Supreme Court orders joint review of appeals and dismisses one appeal regarding evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court ordered the joint examination of two reciprocal appeals against the same second-instance judgment to expedite proceedings. While the Court allowed the first appeal, it dismissed the second appeal filed by the opposing party. The dismissal was based on the inadmissibility of arguments challenging the appellate court's evaluation of evidence and the lack of a specific judicial admission by the defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246, 573, 561, 564, 566, 552, 553, 556, 558, 561, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must order joint review of reciprocal appeals against the same judgment to ensure efficiency, while it cannot review the appellate court's evaluation of evidence or admit vague allegations regarding judicial admissions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 527 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 527/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ρ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Σ. Ρ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ξένο.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Β) Της αναιρεσείουσας: Μ. χήρας Γ. Κ., το γένος Γ. Ρ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ρ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Σ. Ρ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ξένο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2009 αγωγή και την από 29-7-2014 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1250/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2422/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 5-11-2018 και 2-11-2018 αιτήσεις τους και οι αναιρεσείοντες της από 5-11-2018 αίτησης και με τους από 4-2-2021 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, εκτός από την αναιρεσίβλητη στην από 5-11-2018 αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν παραστάθηκε. Οι πληρεξούσιοι ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες: α) από 5-11-2018 αίτηση των Γ. Ρ. και της Σ. Ρ. κατά της Μ. Κ. μετά των από 4-2-2021 προσθέτων αυτής λόγων, και β) από 2-11-2018 αίτηση της Μ. Κ. κατά των Γ. Ρ. και της Σ. Ρ., για αναίρεση της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, υπ` αριθ. 2422/2018 απόφασης του Εφετείου Aθηνών πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Με την προσβαλλόμενη ως άνω απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης-αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1250/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή κατ` ουσίαν η αγωγή των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων. Οι ως άνω αιτήσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτές [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3ΚΠολΔ).
Α. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 5-11-2018 ΑΙΤΗΣΕΩΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟ 4-2-2021 ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΛΟΓΩΝ:
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ολΑΠ 14/2015).
Περαιτέρω, στο άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, που περιλαμβάνει διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων μετά την αναστολή λειτουργίας τους προς αντιμετώπιση του ιού COVID-19, ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου...
Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που η συζήτηση αίτησης αναιρέσεως ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID- 19, με πράξη του προέδρου του αντίστοιχου τμήματος του Αρείου Πάγου ορίζεται νέα σύντομη δικάσιμος, χωρίς όμως να απαιτείται να επιδοθεί κλήση από τον έναν διάδικο στον άλλο για τη συζήτηση της υπόθεσης, καθώς η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο που γίνεται από τον γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατ` αναλογική δε εφαρμογή των όσων ισχύουν σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης με αίτημα των διαδίκων και εγγραφής της στο πινάκιο από το γραμματέα (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' αυτού), προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής λόγω της εγγραφής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος, κατά την νέα δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ` αριθ. … έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … Θ. Α., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, με επιμέλεια των οποίων προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-3-2021, προκύπτει ότι αντίγραφο της άνω αίτησης των αναιρεσειόντων, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση δεν εκφωνήθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων συνεπεία της πανδημίας COVID-19. Ακολούθως, δυνάμει του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021, εκδόθηκε η από 12-5-2021 Πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε αυτεπαγγέλτως ως νέα ημέρα συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως στο ακροατήριο η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (27-9-2021) και με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο, η εγγραφή δε αυτή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως (27-9-2021), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσίβλητη ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, ενόψει του ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, δυνάμει του προαναφερόμενου αυτεπάγγελτου προσδιορισμού της συζήτησης για την παρούσα δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και η απολιπόμενη αναιρεσίβλητη είχε κλητευθεί νομίμως για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 8-3-2021, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2, 571 παρ. 1 και 111 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει ότι τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως που είχε αρχικώς οριστεί και όχι εκείνης που προσδιορίστηκε μετ' αναβολή ή ματαίωση (Ολομ ΑΠ 143/1984), στις οποίες (ημέρες) δεν υπολογίζονται η ημέρα καταθέσεως, επιδόσεως και συζητήσεως (ΟλΑΠ 33/1996).
