Legislator Case Law & Legislation
527/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bank overdraft interest rate, upholding lower court's 12% statutory penalty rate.

Case Number 527/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Eurobank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to award 12% penalty interest on a bank overdraft. The bank argued that the court erred by applying the statutory rate instead of calculating interest based on banking customs and good faith. The court ruled that since the parties had not agreed on a different rate and the debt was legally due, the statutory penalty rate was correctly applied.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340, 345, 346 of the Civil Code; When a monetary debt is in default and no alternative rate is agreed upon, the creditor is entitled to claim statutory penalty interest without proving actual loss.

Keywords

AI generated
bank overdraft interest statutory penalty rate default interest calculation good faith principle banking customs civil code provisions overdue debt interest

Cited Legislation

AI generated
Articles 340, 345, 346 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 527 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 527/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευανθία Κατσίγιαννη και Γεώργιο Ορφανίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΙΟΝΙΚΗΣ - ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ" (Τ.Α.Π.Ι.Λ.Τ. - Α.Τ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Καλαμπαλίκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2857/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1951/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2021 αίτησή της και τους από 2/11/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 1951/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσείουσα άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 2-11-2022 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 αριθ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αυτοί επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 2-11-2022, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναιρέσεως δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναιρέσεως ( ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 822 και 830 ,σύμφωνα με την πρώτη των οποίων,"Mε τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει με την υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί..." και με τη δεύτερη, (που ρυθμίζει την ανώμαλη παρακαταθήκη) "Η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί.

Σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν σε περίπτωση αμφιβολίας οι διατάξεις για την παρακαταθήκη", προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα χρήματα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ομαλής και ανώμαλης παρακαταθήκης. Ομαλής μεν στην περίπτωση που συμφωνείται η αυτούσια απόδοσή τους χωρίς ο θεματοφύλακας να έχει δικαίωμα να τα χρησιμοποιεί, όταν δηλαδή παραδίδονται προς φύλαξη εξατομικευμένα, με κάποιον ασφαλή τρόπο, ανώμαλης δε όταν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία χρησιμοποίησής τους και υποχρεούται να τα αποδώσει όχι αυτούσια, αλλά άλλα ομοειδή της αυτής ποσότητας και ποιότητας.

Σκοπός δηλαδή και της ανώμαλης παρακαταθήκης, που είναι ιδιαίτερη επώνυμη σύμβαση και όχι είδος δανείου, είναι ουσιαστικά η φύλαξη των πραγμάτων που παρακατατέθηκαν μόνο όμως ως προς την ποσότητα και αξία αυτών και όχι η διάσωσή τους αυτουσίων, ενώ ο παρακαταθέτης, προς το συμφέρον του οποίου αποβλέπει, αδιαφορεί για την τυχόν χρήση ή διάθεσή τους από τον θεματοφύλακα και ενδιαφέρεται να διαφυλάξει την ποσότητα και την αξία τους κατά τον χρόνο της απόδοσης.

