη άρθρο 20 του Ν. 2882/2001) ρύθμιση, του περιορισμού της αρμοδιότητας του Εφετείου στη δίκη για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης (Ολ.
ΑΠ 10/2004, 11/2004). Επομένως, το Εφετείο, κατά την εκδίκαση αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριούμενου ακινήτου, είναι, επιπλέον, αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως, πέραν από τον εν λόγω καθορισμό της αποζημίωσης: α) την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής, β) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη, που αποκτά μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε διανοιγόμενη οδό, και γ) το αίτημα περί ορισμού της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης (Ολ.
ΑΠ 10/2004 και 11/2004). Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση των περισσότερων αυτών θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό, σύμφωνα με τα οριζόμενα στους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες και δεν θα υπάρχει δέσμευση από τις δικονομικές διατάξεις που ισχύουν για το κράτος μέλος.
Και τούτο διότι το ΕΔΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνον ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου παρέχεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήρια άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", στην οποία οφείλει το δικαστήριο να αποφανθεί, διαφορετικά ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, είναι κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της και αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.
Κατά την αληθινή έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτή λόγου αναιρέσεως απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει, όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό.
Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη)/ δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθύλη αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, κατά δε τη διάταξη του αριθμού 14 του ιδίου άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28-9-2006 (αριθ. εκθ. κατ. 3640/2006) αίτηση, που επιτρεπτώς επισκοπεί το δικαστήριο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) εκτίθεται ότι, δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Χρυσαποστούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νιγρίτας, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων κατέστη αποκλειστικός κύριος του λεπτομερώς περιγραφόμενου στο δικόγραφο κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, εμβαδού 1.950 τ.μ.
κείμενου στην κτηματική περιοχή της πόλεως .... Ότι σύμφωνα με το από 6 Αυγούστου 1940 Β.Δ/τος (ΦΕΚ 248Α/13-8-1 940) εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης ..., το εν λόγω ακίνητο βρισκόταν μέσα στο ρυμοτομικό σχέδιο και στο Ο.Π. 214α, χαρακτηρισμένο ως κοινόχρηστο πάρκο, και κατά την αναθεώρηση και επέκταση του σχεδίου της ως άνω πόλης διατηρήθηκε στο αναθεωρημένο σχέδιο και πάλι ως κοινόχρηστο πάρκο και συμπεριλήφθηκε στο υπ' αριθ. 263 Ο.Π., γεγονός που βεβαιώνεται και από τον δεύτερο των καθών Δήμο.
Ότι, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 60 ετών δεν έγινε καμία ενέργεια για τη τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και αποχαρακτηρισμό του κοινόχρηστου χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου. Ότι, η για το ως άνω χρονικό διάστημα δέσμευση της ιδιοκτησίας του αιτούντος με το ως άνω νομικό και οικονομικό βάρος, που διατηρήθηκε για χρόνο πολύ πέραν του εύλογου προσκρούει στο άρθρο 7 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.
Ότι, ο αιτών άσκησε την από 22-5-2006 αίτηση προς τις αρμόδιες αρχές με αίτημα την ανάκληση της ένδικης απαλλοτρίωσης και η οποία επιδόθηκε στους καθ'ων στη 1-6-2006, πλην όμως εντός της τασσόμενης τρίμηνης προθεσμίας, δεν απάντησαν και κατά συνέπεια απορρίφθηκε σιωπηρώς. Ότι ενόψει τούτου πρέπει με απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, να διαπιστωθεί η υποχρέωση ανάκλησης της μη συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας του.
Ότι, η μη ανάκληση της απαλλοτριώσεως οφείλεται σε συνυπαιτιότητα των καθών η αίτηση, οι οποίοΙ έχουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρο υποχρέωση προς αποζημίωση του αιτούντος. Ότι, από το έτος 1977 υπήρχε πρόθεση αξιοποιήσεως του ακινήτου με την ανέγερση σ' αυτό πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ότι από την παράνομη στέρηση της εκμετάλλευσης του επιδίκου ακινήτου, η απώλεια εσόδων του αιτούντος ανέρχεται κατ' έτος σε 30.000 Ευρώ, και κατά τη διάρκεια των 66 ετών ανήλθε στο ποσό των 1.980.000 Ευρώ. Ότι οι καθών έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στον αιτούντα αποζημίωση προς αποκατάσταση της ως άνω ζημίας, περιορίζοντας αυτήν στο ποσό των 500.000 Ευρώ.
Ότι, σε περίπτωση που δεν βεβαιωθεί η υποχρέωση των καθών προς ανάκληση της μη συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτριώσεως του επιδίκου ακινήτου, πρέπει να καθορισθεί η τιμή μονάδας αποζημιώσεως με υπόχρεο της αποζημίωσης τον δεύτερο των καθ'ων Δήμο. Ότι, είναι δυνατός ο καθαρισμός της αποζημιώσεως καθόσον η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί νόμιμα και δεν απαιτείται ιδιαίτερη πράξη για την κήρυξη της, εκτός από τις αποφάσεις που το κηρύσσουν το πάρκο ως τμήμα του κοινόχρηστου χώρου.