Η παράλειψη τηρήσεως των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη των πρόσθετων λόγων ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν.1157/12.5.1981 η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επομένη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7μ.μ.
ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας." Από τη σαφή διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, όπως και των ομοίων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας, όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει με εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα (7 μ.μ.) της επόμενης εργάσιμης ημέρας (ΟλΑΠ 266/1985).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών, οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των προσθέτων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αναίρεσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 956/2021,ΑΠ 893/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε για τη δικάσιμο της 8 Μαρτίου 2021, κατά την οποία η υπόθεση, όπως αναφέρθηκε, δεν εκφωνήθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων συνεπεία της πανδημίας και προσδιορίστηκε εκ νέου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν το από 4-2-2021 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης αυθημερόν (4-2-2021), σύμφωνα με την επισυναπτόμενη οικεία πράξη κατάθεσης που συντάχθηκε από τον αρμόδιο γραμματέα, επέδωσαν δε αντίγραφο του εν λόγω δικογράφου στην αναιρεσίβλητη στις 5-2-2021, με αποτέλεσμα η τριακοστή ήμερα από την επομένη της κατά τα άνω κατάθεσης να συμπίπτει με την 7-3-2021, ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο αυτού του έτους.
Συνεπώς η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινομένη αντιστοίχως, λήγει την 7η μ.μ. της επομένης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή της 8-3-2021, η οποία είναι η ορισθείσα δικάσιμος της υπόθεσης, η συζήτηση της οποίας όμως είχε οριστεί για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία, αφού η ημέρα επίδοσης και η ημέρα της δικασίμου δεν υπολογίζονται.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτοι, μη εφαρμοζομένων στην προκείμενη περίπτωση των διατάξεων του άρθρου 83 παρ. 1 και 9 του ν. 4790/2021, κατά τι οποίες αφενός μεν δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων το χρονικό διάστημα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α' 76), αφετέρου δε, όταν μετά τη λήξη της ως άνω αναστολής δεν επαρκεί για να τηρηθούν, σε σχέση με την ορισθείσα δικάσιμο, οι προθεσμίες άσκησης των πρόσθετων λόγων, παρέχεται η δυνατότητα παραδεκτής άσκησης προσθέτων λόγων κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεδομένου ότι αυτές δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις εκείνες που ασκήθηκαν οι πρόσθετοι λόγοι κατά τον χρόνο κανονικής λειτουργίας του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, οπότε υπήρχε η δυνατότητα τήρησης της πιο πάνω προθεσμίας των τριάντα ημερών μέχρι την αρχικά οριθείσα δικάσιμο, αλλά παρ' όλα αυτά οι πρόσθετοι λόγοι κατατέθηκαν εκπροθέσμως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 303 του ΑΚ, όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει, προς τούτο δε οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εκείνου, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 ΚΠολΔ και 303 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος από οποιαδήποτε αιτία, είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση (π.χ εντολή, εταιρία) ή από οιονεί σύμβαση, ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίστηκε ξένη, ολικά ή μερικά, περιουσία (ή έστω και μια υπόθεση) η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεώνεται σε λογοδοσία προς εκείνον την περιουσία ή την υπόθεση του οποίου διαχειρίστηκε.
Υποχρέωση δηλ. για λογοδοσία μπορεί να γεννηθεί από οποιαδήποτε σύννομη σχέση (ενοχικού ή εμπραγμάτου ή άλλου δικαιώματος). Ειδικότερα, στο άρθρο 718 ΑΚ ορίζεται ότι ο εντολοδόχος υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα περί της ανατεθείσας υποθέσεως μετά δε το πέρας της εντολής οφείλει λογοδοσία.
Η υποχρέωση λογοδοσίας υπάρχει ανεξάρτητα από τον τρόπο που επήλθε το πέρας της εντολής, ενώ σε περίπτωση θανάτου του εντολέα, η λογοδοσία δίδεται στους κληρονόμους του. Αν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού, δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσίλογου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 - 477 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 360/2014, ΑΠ 977/1997, ΑΠ 1625/1995).
Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε εξώδικη λογοδοσία σύμφωνα με τους άνω όρους και τύπο ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει τον λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος, αφού έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση, με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέλησή τους ότι εφεξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 437/2012, ΑΠ 977/1997).