Αντιθέτως ο σκοπός που επιδιώκεται με το δάνειο είναι η μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων στον λήπτη, προς το συμφέρον του οποίου συνάπτεται (ΑΠ 201/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία, συνεπεία της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον, όμως, δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπληρώσεως.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και κατ' ακολουθία οι συνέπειές της, όταν συντρέχει δικαιολογημένη αμφιβολία του οφειλέτη για την ύπαρξη του χρέους, την έλλειψη δε της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του πρέπει να επικαλεσθεί κατ' ένσταση και να αποδείξει ο οφειλέτης (ΑΠ 274/2020, ΑΠ 754/2017).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ με το να απορρίψει την ένσταση περί ελλείψεως υπερημερίας της ως προς τη μη απόδοση του ποσού της τραπεζικής καταθέσεως του αναιρεσιβλήτου.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ενδιαφέρον τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα : < Η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι αρνήθηκε να προβεί στην έκδοση της τραπεζικής επιταγής και στο έμβασμα του υπολοίπου του λογαριασμού του ενάγοντος, καθόσον, ενόψει του ύψους της κατάθεσης και του γεγονότος ότι στο ενάγον σωματείο διαρκούσε σφοδρή αντιδικία μεταξύ των προσώπων που αποτελούσαν τις δύο διοικήσεις του, επέλεξε για λόγους που ανάγονταν στην ανασφάλεια περί την πραγματική εξουσία εκπροσώπησης των οργάνων της φερόμενης ως διοίκησης του ενάγοντος, να μην αποδώσει το ποσό της κατάθεσης και ότι έτσι ενεργούσε και προς το συμφέρον του ενάγοντος, προβαίνοντας με δική της πρωτοβουλία στη νέα προθεσμιακή κατάθεση ορισμένου χρόνου και ότι η άρνηση αυτή ήταν σύμφωνη με τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από τη σύμβαση κατάθεσης και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών....Πράγματι υπήρχε σφοδρή αντιδικία μεταξύ των φυσικών προσώπων που διεκδικούσαν τη διοίκηση του νομικού προσώπου του ενάγοντος, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Ανεξαρτήτως όμως τούτου, ο έλεγχος νομιμοποίησης στον οποίο προβαίνει η τράπεζα με τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται, αφορά την προστασία της και την προστασία των συναλλασσομένων με αυτήν, αποσκοπεί δηλ. να διασφαλίζει ότι τα πρόσωπα με τα οποία συναλλάσσεται είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι. Πέραν τούτου, η τράπεζα δεν έχει οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα.

Εν προκειμένω, ανεξαρτήτως των αντιδικιών των μελών του ενάγοντος, το τελευταίο είχε διοίκηση κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, την εκλεγμένη κατά τις αρχαιρεσίες της 30-7-2006 έως 1-8-2006, αποτελούμενη από τους.... (νέες εκλογές διεξήχθησαν τον Μάρτιο του 2009).Το ενάγον δεν σταμάτησε ποτέ να λειτουργεί, να απονέμει συνεχώς τις συντάξεις στα μέλη του-συνταξιούχους, να διαχειρίζεται συνεχώς τα αποθεματικά του και εκπροσωπείται συνεχώς και νομίμως ενώπιον των δικαστηρίων και αρχών, ενώ, άλλωστε το ενάγον, όπως όλα τα νομικά πρόσωπα, έχει ενιαία νομική προσωπικότητα και συνέχεια, ανεξαρτήτως των αλλαγών στη διοίκησή του.

Επομένως, η εναγομένη κατά τη λήψη και εκτέλεση τραπεζικών εντολών είχε δικαίωμα να ελέγξει το αν οι συναλλαγές της θα γίνονταν με όργανα του ενάγοντος, σε συνδυασμό με τον διοικητικό του μηχανισμό, δηλ. τον διευθύνοντα αυτού και όχι το να ελέγξει τη νομιμοποίηση οποιασδήποτε διοίκησης. Η εναγομένη για πρώτη φορά επικαλέστηκε ζήτημα εκπροσώπησης στην από 31-3-2008 επιστολή της και όχι νωρίτερα από την 31-10-2007, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αιτιάσεις της περί έλλειψης εκπροσώπησης του ενάγοντος ήταν προσχηματικές, προκειμένου να δικαιολογήσει την άρνησή της να αποδώσει το κεφάλαιο του ενάγοντος.

Εξάλλου, οι αγωγές που ασκούνταν και ασκούνται από μέλη κατά της διοίκησης ενός σωματείου δεν επηρεάζουν τη νομιμότητα της εκπροσώπησής του. Το να εκδοθεί τραπεζική επιταγή εις διαταγή του ενάγοντος ή να πραγματοποιηθεί έμβασμα από την εναγομένη σε υποδειχθέντα από το ενάγον λογαριασμό σε άλλη τράπεζα, ποσού προερχομένου από το κεφάλαιό του, που ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό του στην εναγομένη, δεν εμπεριείχε τον οποιοδήποτε κίνδυνο εξ αυτών στην προστασία από τους οποίους αποσκοπεί η διαδικασία ελέγχου του προσώπου του συναλλασσομένου, αφού δεν επρόκειτο να αναληφθούν χρήματα από κάποιον μη δικαιούμενο, αλλά ζητείτο να αποδοθούν είτε στο ίδιο το ενάγον ή να εμβασθούν σε άλλον λογαριασμό του ιδίου με καλύτερη απόδοση.

Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε υποτεθεί ότι η εναγομένη διατηρούσε αμφιβολίες ως προς το πρόσωπο του δανειστή, υποτιθέμενες εύλογες, ενόψει της αντιδικίας των μελών του ενάγοντος αναφορικά με την ανάληψη της διοίκησης αυτού, όφειλε και μπορούσε όταν το πρώτον, την 31-10-2007, ζητήθηκε η απόδοση του υπόλοιπου ποσού του λογαριασμού όψεως να παρακαταθέσει αυτό, κατ' άρθρο 423 ΑΚ και όχι να προβεί αυθαίρετα σε νέα προθεσμιακή κατάθεση του ποσού αυτού, μηνιαίας διάρκειας, αρνούμενη να το αποδώσει.

Το συμπέρασμα ότι η εναγομένη προσχηματικά ισχυρίζεται ότι ενεργούσε προς το συμφέρον του ενάγοντος, αρνούμενη να αποδώσει το ποσό του υπολοίπου του λογαριασμού, προβαίνοντας με δική της πρωτοβουλία σε νέα προθεσμιακή κατάθεση ορισμένου χρόνου και ότι ενεργούσε σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της, που απέρρεαν από τη σύμβαση κατάθεσης και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ενόψει της ανασφάλειας σχετικά με τη νομιμοποίηση της διοίκησης του ενάγοντος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ενισχύεται από το γεγονός ότι η ίδια η εναγομένη συμβαλλόταν με το ενάγον καθ' όλο το ένδικο χρονικό διάστημα, χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα, παρά τη σφοδρή αντιδικία των μελών του σωματείου, αναφορικά με την ανάληψη της διοίκησής του.

Η εναγομένη προέβαινε σε προσφορές ως προς τα επιτόκια και ανανεώσεις των συμβάσεων προθεσμιακών καταθέσεων ορισμένου χρόνου, ενώ συμμετείχε στις δημοπρασίες που διενήργησε το ενάγον στις 31-10-2007 και 31-3-2008. Είναι δε προφανές ότι η εναγομένη συμμετείχε στις άνω δημοπρασίες προσβλέποντας στο να εμβασθούν σε αυτήν και τα υπόλοιπα αποθεματικά του ενάγοντος, τα οποία ήταν πολύ μεγαλύτερα του ποσού που ήταν ήδη κατατεθειμένο στον λογαριασμό που τηρείτο στη συγκεκριμένη τράπεζα.

Και ναι μεν, η συμμετοχή σε δημοπρασία δεν συνιστά σύναψη σύμβασης για να απαιτείται για τη συμμετοχή σ' αυτήν ο έλεγχος της νομιμοποίησης του αντισυμβαλλομένου, δεν είναι όμως δυνατόν να γίνει δεκτό ότι για ορισμένες συναλλαγές το ενάγον, κατά την εναγομένη, είχε επαρκή νομιμοποίηση και συμβαλλόταν με την τράπεζα απρόσκοπτα, όπως για τη σύναψη νέων προθεσμιακών ορισμένης διάρκειας καταθέσεων και για άλλες (μόνο για την ένδικη συναλλαγή της απόδοσης του υπόλοιπου ποσού του λογαριασμού που τηρείτο στην εναγομένη), υφίστατο ζήτημα νομιμοποίησης που δημιούργησε αναγκαστικά καθυστέρηση στην καταβολή της παροχής, γεγονός για το οποίο η εναγομένη δεν είχε ευθύνη, κατ' άρθρο 342 ΑΚ.

Να σημειωθεί ότι άλλα τραπεζικά ιδρύματα, στα οποία τηρούσε λογαριασμούς και καταθέσεις το ενάγον ουδέποτε προέβαλαν προσκόμματα στις συναλλαγές τους με το ενάγον, ενόψει της όποιας αμφιβολίας αναφορικά με την ανάληψη της διοικήσεώς του. Σε κάθε δε περίπτωση, η μόνη αλλαγή που επήλθε από την 31-10-2007 έως 14-5-2008 που η εναγομένη ενέβασε τελικώς μέρος του υπόλοιπου ποσού του λογαριασμού του ενάγοντος που τηρείτο σ' αυτήν, στην τράπεζα ALPHA BANK, ήταν ότι στο μεταξύ της είχε επιδοθεί η ένδικη αγωγή, ενώ δεν είχε επέλθει καμία μεταβολή στη διοίκηση του ενάγοντος....Η εναγομένη ομολογεί εμμέσως ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει ως προς την εκπροσώπηση του ενάγοντος ακόμη και μέχρι τη συζήτηση της έφεσης.

