Supreme Court dismisses State's appeal on statute of limitations, ruling claim filed within five years of debt origin.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's judgment in favor of the National Bank of Greece. The State argued the claim was time-barred, but the Court found the five-year limitation period began on December 31, 2011, when the loan contract was terminated. Since the lawsuit was filed on September 22, 2016, it was timely, and the State's interruption arguments were rejected as the limitation period had not yet started.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 2322/1995: The five-year limitation period for claims against the State begins at the end of the fiscal year in which the claim arises, and interruption is impossible prior to the commencement of the limitation period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 527 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 527/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 77/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 192/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-10-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 192/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 77/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 16.9.2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Με τις διατάξεις του ν. 2322/1995, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 του Ν.4549/2018, ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπομένη Υποεπιτροπή.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1 του ανωτέρω νόμου επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό πιστωτικά ιδρύματα (όπως ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες κλπ) για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που αυτά χορηγούν, μεταξύ άλλων, σε ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων.
Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς.
Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τίθενται σε ειδικό καθεστώς, διαχείρισης φορείς του προηγούμενου εδαφίου και ρυθμίζονται κατά περίπτωση όλες οι σχετικές με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου αναγκαίες λεπτομέρειες". Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ίδιου ως άνω άρθρου του ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α.
Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης , της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για: ι) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ιι) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή......
γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 παρ.1, 4 και 5 του αυτού ως άνω νόμου "1.
Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.... 3.... 4.
Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων-και Αξιών-(Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.
Τα αναγκαία, δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ.-Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".
Με την υπ' αριθμόν 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ 16/τ.Β/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 5 του ως άνω ν. 2322/1995 και του ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ.
Β της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δ/νση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.
Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες.
Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β` της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ 2/478/0025/4-1-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών-διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.
Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Τα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής.
δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ. του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων.
Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγυήσεως του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση.
Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή-εγγυητή και δανειστή-οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως.
Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει δια της συμβάσεως εγγυήσεως την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο.
Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 181/2021, ΑΠ 82/2008, ΑΠ 1000/2006).
Περαιτέρω, κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 2322/1995, εκδόθηκε η ΥΑ 2/18875/0025 (ΦΕΚ Β 579/9.5.2006): "Εγγύηση Δημοσίου στις Τράπεζες για ρύθμιση οφειλών δανείων, επιχειρήσεων στo Νομό ...", με την οποία ορίστηκε ότι "παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τη ρύθμιση των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών που προέρχονται από δάνεια και πιστώσεις που χορηγήθηκαν για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης στο Νομό ....
Επίσης ορίστηκε ότι το προϊόν της ρύθμισης θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων του Α` εξαμήνου 2006, το οποίο θα εξοφληθεί σε ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με πρώτη καταβλητέα την 30.6.2009 και τελευταία την 31.12.2016". Ορίστηκε επίσης ότι "Σε κάθε περίπτωση το ύψος της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δεν δύναται να υπερβαίνει το σύνολο των υφιστάμενων μέχρι 30.6.2006 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης προς πιστωτικά ιδρύματα και το 80% των συνολικών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα ανωτέρω, οφειλών των εταιρειών προς αυτά" και ότι "Σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν δύο ολόκληρες τοκοχρεολυτικές δόσεις, και μέσα σ ? ένα τρίμηνο από τη λήξη της δεύτερης ανεξόφλητης δόσης οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ' αριθμ. 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ16/τ.Β ?/ 13.1.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.
Ορίστηκε επίσης ότι σε περίπτωση που κατά την 31.12.2010, και μέσα στο επόμενο τρίμηνο από τη λήξη της πρώτης χρεολυτικής, με τους αναλογούντες τόκους, ή τοκοχρεολυτικής δόσης, οι πρωτοφειλέτες δεν εξοφλήσουν τη δόση αυτή και κάθε άλλη οφειλή απορρέουσα από τις προηγούμενες εξαμηνιαίες υποχρεώσεις καταβολής της προμήθειας 0,4% και του 20% των τόκων περιόδου, ολόκληρο το ποσό των οφειλών καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.
Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής και κάθε επόμενης χρεολυτικής ή τοκοχρεολυτικής δόσης. Ότι τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες της ληξιπρόθεσμης εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο δόσης, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου.
Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού...
Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας απόφασης, καθώς και η αντιμετώπιση στα πλαίσια αυτής των προβλημάτων που θα ανακύπτουν κατά την υλοποίηση, ανατίθεται στη Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.? Δ.25 -Τμ. Δ ?)". Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 εδ.