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι έθεσε υπόψη του ενάγοντος τους σχετικούς λογαριασμούς, τους οποίους ενέκρινε ο τελευταίος πριν από την άσκηση της αγωγής λογοδοσίας, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής αυτής. Η ένσταση αυτή για να είναι ορισμένη αρκεί να περιέχει τα απαιτούμενα για την κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης στοιχεία, δηλαδή ότι ο ενάγων δεξίλογος ενέκρινε τον λογαριασμό που του ανακοίνωσε ο εναγόμενος και αναγνώρισε έτσι το αποτέλεσμα τούτου.
Αναφορά των κονδυλίων του λογαριασμού που εγκρίθηκε δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω ένσταση στηρίζεται, όπως εκτέθηκε, στη συμφωνία των μερών ότι θα ισχύει εφεξής μόνο το αποτέλεσμα του λογαριασμού και συνακόλουθα ότι δεν θα επανέλθουν οι συμβαλλόμενοι στα επί μέρους κονδύλια τούτου (ΑΠ 437/2012). Η αξίωση λογοδοσίας υπόκειται στην ελεύθερη διάθεση των ενδιαφερομένων και δικαιούχων μερών, που μπορούν να παραιτηθούν είτε ρητά είτε σιωπηρά από αυτήν και επομένως, ο εναγόμενος στη δίκη λογοδοσίας, επικαλούμενος παραίτηση εκ μέρους του ενάγοντος του δικαιώματος λογοδοσίας, προβάλλει ένσταση καταλυτική της αγωγής (ΑΠ 1599/2011).
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν, από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 1/1999). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. (ΑΠ 10/2021, ΑΠ 59/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 2-12-2004, αποβίωσε στα … της …, ο Νικόλαος Γ. Ρ.., πατέρας των εναγόντων και αδελφός της εναγομένης. Ο τελευταίος, με τη με αριθμό … δημόσια διαθήκη του,...
εγκατέστησε, ως μοναδικούς κληρονόμους του, τους ενάγοντες (αναιρεσείοντες), τέκνα αυτού.... κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένα, σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του και επομένως και στις απαιτήσεις του κατά τρίτων. Σύμφωνα με όρο της διαθήκης αυτής, τη διαχείριση της περιουσίας του, ανέθεσε στον αδελφό του, Α.
Ρ., ορίζοντας ότι πρέπει να την ασκεί επ' ωφελεία των παραπάνω κληρονόμων του (εναγόντων), μέχρι τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας τους, οπότε όρισε ότι οι ενάγοντες, θα αναλάμβαναν τη διαχείριση της κληρονομιαίας περιουσίας. Την ηλικία δε αυτή είχαν συμπληρώσει οι τελευταίοι, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, στις 25-11-2009, καθώς ο πρώτος ενάγων γεννήθηκε στις 21-1-1982, ενώ η δεύτερη ενάγουσα στις 5-4-1983 και συνεπώς κατά την άσκηση της αγωγής είχαν αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του παραπάνω δικαιοπαρόχου τους.
Περαιτέρω, ο Ν. Ρ., το έτος 1991, σε ηλικία 50 ετών, προσβλήθηκε από σοβαρή και ανίατη νευρολογική νόσο, το σύνδρομο Gruillain-Barre και πολυρριζονευρίτιδα που τον καθιστούσε παράλυτο, ενώ είχε υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη στο νευρικό του σύστημα και συγκεκριμένα ανοϊκή εγκεφαλοπάθεια, με συμπτώματα, μυοκλονίες, τρόμο, σπασμούς, αδυναμία ορθοστάτησης, βάδισης και άρθρωσης λόγου.
Επιπλέον το έτος 1995 υπέστη έμφραγμα μυοκαρδίου και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής της υγείας του, κατά το χρονικό διάστημα, από το έτος 1991 μέχρι το έτος 1995, νοσηλεύτηκε κατά διαστήματα, σε διάφορα νοσοκομεία της ….,... αλλά και στο εξωτερικό.... ενώ από το έτος 1996 μέχρι το θάνατό του, νοσηλευόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα, στο Γενικό Νοσοκομείο των … …, "…",...