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η εναγομένη αντισυμβατικά και παράνομα από 31-10-2007 έως 1-7-2008 ηρνείτο την απόδοση του υπολοίπου ποσού του λογαριασμού όψεως που το ενάγον τηρούσε σ' αυτήν, περιερχόμενη ούτως σε υπερημερία οφειλέτη, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της προβληθείσας ένστασης της εναγομένης ότι δεν κατέστη υπερήμερη καθόσον η καθυστέρηση της παροχής οφειλόταν σε γεγονός για το οποίο δεν είχε ευθύνη και δη στην έλλειψη νομιμοποίησης, άλλως διοίκησης του ενάγοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Με αυτά τα δεδομένα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον έκανε δεκτή την ένσταση της εναγομένης ότι δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η καθυστέρηση της παροχής οφείλετο σε γεγονός για το οποίο δεν είχε ευθύνη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πρέπει, συνεπώς να γίνει δεκτή η έφεση και αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση για να εκδικαστεί η αγωγή στην ουσία της......να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 429.136,16 ευρώ για τόκους υπερημερίας ολόκληρου του κεφαλαίου του λογαριασμού όψεως του ενάγοντος, που αποτελεί τη ζημία του τελευταίου από την αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης >.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η αναιρεσείουσα αντισυμβατικά και παράνομα ηρνείτο την απόδοση του υπολοίπου ποσού του λογαριασμού όψεως, τον οποίο το αναιρεσίβλητο τηρούσε σ' αυτήν, περιερχόμενη έτσι σε υπερημερία οφειλέτη.

Και τούτο διότι, παρά τη σφοδρή αντιδικία που υπήρχε μεταξύ των φυσικών προσώπων που διεκδικούσαν τη διοίκηση του αναιρεσιβλήτου, αυτό είχε διοίκηση κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, την εκλεγμένη κατά τις αρχαιρεσίες της 30-7-2006 έως 1-8-2006, το αναιρεσίβλητο δεν σταμάτησε ποτέ να λειτουργεί, να απονέμει συνεχώς τις συντάξεις στα μέλη του-συνταξιούχους, να διαχειρίζεται τα αποθεματικά του, να εκπροσωπείται συνεχώς και νομίμως ενώπιον των δικαστηρίων και των αρχών, έχον ενιαία προσωπικότητα και συνέχεια, ανεξαρτήτως των αλλαγών στη διοίκησή του, η δε έκδοση από την αναιρεσείουσα τραπεζικής επιταγής εις διαταγήν του αναιρεσιβλήτου ή η πραγματοποίηση εμβάσματος από την αναιρεσείουσα σε υποδειχθέντα από το αναιρεσίβλητο λογαριασμό του σε άλλη τράπεζα, ποσού προερχόμενου από το κεφάλαιό του που ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό του στην αναιρεσείουσα, δεν εμπεριείχε οποιονδήποτε κίνδυνο, αφού δεν επρόκειτο να αναληφθούν χρήματα από κάποιον μη δικαιούμενο, αλλά ζητείτο να αποδοθούν είτε στο ίδιο το αναιρεσίβλητο ή να εμβασθούν σε άλλον λογαριασμό του με καλύτερη απόδοση και σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε υποτεθεί ότι η αναιρεσείουσα είχε αμφιβολίες ως προς το πρόσωπο του δανειστή, ενόψει της ως άνω αντιδικίας, όφειλε, όταν το πρώτον στις 31-10-2007 της ζητήθηκε η απόδοση του υπόλοιπου ποσού του λογαριασμού όψεως να παρακαταθέσει αυτό και όχι να προβεί αυθαίρετα σε νέα προθεσμιακή κατάθεσή του, αρνούμενη να το αποδώσει στο αναιρεσίβλητο.