Ότι η οριστική τιμή μονάδος πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 120 Ευρώ ανά τ.μ. Ότι ο αιτών πρέπει να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημιώσεως, καθόσον είναι αποκλειστικός κύριος δυνάμει του ως άνω συμβολαίου. Ότι ο αιτών από την ως άνω κακόπιστη συμπεριφορά του πρώτου των καθών Ελληνικού Δημοσίου έχει υποστεί ηθική βλάβη λόγω της δέσμευσης του επιδίκου ακινήτου και της μη εκμετάλλευσης του επί το ως άνω χρονικό διάστημα με συνέπεια τη ψυχική του ταλαιπωρία.
Με αυτό το ιστορικό διώκεται α) να βεβαιωθεί η ανάκληση της ένδικης απαλλοτρίωσης του επιδίκου ακινήτου, που ανήκει στην ιδιοκτησία του αιτούντος και να υποχρεωθεί η Διοίκηση στην τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, β) άλλως και επικουρικά να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδας στο ποσό των 120 Ευρώ ανά τ.μ., με υπόχρεο αποζημίωσης τον καθ'ου Δήμο, γ) να αναγνωρισθεί ο αιτών δικαιούχο της οριστικής αποζημίωσης, δ) να υποχρεωθεί ο καθ'ου Δήμος στην καταβολή της οριστικής αποζημιώσεως, με το νόμιμο τόκο από την άσκηση της αιτήσεως άλλως από την έκδοση της αποφάσεως μέχρι την εξόφληση, δ) να υποχρεωθούν οι καθών αλληλεγγύως και σε ολόκληρο ο καθένας να καταβάλουν στον αιτούντα ως αποζημίωση για τη στέρηση της Χρήσης και κάρπωσης της ιδιοκτησίας του, το ποσό των 500.000 Ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 60.000 Ευρώ.
Κρίνοντας την ως άνω αίτηση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Η ένδικη αίτηση με το ως άνω περιεχόμενο της κυρίας βάσης της και τα θεμελιούμενα σ' αυτή αιτήματα της, έχει ως αντικείμενο α) την βεβαίωση της ανάκλησης της ένδικης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης του επιδίκου ακινήτου που ανήκει στην ιδιοκτησία του αιτούντος και να υποχρεωθεί η Διοίκηση στην τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, στο οποίο εμπεριέχεται το αίτημα να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις άρσεως από την Διοίκηση της απαλλοτριώσεως, λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου από την επιβολή της, και β) την αποζημίωση του αιτούντος για τη ζημία που υπέστη λόγω παρανόμων πράξεων των οργάνων της Διοικήσεως, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εν λόγω παράνομη συμπεριφορά τούτων.
Όμως, για την εκδίκαση των ως άνω αιτημάτων δεν έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια και κατά συνέπεια το Εφετείο τούτο, αλλά τα Διοικητικά Δικαστήρια και δη το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, και επομένως πρέπει να απορριφθούν τα ανωτέρω αιτήματα, ως απαράδεκτα, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων.
Επίσης, και τα θεμελιούμενα στο προαναφερόμενο περιεχόμενο της ένδικης αίτησης επικουρικά αιτήματα της, περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, και αναγνωρίσεως του αιτούντος ως δικαιούχου της αποζημιώσεως, είναι μη νόμιμα και πρέπει να απορριφθούν. Τούτο διότι, κατά ρητώς μνημονευόμενα στο υπό κρίση δικόγραφο, μετά την έκδοση του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης της Νιγρίτας και του αναθεωρημένου σχεδίου αυτής, με τα οποία, κατά τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως, το επίδικο ακίνητο του αιτούντος, χαρακτηρίσθηκε ως κοινόχρηστο πάρκο δεν έγινε καμιά ενέργεια για τη συντέλεση της εν λόγω ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως και τη διαδικασία καθορισμού της οφειλόμενης στον αιτούντα αποζημιώσεως.
Δηλαδή, δεν κινήθηκε η νόμιμη διαδικασία, συνισταμένη, στην έκδοση της πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, στην κύρωση αυτής με απόφαση του Νομάρχη, στο αμετάκλητο αυτής και στην συνέχεια στην μεταγραφή της στο οικείο Υποθηκοφυλακείο, ώστε, η πράξη εφαρμογής να γίνει οριστική και αμετάκλητη, οπότε να γεννηθεί και το δικαίωμα του αιτούντος να ζητήσει, αφενός μεν τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος λόγω ρυμοτομίας επιδίκου ακινήτου του, έναντι του δευτέρου των καθών Δήμου καθώς και των τυχόν υπόχρεων ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών και, αφετέρου, την αναγνώριση του ως δικαιούχου της αποζημιώσεως.