Μετά την εκδήλωση της ασθένειάς του, από το έτος 1993 μέχρι και το θάνατό του, διέμενε στο χωριό... … …., στην πατρική οικία, μαζί με τον αδελφό του, Α. Ρ., αγρότη, και τη σύζυγό του, …, οι οποίοι δεν είχαν αποκτήσει τέκνα. Εκεί τον επισκέπτονταν κατά καιρούς, οι ενάγοντες - τέκνα του, οι οποίοι φιλοξενούνταν από το θείο τους, Α.
Ρ. και τη σύζυγό του. Οι τελευταίοι είχαν αναλάβει αποκλειστικά τη φροντίδα του πατέρα τους,... Στα πλαίσια της παραπάνω κατάστασης της υγείας του, συνεπεία της οποίας αδυνατούσε να διαχειρίζεται τις προσωπικές του υποθέσεις, δυνάμει ειδικών και γενικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων, χορήγησε στην εναγομένη (αναιρεσίβλητη), αδελφή του, την εντολή και πληρεξουσιότητα διενέργειας διαχειριστικών πράξεων, επί της περιουσίας του.
Ειδικότερα, α) με το με αριθμό … πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου … Α. Κ., διόρισε ως ειδική αυτού πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο την εναγομένη, στην οποία χορήγησε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, να διαχειρίζεται τον κοινό λογαριασμό που είχε αυτός με την άνω εντολοδόχο στην … (κατάστημα …), να κάνει αναλήψεις για οποιοδήποτε λόγο, είτε για αγορά διαμερισμάτων, είτε για οποιαδήποτε ανάγκη, χωρίς να υποχρεούται οποιασδήποτε λογοδοσίας προς αυτόν, να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο απαιτηθεί για το σκοπό αυτό, να αγοράζει από κοινού με τον εντολέα της με οποιοδήποτε τίμημα και με οποιουσδήποτε όρους διαμερίσματα εντός Α….
και να παραλαμβάνει για λογαριασμό του τα ακίνητα που θα αγοράσει, β) με το με αριθμό … πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου … Δ. Λ., χορήγησε στην εναγομένη την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως, ι) διαχειρίζεται κοινό λογαριασμό που είχε ο ίδιος με την εντολοδόχο του, σε οποιαδήποτε Τράπεζα ή Οργανισμό ή Ταμείο Δημόσιο, να κάνει αναλήψεις για οποιοδήποτε λόγο, είτε για είτε για αγορά ακινήτων, είτε για οποιαδήποτε ανάγκη, χωρίς να υποχρεούται οποιασδήποτε λογοδοσίας προς τον εντολέα της, να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο απαιτηθεί για το σκοπό αυτό, ιι) να προβαίνει στην αγορά οποιουδήποτε ακινήτου, οπουδήποτε και αν βρίσκεται, να συμφωνεί και να πληρώνει το τίμημα ή να υπόσχεται την πληρωμή και να παραλαμβάνει για λογαριασμό του εντολέα της, τα ακίνητα που θα αγοράσει, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή..., ιιι) να προβαίνει στην πώληση ακινήτων του εντολέα της και να μεταβιβάσει, παραχωρήσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς οποιονδήποτε, με οποιοδήποτε τίμημα, όρους και συμφωνίες εγκρίνει, να εισπράττει το τίμημα ...
νi) να προβαίνει σε σύσταση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ή με παρακράτηση της επικαρπίας επί του εξ αδιαιρέτου μεριδίου που έχει ο εντολέας της, επί ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "…." της κτηματικής περιφέρειας Δήμου Κ. Κ., έκτασης περίπου 600 τμ... και γ) με τα με αριθμούς … πληρεξούσια του συμβολαιογράφου Κ.
Κ., Ε. Κ., διόρισε την εναγομένη, ως ειδική αυτού πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο, στην οποία χορήγησε την εντολή πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, όπως αντί αυτού και εξ ονόματος και για λογαριασμό του, εισπράττει και προεξοφλεί από οποιοδήποτε κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ή οποιασδήποτε άλλης τράπεζας που έχει κατάστημα στην Ελλάδα, να πληρώνεται από οποιοδήποτε Ταμείο, Τράπεζα ή Οργανισμό (ΕΛΤΑ ΜΤΠΥ κλπ) το μηνιαίο ή δεκαπενθήμερο μισθό του (του εντολέα) από το Νοσοκομείο … ή την μηνιαία σύνταξή του, τις κάθε φορά χορηγούμενες αναδρομικές αυξήσεις, καθυστερούμενα ποσά, δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα, βοηθήματα, επιδόματα και γενικά κάθε είδους τακτικές ή έκτακτες παροχές, που είναι σχετικές με μισθούς ή και συντάξεις του εντολέα.
