528/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-10-2001 και 12-10-2001 αντίθετες αγωγές των ήδη 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτων και αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας και συνεκδικάθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2004 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated528/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη α)υπαιτιότητας, στην οποία εμπεριέχεται και η αμέλεια, β)συντρέχοντος πταίσματος και γ)αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας.
Full text
Απόφαση 528 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 528/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. χήρας Α. Π., το γένος Ι. Ρ., 2. Α. Π. του Α., 3. Β. Π. του Α., κατοίκων ..., 4. Β. χήρας Π. Π., το γένος Τ., κατοίκου ... και 5. Ι. Π. του Α., κατοίκου .... Οι 1η, 2ος, 3η και 5ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Πουλαντζά και η 4η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Π. του Κ., 2. Κ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Κασιούμη και 3. ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων ζημιών, με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.Ζ.", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Τζαννετάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-10-2001 και 12-10-2001 αντίθετες αγωγές των ήδη 1ου και 2ου αναιρεσιβλήτων και αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αμφισσας και συνεκδικάθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2004 οριστική του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Φεβρουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττει την 43/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, κατά τα λοιπά δε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως έννομη συνέπεια την απόρριψη ως απαράδεκτης της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσβάλλει την απόφαση του δικαστηρίου εκείνου στη γραμματεία του οποίου δεν έχει κατατεθεί το αναιρετήριο.
Εξάλλου, από το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι, αν η έφεση γίνει τυπικώς δεκτή και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, δεκτική προσβολής με αναίρεση είναι μόνο η εφετειακή απόφαση, με την οποία περατώνεται οριστικώς η δίκη (Ολ. ΑΠ 40/1996). Από την επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία συμπροσβάλλονται η 109/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας και η ενώπιον αυτού εκκληθείσα 43/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, έχει κατατεθεί στη γραμματεία του άνω εφετείου με αριθμό σχετικής εκθέσεως 2/2005, χωρίς όμως να αποδεικνύεται κατάθεσή της και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Προκύπτει ακόμη ότι το άνω εφετείο, δικάζοντας επί αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, δέχθηκε αμφότερες τις εφέσεις και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση, είναι απαράδεκτη, αφενός γιατί δεν έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοδικείου και αφετέρου γιατί η εν λόγω απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση.
ΙΙ.- Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμη βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Έτσι, επί αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση ελέγχεται με τον αναιρετικό αυτόν λόγο η αξιολογική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη α)υπαιτιότητας, στην οποία εμπεριέχεται και η αμέλεια, β)συντρέχοντος πταίσματος και γ)αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας.
Και τούτο, διότι πρόκειται για αόριστες νομικές έννοιες που συνιστούν προϋποθέσεις γενέσεως της εν λόγω ευθύνης, δηλαδή στοιχεία του πραγματικού των εφαρμοζόμενων στην περίπτωση αυτή κανόνων δικαίου. Η εξειδίκευση των αόριστων τούτων νομικών εννοιών γίνεται μέσω των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την οποία εξομοιώνονται εν προκειμένω οι κανόνες της τυπικής λογικής.
Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς τα διδάγματα αυτά επιτρέπεται μόνο όταν η έλλειψη εντοπίζεται στην εξειδίκευση των ως άνω αόριστων νομικών εννοιών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η σύγκρουση του οδηγούμενου από την πρώτη των αναιρεσειόντων ... ΙΧΕ αυτοκινήτου με το οδηγούμενο από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και ασφαλισμένο στην τρίτη από αυτούς ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες. Τη 19-5-2001 και ώρα 16.20' στο 23ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Διστόμου-Ιτέας, αποτελούμενης από δύο ρεύματα κυκλοφορίας με μία λωρίδα πλάτους 3,25 μέτρων το καθένα, η πρώτη των αναιρεσειόντων, κινούμενη με το ανωτέρω αυτοκίνητο προς την Ιτέα και μη καταβάλλοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, επεχείρησε ανεπιτρέπτως υπέρβαση προπορευόμενου αυτοκινήτου, χωρίς προηγουμένως να διαπιστώσει αν μπορούσε να το πράξει ακινδύνως, και έτσι, παραβιάζοντας την υπάρχουσα στο οδόστρωμα διπλή διαχωριστική γραμμή, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός της και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, παρεμβληθείσα στην πορεία του κανονικώς επί αυτού κινούμενου με το ως άνω αυτοκίνητο πρώτου των αναιρεσιβλήτων, με συνέπεια, εντός του ρεύματος αυτού και σε απόσταση 1,20 μέτρων από τη διπλή διαχωριστική γραμμή, να συγκρουσθεί το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου της με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του άλλου αυτοκινήτου, εξαιτίας δε της συγκρούσεως αυτής τραυματίστηκε θανασίμως ο επιβαίνων του αυτοκινήτου της στη θέση του συνοδηγού Α.