α' Ν. 2362/1995 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", όπως ίσχυαν μέχρι την κατάργησή τους με τη διάταξη του άρθρου 177 § 1 περ. α' Ν. 4270/2014 "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας-δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις" (όμοιες των οποίων εισήχθησαν με τις διατάξεις των άρθρων 140 § 1 και 141 Ν.4270/2014, τυγχάνουν δε εφαρμογής σε όσες περιπτώσεις οι απαιτήσεις του Δημοσίου βεβαιώνονται προς είσπραξη μετά την 1η Ιανουαρίου 2015, καθώς και σε όσες περιπτώσεις οι απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου γεννώνται μετά την ως άνω ημεροχρονολογία (άρθρο 183 § 2 περ.
γ' εδ. α' Ν.4270/2014), ορίζεται ότι "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, εφόσον από άλλη διάταξη, γενική ή ειδική, δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά την πάροδο πενταετίας, η οποία αρχίζει, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του Ν. 2362/1995, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης.
Η ρύθμιση αυτή, ως ειδικότερη για το Δημόσιο, υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξίωσης αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 93 του ίδιου ως άνω ν. 2362/1995 "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο:
α).... β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής. Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως.
Υποβολή δεύτερης αιτήσεως δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή, γ....". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η διακοπή της παραγραφής των προαναφερομένων αξιώσεων κατά του Δημοσίου, προϋποθέτει έναρξη της παραγραφής, αφού δεν μπορεί να νοηθεί διακοπή παραγραφής η οποία δεν άρχισε ακόμη. Επομένως, για να διακοπεί η παραγραφή χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, πρέπει η αίτηση περί πληρωμής αυτών να υποβάλλεται μετά τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικά επιδιώξιμες οι απαιτήσεις, αφού πριν από το τέλος του έτους αυτού, δεν αρχίζει η παραγραφή.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 94 εδ. δ' Ν. 2362/1995 ορίζεται ότι "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 2362/1995 συνάγεται ότι η παραγραφή αξίωσης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ η διακοπή της παραγραφής αυτής συνιστά αντένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει παραδεκτά και νόμιμα ο διάδικος που αποκρούει την παραγραφή, ενώ δεν μπορεί να τη λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως το Δικαστήριο (ΑΠ 570/2018).
Βέβαια, η έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 94 εδ. δ' Ν. 2362/1995 είναι ότι, προκειμένου να λάβει το Δικαστήριο υπόψη οίκοθεν, δηλαδή χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του Δημοσίου, την παραγραφή της απαίτησης, η οποία κατάγεται σε δίκη από κάποιο δικαιούχο, πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον αυτού τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται αφενός μεν η γέννηση της αξίωσης και εντεύθεν η έναρξη του χρόνου της παραγραφής κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, αφετέρου δε η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, που είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου, πριν από την άσκηση της αξίωσης, ήτοι, κατά το συνήθως συμβαίνον, πριν από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 570/2018).
Όπως δε ανωτέρω αναφέρθηκε, η εγγυητική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον συντρέχει η καθυστέρηση καταβολής από τον πιστούχο δύο ή τριών συνεχόμενων δόσεων του δανείου κατά την προπαρατεθείσα υπουργική απόφαση, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και συνιστά και τον κρίσιμο χρόνο για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της απαίτησης, και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις (ΑΠ 181/2021, ΑΠ 1271/2014, ΑΠ 82/2008).
Ο θεσμός της παραγραφής γενικά, είναι δημόσιας τάξης, γιατί εξυπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών και τη βεβαιότητα του δικαίου, καθώς και την ανάγκη ταχύτερης εκκαθάρισης των σχετικών υποθέσεων, αποτελεί δε την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο νόμο.
Με την έννοια αυτή, όσον αφορά το Δημόσιο, η παραγραφή μπορεί να προταθεί με λόγο αναίρεσης, έστω και αν δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. 4577001126/28.01.2005 σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", νόμιμα εκπροσωπούμενη, παρείχε πίστωση ύψους 200.000 ευρώ στην πρωτοφειλέτρια ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Β.Ι.
ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", για την οποία εγγυήθηκαν οι Ι. Β., του Κ. και η Β. Β., του Μ. Για την ως άνω δανειακή σύμβαση τηρήθηκε ο με αριθμό 457/440061-51 λογαριασμός, ο οποίος την 30.06.2006 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 83.811,71 ευρώ. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 4099764281/27.07.2005 σύμβασης, η ως άνω δανειολήπτρια εταιρία έλαβε δάνειο ύψους 50.000 ευρώ, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε ο με αριθμό 4099764281 λογαριασμός, ο οποίος την 30.06.2006 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 49.113,52 ευρώ, ενώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 4099772985/27.07.2005 σύμβασης δανείου, η ως άνω δανειολήπτρια εταιρία έλαβε έτερο δάνειο ύψους 25.000 ευρώ, για την εξυπηρέτηση της οποίας (ως άνω σύμβασης δανείου) τηρήθηκε ο με αριθμό 4099772985 λογαριασμός, ο οποίος την 30.06.2006 εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 24.556,76 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε εφαρμογή της υπ' αριθμ. 15077/Β658/05.04.2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η ενάγουσα προέβη στη χορήγηση δανείου προς την εταιρία με την επωνυμία "Β. Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΒΕΕ" ποσού 157.481,99 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4577002653/12.09.2007 σύμβασης, υπέρ της οποίας εγγυήθηκε ο Ι. Β., ενώ στο ποσό του παραπάνω ληφθέντος δανείου περιελήφθησαν τα υπόλοιπα ποσά που όφειλε η δανειολήπτρια από τις ανωτέρω αναφερόμενες ήδη δανειακές συμβάσεις.
Μεταξύ των όρων της εν λόγω σύμβασης, ήταν και η πρόβλεψη πως το δάνειο παρέχεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, που παρασχέθηκε δυνάμει της προμνησθείσας υπουργικής απόφασης. Στο άρθρο 7 της εν λόγω δανειακής σύμβασης ορίστηκε ότι η εξόφληση του παρόντος δανείου θα γίνει σε δέκα οκτώ (18) συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, οι οποίες θα καταβάλλονται την 30.06 και την 31.12 εκάστου έτους, καταβλητέα την πρώτη την 30.06.2008 και την τελευταία την 31.12.2016.
Στο άρθρο 15 της ως άνω σύμβασης ορίστηκε ότι, το παρόν δάνειο καλύπτεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, που "παρασχέθηκε με την υπ' αριθμ. 2/18875/0025/19.04.2006 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, σημειωτέον δε του ότι, κατόπιν υποβληθείσης αίτησης εκ μέρους της δανειολήπτριας εταιρίας με την επωνυμία "Β.Ι.
ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο γνωστοποίησε τόσο σε αυτήν όσο και στην ενάγουσα ότι, το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου (37Π Συνεδρίαση/30.05.2007) ενέκρινε την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά ποσοστό 80% προς την ομόρρυθμη εταιρία σύμφωνα με τις διατάξεις των Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με αριθμ. 15077/Β/658/05.04.2006 και 2/18875/ 0025/19.04.2006 σε υφιστάμενες οφειλές της επιχείρησης με ημερομηνία 30.06.2006 και δη, μεταξύ άλλων, σε οφειλή της προς την ενάγουσα ύψους 157.481,99 ευρώ, με τον όρο διατήρησης των υφιστάμενων ενοχικών και εμπράγματων εξασφαλίσεων (προσημείωσης υποθήκης) και τον όρο εγγραφής πρόσθετης προσημείωσης υποθήκης ποσού 35.000 ευρώ επί του επιχειρηματικού ακινήτου της στην ... ....
Με την υπ' αριθμ. 11299/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., εκδοθείσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, της παρασχέθηκε η άδεια στην ενάγουσα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 35.000 ευρώ, προς εξασφάλιση απαίτησης της κατά της εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Β. και Σια Ο.Ε.", επί ακινήτου στα ... ..., συνολικής έκτασης 10.962 τ.μ., και του επ' αυτού κτισθέντος επιχειρηματικού ακινήτου, εμβαδού 642 τ.μ., και υπογείου 18 τ.μ., το οποίο ανήκει στον Ι.
Β., του Κ.. Δυνάμει της από 30.03.2009 πρόσθετης πράξης της ως άνω με αριθμ 4577002653/12.09.2007 δανειακής σύμβασης, συμφωνήθηκε η τροποποίηση του άρθρου 7 της δανειακής σύμβασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αριθμ. 2/77509/0025/16.01.2009 υπουργική απόφαση, ώστε η εξόφληση του δανείου να πραγματοποιηθεί σε δεκαέξι (16) συνεχείς και διαδοχικές εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, καταβλητέες την 30.06 και την 31.12 κάθε έτους, καταβλητέας της πρώτης την 30.06.2009 και της τελευταίας την 31.12.2016.