Επίσης, να οπισθογραφεί επιταγές που εκδίδονται για το σκοπό αυτό, να υπογράφει αντ' αυτού μισθοδοτικές καταστάσεις και να υποβάλει κάθε είδους αιτήσεις, δηλώσεις, αποδείξεις ή άλλου είδους έγγραφα για τα οποία απαιτείται η υπογραφή της και γενικά να παρέχει τις δέουσες αποδείξεις και εξοφλήσεις. Να ενεργεί δε και κάθε άλλη πράξη μέσα στα πλαίσια των εντολών που της δίδονταν με τα ως άνω πληρεξούσια, ακόμη και αν δεν αναφερόταν σ' αυτά, που ήταν, όμως, απαραίτητη για την εκτέλεση των εντολών αυτών.
Επιπλέον, με το άνω, με αριθμό … πληρεξούσιο, χορήγησε στην εναγομένη και την πρόσθετη εντολή, πληρεξουσιότητα και δικαίωμα, να καταθέτει και να αναλαμβάνει χρήματα σε οποιοδήποτε και από οποιοδήποτε λογαριασμό του εντολέα, από οποιαδήποτε τράπεζα που έχει υποκατάστημα στην Ελλάδα, οποιουδήποτε ύψους και να κλείνει τραπεζικούς λογαριασμούς και γενικά να συναλλάσσεται για λογαριασμό του, με οποιαδήποτε τράπεζα, υπογράφοντας και στην περίπτωση αυτή κάθε απόδειξη, ένταλμα ή άλλο παραστατικό.
Περαιτέρω, ο άνω εντολέας της εναγομένης, Ν. Ρ., διατηρούσε τους παρακάτω τραπεζικούς λογαριασμούς: α) το με αριθμό … λογαριασμό στην …. Τράπεζα …., για τον οποίο γίνεται αναφορά στο παραπάνω, με αριθμό … πληρεξούσιο, β) το με αριθμό … λογαριασμό στην…. , ο οποίος ανοίχθηκε στις … και ήταν κοινός του ίδιου και της εναγομένης, γ) το με αριθμό … λογαριασμό στην … και ήδη … , ο οποίος ανοίχθηκε στις … και έκλεισε στις …, με πρώτο δικαιούχο τον ίδιο και δεύτερη δικαιούχο την εναγομένη, δ) το με αριθμό … λογαριασμό στην … και ήδη …, ο οποίος ανοίχθηκε στις … και έκλεισε στις … , με πρώτο δικαιούχο τον ίδιο και δεύτερη δικαιούχο την εναγομένη, ε) το με αριθμό ….
λογαριασμό στην …, ο οποίος ανοίχθηκε στις …, με συνδικαιούχους τον ίδιο και την εναγομένη, ο οποίος μετά την εξαγορά της …. από την Τράπεζα … μεταφέρθηκε στην Τράπεζα… , με αριθμό … και δικαιούχους τους ίδιους και στ) το με αριθμό … λογαριασμό στην… , (ήδη Τράπεζα… ), ο οποίος ανοίχθηκε στις … και ήταν ομοίως κοινός του ίδιου και της εναγομένης.
Στους κοινούς αυτούς λογαριασμούς, τους οποίους διαχειριζόταν δυνάμει των παραπάνω πληρεξουσίων η εναγομένη, εισέρρεαν χρήματα τα οποία ανήκαν στον εντολέα της, δικαιοπάροχο των εναγόντων, όπως δεν αμφισβητεί αυτή. Η τελευταία ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και ήδη με το σχετικό με αριθμό 2γ λόγο της έφεσής της, ότι ο εντολέας της έχει ρητά παραιτηθεί από το δικαίωμα λογοδοσίας όσον αφορά τη διαχείριση των παραπάνω λογαριασμών, επικαλούμενη, ότι η εν λόγω παραίτηση έλαβε χώρα με τα προαναφερθέντα, με αριθμούς … συμβολαιογραφικά πληρεξούσια και έτσι η ίδια, σύμφωνα με τη βούληση του εντολέα της έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση λογοδοσίας.