Π. (σύζυγός της), υπέστησαν σωματικές κακώσεις αμφότεροι οι οδηγοί και καταστράφηκε το αυτοκίνητο του πρώτου των αναιρεσιβλήτων. Δέχθηκε ακόμη το εφετείο ότι, ενόψει της ως άνω συμπεριφοράς της πρώτης των αναιρεσειόντων, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, που εκινείτο με ταχύτητα 80-90 χιλιομέτρων ωριαίως, δεν θα μπορούσε να αποτρέψει τη σύγκρουση, ακόμη και αν η ταχύτητά του ήταν μικρότερη.
Κατόπιν αυτών το εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτια για το ατύχημα υπήρξε η πρώτη των αναιρεσειόντων, ακολούθως δε απέρριψε την από 12-10-2001 αγωγή των αναιρεσειόντων και δέχθηκε εν μέρει την από 9-10-2001 αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Με τις παραδοχές του αυτές το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της υπάρξεως ή μη συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην επέλευση του ατυχήματος και ιδίως στην έκταση των συνεπειών του, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 300 παρ.
ι' α', 330 εδ. β' και 914 ΑΚ. Και τούτο, γιατί παρέλειψε να εκθέσει αν ο εν λόγω αναιρεσίβλητος έλαβε ή όχι ή αν δεν μπορούσε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να αποτρέψει το ατύχημα και κυρίως τη σφοδρότητα της συγκρούσεως, εξαιτίας της οποίας θανατώθηκε ο Α. Π. και τραυματίσθησαν αμφότεροι οι οδηγοί. Ειδικότερα, ενώ βεβαιώνει ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων εκινείτο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας προς το Δίστομο με ταχύτητα 80-90 χιλιομέτρων ωριαίως, παραλείπει να αναφέρει αν εκτέλεσε ή δεν μπορούσε να εκτελέσει τους κατάλληλους αποφευκτικούς χειρισμούς, ήτοι να μειώσει την ταχύτητά του ή και, ενόψει της παρεμβολής του άλλου αυτοκινήτου στην πορεία του, να διακόψει την κίνησή του ή να επιχειρήσει ελιγμό προς τα δεξιά ή αριστερά.
Δεν προσδιορίζει ακόμη αν η άνω ταχύτητά του υπερέβαινε ή όχι το επίσης μη προσδιοριζόμενο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ή ήταν ή όχι ανάλογη προς τις επικρατούσες συνθήκες. Παραλείπει επίσης να αναφέρει αν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και αν αντελήφθη εγκαίρως την κίνηση και την είσοδο του άλλου αυτοκινήτου στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, καθώς και αν ο ίδιος εκινείτο στο άκρο δεξιό ή στο μέσο του εν λόγω ρεύματος ή πλησίον της διαχωριστικής γραμμής.
Περαιτέρω, δεν προσδιορίζει την ταχύτητα με την οποία εκινείτο η πρώτη των αναιρεσειόντων, ούτε την τελική θέση στην οποία βρέθηκαν αμφότερα τα οχήματα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ απορρέων δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, όπως αυτός συμπληρώθηκε από τον εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ) και με τον οποίο αποδίδεται στο εφετείο η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττει τη 43/ΕγαΜ 23-26/2001/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, να γίνει δε δεκτή ως προς την 109/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-2-2005 αίτηση των Δ. Π. κλπ περί αναιρέσεως της αναφερόμενης στο σκεπτικό αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.
Δέχεται την αίτηση αυτή κατά το μέρος που πλήττει την 109/2004 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Αναιρεί την εφετειακή αυτή απόφαση.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