Μάλιστα η αναιρεσείουσα, παρά την επικαλούμενη εκ μέρους της ανασφάλεια σχετικά με τη νομιμοποίηση της διοικήσεως του αναιρεσιβλήτου, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 31-10-2007 έως 1-7-2008 συμβαλλόταν με το αναιρεσίβλητο, δηλ. προέβαινε σε προσφορές ως προς τα επιτόκια και ανανεώσεις των προθεσμιακών καταθέσεων ορισμένου χρόνου και συμμετείχε στις δημοπρασίες που διενήργησε το αναιρεσίβλητο, προσβλέποντας στο να εμβασθούν σ'αυτήν και τα υπόλοιπα αποθεματικά του.

Επομένως, ο ως άνω πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 342 ΑΚ, η οποία δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.

Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 120/2018 ).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 869/2017). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον πραγματικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η υπερημερία της ως προς την απόδοση της καταθέσεως του αναιρεσιβλήτου ήταν δικαιολογημένη, επειδή δεν υπήρχε πραγματική και νομική σαφήνεια ως προς το όργανο που εκπροσωπεί εγκύρως και δεσμεύει νομίμως το αναιρεσίβλητο, ενόψει του ότι στο τελευταίο αναδείχθηκαν δύο αιρετές διοικήσεις και η νομιμότητα των εκλογικών διαδικασιών αμφισβητήθηκε με αγωγή ακυρώσεως και άλλα ένδικα βοηθήματα από τα μέλη του αναιρεσιβλήτου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσίαν, δεχόμενο ότι η άρνησή της να αποδώσει το υπόλοιπο ποσό του λογαριασμού όψεως του αναιρεσιβλήτου οφείλεται σε γεγονός για το οποίο έχει ευθύνη.

Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους και ειδικότερα ότι το αποτέλεσμα της δεύτερης εκλογής στο αναιρεσίβλητο ουδέποτε προσεβλήθη και ότι η υπ'αριθ.1000/2007 απόφαση του ΜΠρΑθηνών που αφορούσε την πρώτη αιρετή διοίκηση δεν είχε προσβληθεί με ένδικα μέσα, με αποτέλεσμα να απορρίψει την ένσταση από το άρθρο 342 ΑΚ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγμα κατά την εκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά απλά επιχειρήματα προς επιστήριξη της ενστάσεώς της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 352 και 335 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου, που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς, ενώπιον του δικαστηρίου, που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία έγινε επίκλησή της, ως αποδεικτικού μέσου.

Η παραπάνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου, αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 188/2017, ΑΠ 634/2011).

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 961/2017, ΑΠ 514/2018). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του και τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου που συνίσταται στο γεγονός ότι υπήρχε νομική αβεβαιότητα λόγω της υπάρξεως δύο αιρετών διοικήσεων, η οποία περιέχεται :

α) στην από 30-11-2006 αίτηση του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του ΜΠρΑθ για διορισμό προσωρινής διοικήσεώς του, β) στην 632/2007 απόφαση του ΜΠρΑθ, γ) στην από 5-2-2007 τριτανακοπή μελών του αναιρεσιβλήτου για την εξαφάνιση της ως άνω αποφάσεως, δ) στην από 30-8-2006 αίτηση μελών του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του ΜΠρΑθ, ε) στις 768/2008, 7847/2007 και 1427/2009 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του ΜΠρΑθηνών αντίστοιχα, αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της περί ελλείψεως υπερημερίας της.

Οι ερευνώμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι η ως άνω αναφορά περί νομικής αβεβαιότητας ως προς την εκπροσώπηση του αναιρεσιβλήτου λόγω της υπάρξεως δύο αιρετών διοικήσεων δεν αποτελεί δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά εξώδικη, διότι δεν έγινε στην παρούσα δίκη, αλλά ενώπιον άλλων δικαστηρίων και εκτιμάται ελεύθερα.

Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι, αφού από την υπάρχουσα στην απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και < από τα προσκομισθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα και από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα >, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της αποφάσεως δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τον ως άνω κρίσιμο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, από τα οποία προκύπτει, κατά την αιτίαση της αναιρεσείουσας, ομολογία του αναιρεσιβλήτου και κατέληξε από την αξιολόγηση αυτών των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ.2, 339, 409 παρ.1 και 2, 410 και 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και γι' αυτό δεν μπορεί να έχει (κατ' αρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου ή το μέλος της διοικήσεως αυτού, όπως και ο άμεσος αντιπρόσωπος για διαφορές από τη δικαιοπραξία στην οποία ενήργησε με την ιδιότητα αυτή.