Πράγματι, όπως ήδη αναφέρθηκε με το με αριθμό … πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου …. Α. Κ., ο Ν. Ρ. χορήγησε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στην εναγομένη, να διαχειρίζεται τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε αυτός με την άνω εντολοδόχο στην … (κατάστημα ….), ο οποίος ήταν ο πρώτος από τους παραπάνω, με αριθμό ….
λογαριασμός και ειδικότερα να κάνει αναλήψεις για οποιοδήποτε λόγο, είτε για αγορά διαμερισμάτων, είτε για οποιαδήποτε χωρίς να υποχρεούται οποιασδήποτε λογοδοσίας προς αυτόν και ως εκ τούτου όσον αφορά το λογαριασμό αυτό η εναγομένη δεν έχει υποχρέωση λογοδοσίας. Επίσης, με το με αριθμό …. πληρεξούσιο, ο άνω εντολέας της εναγόμενης, χορήγησε σ' αυτή την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, να διαχειρίζεται κοινούς λογαριασμούς που είχε ο ίδιος με την εντολοδόχο του - εναγομένη, σε οποιαδήποτε Τράπεζα ή Οργανισμό ή Ταμείο Δημόσιο, να κάνει αναλήψεις για οποιοδήποτε λόγο, είτε για αγορά ακινήτων, είτε για οποιαδήποτε ανάγκη, χωρίς να υποχρεούται οποιασδήποτε λογοδοσίας προς αυτόν.
Η απαλλαγή από την υποχρέωση λογοδοσίας της εναγομένης επί των κοινών λογαριασμών, που δόθηκε με το τελευταίο πληρεξούσιο αφορά τη διαχείριση των κοινών λογαριασμών που υπήρχαν τη δεδομένη χρονική στιγμή, καθώς ουδεμία αναφορά γίνεται σε κοινούς λογαριασμούς που θα ανοιχθούν στο μέλλον, όπως κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δεν πλήττεται κατά τούτο.
Επιπλέον, με την εκκαλουμένη κρίθηκε ότι, όσον αφορά το με αριθμό … λογαριασμό στην… , (ήδη Τράπεζα…), ο οποίος ανοίχθηκε στις …, η εναγομένη δεν έχει υποχρέωση λογοδοσίας, καθώς οι συναλλαγές από το λογαριασμό αυτό, ξεκινούν μετά το θάνατο του εντολέα, καθώς και ότι με βάση τα πιο πάνω πληρεξούσια, η εναγομένη έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση λογοδοσίας από τη διαχείριση των λογαριασμών με αριθμούς, … στην … και … στην … (μετέπειτα Τράπεζα… ), οι οποίοι υπήρχαν κατά το χρόνο σύνταξης των άνω πληρεξουσίων, όχι, όμως, και από τους λοιπούς λογαριασμούς.
Ωστόσο, κατά το χρόνο σύνταξης του τελευταίου πληρεξουσίου (…), αποδείχθηκε ότι τηρούνταν και οι πιο πάνω στοιχ. β, γ και δ λογαριασμοί και συγκεκριμένα, ο με αριθμό … λογαριασμός στην …, ο οποίος ανοίχθηκε στις... και οι με αριθμούς … λογαριασμοί στην … και ήδη …, οι οποίοι ανοίχθηκαν στις …., αντίστοιχα..., ενώ ο παραπάνω υπό στοιχ.
ε, με αριθμό …λογαριασμός στην … (ήδη Τράπεζα… ), ο οποίος ανοίχθηκε στις …, μετά την εξαγορά της … μεταφέρθηκε στην Τράπεζα …, με αριθμό …. (βλ. την από …. βεβαίωση της Τράπεζας …). Από την προσκομιζόμενη δε από τους ενάγοντες καρτέλα κίνησης του άνω υπό στοιχ. ε από τους παραπάνω λογαριασμούς (…), ο οποίος όπως προαναφέρθηκε μεταφέρθηκε στην Τράπεζα …, με αριθμό…. , προκύπτει ότι αναλήφθηκε μέχρι το θάνατο του εντολέα Ν.
Ρ., το ποσό των 130.795 ευρώ.