Συνακόλουθα τούτων, τα εν λόγω αιτήματα είναι μη νόμιμα και απορριπτέα, καθόσον κατά τα διαλαμβανόμενα στο υπό κρίση δικόγραφο, ο αιτών δεν έχει δικαίωμα προς άσκηση τούτων. Κατά συνέπεια και το αίτημα περί καταβολής της οριστικής αποζημιώσεως με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, άλλως από την έκδοση της αποφάσεως μέχρι την εξόφληση, προεχόντως είναι μη νόμιμο, δεδομένου ότι, δικαιούται να αξιώσει τούτο, από τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης με την οποία καθορίζεται η οφειλόμενη αποζημίωση, προϋπόθεση όμως που κατά τα προειρημένα, δεν υφίσταται στη υπό κρίση περίπτωση.
Και ναι μεν, το αίτημα τούτο δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ'ύλην λόγω ποσού δικαστήριο, πλην όμως ενόψει του ότι, η απαίτηση αυτή δεν είναι γεννημένη και απαιτητή κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως και συζητήσεως της, εφόσον εν προκειμένω, όχι μόνον δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως και αναγνώρισης του αιτούντος ως δικαιούχου, αλλά, κατά τα προδιαληφθέντα, τα εν λόγω αιτήματα απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα αυτό ως μη νόμιμο από το παρόν Δικαστήριο, για την οικονομία της δίκης και αποφυγή της άσκοπης παραπομπής του εν λόγω μη νομίμου αιτήματος προς εκδίκαση του, κατά την τακτική διαδικασία από το καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο.
Συνεπώς, πρέπει και η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της, για τους ως άνω λόγους και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αιτών στη δικαστική δαπάνη των καθ' ων η αίτηση...". Ο αναιρεσείων με τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι; το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, υπέπεσε στις νομικές πλημμέλειες από το εδάφιο 1, 5 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, απορρίπτοντας στο σύνολο της την αίτηση του, ερμήνευσε ψευδώς και εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 17 § § 1, 2, 25 § 1 του Συντάγματος, 6 § 1 της ΕΣΔΑ, 1 § 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως καθόσον αφορούν την πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά το μέρος που ψέγεται με αυτούς το Εφετείο για την απόρριψη ως απαραδέκτων, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, των αιτημάτων του αναιρεσείοντος, με τα οποία επιδιώκει: α) τη βεβαίωση της ανάκλησης της ένδικης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και να υποχρεωθεί η Διοίκηση στην τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, ενόψει του ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις άρσεως από τη Διοίκηση της απαλλοτριώσεως, λόγω παρόδου ευλόγου χρόνου και β) την επιδίκαση σ'αυτόν αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη λόγω παρανόμων πράξεων των οργάνων της Διοικήσεως, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, στα πλαίσια της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, καθώς και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εν λόγω παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της Διοικήσεως.
Και τούτο, γιατί, με βάση τα όσα εκτέθηκαν στην αρχή, δικαιοδοσία για την εκδίκαση των ως άνω αιτημάτων έχουν τα διοικητικά δικαστήρια και όχι τα πολιτικά δικαστήρια και, ειδικότερα, το εφετείο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έκρινε τα πιο πάνω αιτήματα επί της ουσίας και, ως εκ τούτου, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προεκτέθηκαν και δεν θεμελιώνεται έτσι η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναφορικά με την απόρριψη των επικουρικών αιτημάτων περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης, αναγνώρισης του αναιρεσείοντος αιτούντος ως δικαιούχου και καταβολής σ' αυτόν νομιμοτόκως της εν λόγω αποζημίωσης, είναι απορριπτέος αφού, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, τα ανωτέρω αιτήματα είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα για έλλειψη προδικασίας (σύνταξη πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού από την αρμόδια πολεοδομική Υπηρεσία και κύρωση αυτής από το Νομάρχη), η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη της δίκης καθορισμού αποζημίωσης, αλλά και της αναγνώρισης δικαιούχων, το δε Εφετείο που τα απέρριψε έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, ήτοι ως μη νόμιμα δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό πλημμέλεια (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) Επίσης, οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος που προβάλλονται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από το εδάφιο 5 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε αναληθή προϋπόθεση αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έκρινε εαυτό αναρμόδιο, αλλά απέρριψε τα μεν κύρια αιτήματα για έλλειψη δικαιοδοσίας, τα δε επικουρικά αιτήματα για έλλειψη προδικασίας.
Τέλος, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τάχα το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα του αναιρεσείοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει παντελής σιωπή του Εφετείου, αλλά αντίθετα στο αιτιολογικό αναφέρεται ρητά ότι το εν λόγω αίτημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της 2306/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου που παραστάθηκε, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