Επιπλέον, συμφωνήθηκε η τροποποίηση του άρθρου 15 της αρχικής σύμβασης, ώστε να οριστεί ότι το παρόν δάνειο παρέχεται με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, που παρασχέθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 15077/Β658/05.04.2006 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 2/77509/0025/16.01.2009 απόφαση.
Εξαιτίας της μη κανονικής εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της δανειζόμενης επιχείρησης, επισημαινομένων των τελευταίων καταβολών που έλαβαν εκ μέρους της την 08.10.2009, ύψους 4.840,86 ευρώ και 3.822,21 ευρώ, και κατ' εφαρμογή του άρθρου 9 της συμβάσεως, η ενάγουσα τραπεζική εταιρία προέβη την 10.02.2011 σε καταγγελία της ως άνω δανειακής σύμβασης (με αριθμό 4577002653/12.09.2007), συνέτρεξαν δε οι προϋποθέσεις καταπτώσεως της εγγυήσεως του εναγομένου Δημοσίου, λόγω μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της πιστούχου-αφού απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσει η εγγυητική ευθύνη του ελληνικού δημοσίου είναι η καθυστέρηση καταβολής από τον πιστούχο πρωτοφειλέτη δύο συνεχών δόσεων, χωρίς να τίθεται άλλος περιορισμός ως προς το καλυπτόμενο από την εγγύηση τμήμα της οφειλής και υποβολή σχετικού αιτήματος προς το ελληνικό δημόσιο για την εξόφληση (του οφειλόμενου ποσού κεφαλαίου και τόκων)-καθιστώντας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το παραπάνω δάνειο στο σύνολο του, με αποτέλεσμα η ληξιπρόθεσμη οφειλή εκ μέρους της δανειζόμενης εταιρίας να ανέρχεται στο ποσό των 166.277,35 ευρώ, το οποίο της οφειλόταν εντόκως με το εκάστοτε ισχύον στην τράπεζα επιτόκιο υπερημερίας από 11.02.2011 μέχρι εξοφλήσεως των τόκων υπερημερίας, ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο μέχρι την εξόφληση τους.
Η παραπάνω καταγγελία κοινοποιήθηκε τόσο στην δανειολήπτρια εταιρία με την επωνυμία "Β.Ι. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", όσο και στους εγγυητές Β. Β., του Μ., Ι. Β. του Κ., και Κ. Β., του Ι., την 15.02.2011, όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες εκ μέρους της ενάγουσας εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ...
Σ.Κ.-Β.. Ακολούθως, η ενάγουσα υπέβαλε στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (25η Διεύθυνση, Τμήμα Δ) την υπ' αριθμ. πρωτ. 100162045-11/11.03.2011 αίτηση της αιτούμενη την κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου ποσού 128.125,66 ευρώ που αφορά στο καλυπτόμενο από αυτό ποσοστό 80% του συνολικά ανεξόφλητου υπολοίπου της 30.09.2010 του προαναφερόμενου δανείου, προσκομίζοντας όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, που αφορούσαν στις συναφθείσες συμβάσεις, την παροχή εγγυήσεως εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, την απόφαση ρύθμισης οφειλών της δανειολήπτριας εταιρίας, τα έγγραφα που αποδείκνυαν τις εμπράγματες εξασφαλίσεις της τραπεζικής εταιρίας, το έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης, και τα έγγραφα νομιμοποίησης της δανειολήπτριας εταιρίας.
Επί του αιτήματος της ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο απάντησε με το υπ' αριθμ. 2/23188/0025/11.10.2011 έγγραφο του, με το οποίο γνωστοποιούσε στην ίδια ότι η υπ' αριθμ. 2/20087/0025/ 30.06.2010 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών παρέχει την ευχέρεια στις επιχειρήσεις που είναι εγκαταστημένες και λειτουργούν στο Νομό ..., στις οποίες χορηγήθηκαν δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτή της επιχείρησης με την επωνυμία "Β.Ι.
ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" να ζητήσουν αναστολή καταβολής των οφειλομένων για το χρονικό διάστημα από 01.01.2010 έως την 31.12.2013 δόσεων με αντίστοιχη επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας των δανείων μέχρι την 31.12.2022, χωρίς να αμφισβητεί τη νομιμότητα των ενεργειών της ενάγουσας ως προς την καταγγελία της δανειακής σύμβασης και την κήρυξη ληξιπροθέσμου και απαιτητού του χρεωστικού υπολοίπου αυτής.