Συνεπώς, με βάση τα προεκτεθέντα, η εναγομένη δεν υποχρεούται προς παροχή λογοδοσίας στους ενάγοντες για τη διαχείριση των άνω λογαριασμών, με αριθμούς, …. στην … , …. και στην …, ήδη … και το λογαριασμό …, ο οποίος είναι ίδιος με το λογαριασμό με αριθμό…, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασής της, περί παραίτησης του εντολέα από τη λογοδοσία και απαλλαγής της ίδιας από τη λογοδοσία, όσον αφορά τους λογαριασμούς αυτούς.
Το πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι η εναγομένη υποχρεούται σε λογοδοσία της διαχείρισης, επί των τραπεζικών λογαριασμών, με αριθμούς … στην…, …και … στην… , ήδη … ΤΡΑΠΕΖΑ και το λογαριασμό …, ο οποίος, όμως, είναι ο ίδιος με το λογαριασμό…, για τον οποίο το ίδιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εντολέας παραιτήθηκε της λογοδοσίας, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση της εναγομένης ως προς τους λογαριασμούς αυτούς, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων.
Και τούτο διότι, όπως αποδείχθηκε, όλοι οι πιο πάνω λογαριασμοί, ανοίχθηκαν σε χρόνους προγενέστερους από τη σύνταξη του με αριθμό … πληρεξουσίου, με το οποίο ο εντολέας της εναγομένης Ν. Ρ., παραιτήθηκε από το δικαίωμα λογοδοσίας, απαλλάσσοντας έτσι την εναγομένη από την υποχρέωση αυτή, όσον αφορά τους υφιστάμενους κατά το χρόνο σύνταξής του, κοινούς λογαριασμούς, όπως βάσιμα υποστηρίζει η τελευταία, με τους διαλαμβανόμενους στον παραπάνω λόγο της έφεσής της ισχυρισμούς....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μόνον κατά το μέρος που υποχρέωσε σε λογοδοσία την αναιρεσείουσα αναφορικά με τη διαχείριση των λογαριασμών με αριθμούς …. Στην… , … και …. στην … (ήδη … ΤΡΑΠΕΖΑ), καθώς και του λογαριασμού ….
στην … Τράπεζα, για τον οποίο δέχθηκε ότι είναι ο ίδιος με το λογαριασμό …, ως προς τον οποίο η αναιρεσίβλητη είχε ήδη απαλλαγεί πρωτοδίκως, και ακολούθως, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, απέρριψε κατά το μέρος αυτό την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ κατά τα λοιπά και ειδικότερα ως προς την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς παροχή λογοδοσίας για τη διαχείριση του τιμήματος πωλήσεως ακινήτων και χρημάτων από συντάξεις κλπ, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης-εναγομένης καταλυτικής της αγωγής ένστασης περί παραιτήσεως του εντολέως της, δυνάμει του ανωτέρω … πληρεξουσίου, από το δικαίωμα λογοδοσίας όσον αφορά τη διαχείριση των λογαριασμών αυτού … στην… , … και … στην … (ήδη … τράπεζα), που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων, καθόσον, ειδικότερα, α) ενώ αρχικώς δέχεται ότι με το ως άνω πληρεξούσιο ο πατέρας των αναιρεσειόντων, χορήγησε στην αναιρεσίβλητη την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, "όπως, α) διαχειρίζεται κοινό λογαριασμό που είχε ο ίδιος με την εντολοδόχο του σε οποιαδήποτε Τράπεζα ή Οργανισμό ή Ταμείο Δημόσιο", χωρίς να υποχρεούται οποιασδήποτε λογοδοσίας προς τον εντολέα της, στη συνέχεια δέχεται ότι με το εν λόγω πληρεξούσιο "ο άνω εντολέας της εναγόμενης, χορήγησε σ' αυτή την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, να διαχειρίζεται "κοινούς λογαριασμούς" που είχε ο ίδιος με την εντολοδόχο του - εναγομένη, σε οποιαδήποτε Τράπεζα ή Οργανισμό ή Ταμείο Δημόσιο, με αποτέλεσμα να προκαλείται ασάφεια, σχετικά με το αν η εντολή διαχείρισης προς την αναιρεσίβλητη και η αντίστοιχη παραίτηση από τη λογοδοσία του εντολέως αυτής αφορούσε έναν μόνον τηρούμενο κοινό λογαριασμό σε κάθε τράπεζα ή όλους τους υπάρχοντες, κατά τον χρόνο χορήγησης του πληρεξουσίου, κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς του εντολέως