Τούτο συνάγεται, κυρίως, από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ, το οποίο προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους. Η εξέταση αυτή, όμως, δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, το οποίο εκτιμάται ελεύθερα (ΚΠολΔ 420), καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατόν το ίδιο πρόσωπο να εξετάζεται ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου νομικού προσώπου ή ως άμεσος αντιπρόσωπος, λύση προδήλως άτοπη.

Κατά συνέπειαν, η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρος του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοικήσεώς του είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσον και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε και όταν το δικαστήριο μπορεί να αρκεσθεί και σε αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Η εκ μέρους του δικαστηρίου λήψη υπ' όψη μιας τέτοιας κατάθεσης θεμελιώνει τον από το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου εκείνου που την προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1192/2018, ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 1080/2015, ΑΠ 715/2013).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, δηλ. την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Φ. Δ., ο οποίος κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής ήταν μέλος του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου.

Από τα υπ'αριθ.2857/2015 πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στις 5-2-2015 εξετάστηκε ως μάρτυρας ο Φ. Δ., ο οποίος ήταν μέλος του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου από τις εκλογές του 2006 έως τις εκλογές του 2009 και έκτοτε μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής ήταν απλώς μέλος του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, αφού ο ως άνω μάρτυρας, κατά το χρόνο της εξετάσεώς του, δεν ήταν μέλος του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί.

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 734/2020, ΑΠ 114/2019, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την υπ'αριθ.5843/2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία δόθηκε χωρίς προηγούμενη κλήτευση της αναιρεσείουσας δύο τουλάχιστον πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, μεταξύ άλλων, και την υπ'αριθ.6462/2015 ένορκη βεβαίωση της Λ. Κ., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως του αναιρεσιβλήτου. Όμως, από κανένα σημείο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε η ως άνω υπ'αριθ.5843/2010 ένορκη βεβαίωση, η οποία έπρεπε να μνημονεύεται ειδικά, με αναγραφή του αριθμού αυτής, του οργάνου ενώπιον του οποίου έγινε και της κλητεύσεως της αναιρεσείουσας, διότι δεν εμπίπτει στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων.

Συνεπώς, η έλλειψη της μνείας της δεικνύει ότι το μέσον αυτό δεν λήφθηκε υπόψη και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 340 ΑΚ, "ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος, αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή". Κατά δε το άρθρο 345 ΑΚ, "όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή, ο δανειστής, σε περίπτωση υπερημερίας, έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας, που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία ...".

Και, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, "ο οφειλέτης χρηματικής παροχής, και αν δεν είναι υπερήμερος οφείλει νομίμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος". Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200, 288 ΑΚ, με το να επιδικάσει τόκους υπερημερίας με το επιτόκιο που προβλέπεται για τις εκ του νόμου οφειλές ύψους 12%, ενώ έπρεπε να το υπολογίσει με βάση τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: < Κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από 31-10-2007 έως 1-7-2008, το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας ανήρχετο σε ποσοστό 12% ετησίως, σύμφωνα με την Πράξη Ποσοστού Υπερημερίας Ν 2842, ενώ κατά τη σύναψη της ένδικης συμβάσεως ανοίγματος λογαριασμού όψεως δεν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων διαφορετικό ποσοστό τόκου για την περίπτωση της υπερημερίας της εναγομένης ως προς την απόδοση της καταθέσεως.

Με αυτά τα δεδομένα η αξίωση του ενάγοντος διαμορφώνεται ως εξής : 9.659.051,97 ευρώ (το ποσό του κεφαλαίου την 31-10-2007)Χ 12% το ποσοστό του τόκου υπερημερίας : 365 ημέρες Χ 195 ημέρες από την 31-10-2007 έως την 14-5-2008 που επεστράφη ποσό 10.534.338,12 ευρώ= 619.236,15 ευρώ.....>. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω, επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα, διατάξεις, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις των άρθρων 340, 345 ΑΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2021 αίτηση και τους από 2-11-2022 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμό 1951/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Απριλίου 2023.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