Περαιτέρω, της καθιστούσε γνωστό ότι το ως άνω δικαίωμα ανήκε και στην ως άνω δανειολήπτρια ομόρρυθμη εταιρία, η οποία και θα όφειλε να υποβάλει την αίτηση της για την υπαγωγή της στην ευνοϊκή γι' αυτήν ρύθμιση έως την 31.12.2011, επιστρέφοντας παράλληλα τα υποβληθέντα δικαιολογητικά στην ενάγουσα. Ωστόσο, η δανειολήπτρια εταιρία ουδέποτε υπέβαλε τη σχετική αίτηση με αποτέλεσμα να υφίσταται οριστικά κατάπτωση της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και συνακόλουθα γέννηση της υποχρέωσης του να καταβάλει στην ενάγουσα τράπεζα το ποσό ύψους 128.125,66 ευρώ που αντιστοιχεί στο ποσοστό 80% του συνολικού ανεξόφλητου υπολοίπου της 30.9.2010, ύψους 160.157,06 ευρώ, του προαναφερόμενου δανείου.
Άλλωστε, η ενάγουσα τραπεζική εταιρία επισήμανε το γεγονός αυτό προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με την υπ' αριθμ. 100368725-16/20.05.2016 επιστολή της, το οποίο απαντώντας σχετικά με το υπ' αριθμ. πρωτ. 2/45867/0025/31.05.2016 έγγραφο του, ζητούσε την εκ νέου υποβολή των δικαιολογητικών, αίτημα με το οποίο συμμορφώθηκε η ενάγουσα, όπως καταδεικνύεται από το υπ' αριθμ. 100446311-16/17.06.2016 έγγραφο της.
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι, η προσφυγή της δανείστριας τράπεζας στη διαγραφόμενη από την εν λόγω υπουργική απόφαση διαδικασία εξόφλησης της ένδικης απαίτησης της, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση της τελευταίας. Επομένως, από την παραπάνω ημερομηνία (10.02.2011, οπότε προέβη σε καταγγελία της ως άνω δανειακής σύμβασης με αριθμό 4577002653/ 12.09.2007, κατά τα ήδη αναφερόμενα), η απαίτηση της Τράπεζας τόσο κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, όσο και κατά του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, που είχε παραιτηθεί της ενστάσεως διζήσεως, είχε γεννηθεί και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Με αυτά τα δεδομένα, δεν τίθεται θέμα παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας κατά του Ελληνικού Δημοσίου διότι,... η παραγραφή εν προκειμένω αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση της και κατέστη δικαστικώς επιδιώξιμη, δηλαδή την 31.12.2011, η ένδικη αγωγή έπρεπε να ασκηθεί έως την 31.12.2016, ασκήθηκε δε την 22.09.2016, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη μετ' επικλήσεως με αριθμ 1065092722.09.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο …….., Π.
Γ., παρά τα όσα αντίθετα υποστήριξε με την υπό κρίση έφεση του το εκκαλούν. Εξάλλου, αλυσιτελώς προβάλλονται οι σχετικοί ισχυρισμοί του τελευταίου περί διακοπής της παραγραφής, με την από 11.03.2011 αίτηση της ενάγουσας τραπεζικής εταιρίας, για την κατάπτωση της εγγύησης, αφού αυτή (η παραγραφή) δεν είχε καν αρχίσει...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού ερεύνησε αυτεπαγγέλτως και απέρριψε την ένσταση παραγραφής της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο, αφού δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης γεννήθηκε στις 31-12-2011, απέρριψε την ένσταση περί παραγραφής αυτής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την παραγραφή της εν λόγω αξίωσης κατά του αναιρεσείοντος, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης δανείου στις 10-2-2011, οπότε και γεννήθηκε η αξίωσή της, και, ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη πενταετής παραγραφή αυτής άρχισε από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκε, ήτοι από 31.12.2011, χωρίς να έχει συμπληρωθεί κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής στις 22.09.2016, ενώ, εξάλλου, δεν νοείται διακοπή της ανωτέρω παραγραφής στις 11-3-2011, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η διακοπή προϋποθέτει έναρξη της παραγραφής, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν είχε αρχίσει στον επικαλούμενο ως άνω χρόνο.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημα που περιέχεται στο κατατεθέν υπόμνημά της (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ και άρθ. 22 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.10.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 192/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.
ΟΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