και της εντολοδόχου, β) διαλαμβάνεται η δεύτερη ως άνω παραδοχή, χωρίς να διευκρινίζεται, αν αυτή προκύπτει από αυτό καθ' εαυτό το περιεχόμενο του πληρεξουσίου ή από τη συνεκτίμηση αυτού και με άλλα αποδεικτικά μέσα ή, τέλος, αν είναι προϊόν αναζήτησης της αληθούς βούλησης του πατέρα των αναιρεσειόντων, γ) η ασάφεια αυτή επιτείνεται, ενόψει και των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η υγεία του πατέρα των αναιρεσειόντων ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη λόγω πολλαπλών παθήσεων αυτού, σε συνδυασμό και με τη μη αναγραφή κατά τρόπο συγκεκριμένο των τραπεζικών λογαριασμών τους οποίους αφορούσε το πληρεξούσιο, δ) δέχεται τελικά η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο εντολέας της αναιρεσίβλητης απάλλαξε αυτήν από την υποχρέωση λογοδοσίας για όλους τους υφιστάμενους κατά τον χρόνο σύνταξης του πληρεξουσίου, κοινούς λογαριασμούς, χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχές, αν ο πατέρας των αναιρεσειόντων ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι ετηρούντο στις τράπεζες περισσότεροι του ενός κοινοί λογαριασμοί και, σε καταφατική περίπτωση, γιατί τότε στο πληρεξούσιο έγινε αναφορά σε "κοινό λογαριασμό" και όχι σε "κοινούς λογαριασμούς" και ε) ουδόλως εξηγεί, με αντίστοιχη παραδοχή, αν το γεγονός της εγκατάστασης των αναιρεσειόντων ως μοναδικών κληρονόμων του πατέρα τους, με την προγενέστερη του πληρεξουσίου από … δημόσια διαθήκη αυτού, και της προβλεπόμενης ανάληψης από αυτούς της διαχείρισης της κληρονομιαίας περιουσίας του, δικαιολογεί την απαλλαγή αυτή της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωση λογοδοσίας για όλους τους υφιστάμενους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς.
Επομένως, οι τρεις λόγοι της αίτησης αναίρεσης, καθό μέρος με αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αυτοί παραδεκτά συμπληρώνονται αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμοι. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1851/2007).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 382/2020, ΑΠ 156/2020). Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 274/2020, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 259/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Επομένως, όταν η αγωγή αποτελείται από περισσότερα κεφάλαια και απορριφθεί ως προς ένα μόνο, γίνει δε δεκτή ως προς τα λοιπά, η έφεση του εναγομένου για τα κεφάλαια που έγιναν δεκτά, μεταβιβάζει την υπόθεση στο Εφετείο μόνον για τα κεφάλαια αυτά και όχι για το κεφάλαιο που έχει απορριφθεί για το οποίο άλλωστε δεν έχει έννομο συμφέρον να παραπονεθεί.
Επομένως, αν ο ενάγων επιθυμεί την ανατροπή της πρωτοβάθμιας απόφασης και ως προς το κεφάλαιο αυτό ως προς το οποίο νικήθηκε, πρέπει να ασκήσει ο ίδιος έφεση, διότι διαφορετικά το κεφάλαιο αυτό δεν μεταβιβάζεται στο Εφετείο και το τελευταίο δεν μπορεί, ενόψει της παραπάνω διατάξεως να το εξετάσει ούτε μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά παραδοχή κάποιου λόγου έφεσης του εναγομένου για κεφάλαια της αγωγής που έγιναν δεκτά (ΑΠ 742/2013, ΑΠ 1349/2008, ΑΠ 192/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, με το να δεχθεί, ότι η αναιρεσίβλητη έχει απαλλαγεί της λογοδοσίας για τη διαχείριση του υπ' αριθ. … κοινού λογαριασμού στην … Τράπεζα και, συνεπώς, δεν έχει υποχρέωση λογοδοσίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ.
… πληρεξουσίου της συμβ/φου Κ. Α. Κ., αφού από διαγνωστικό σφάλμα δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω πληρεξούσιο και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η εντολή προς διαχείριση αφορούσε τον παραπάνω υπ' αριθ. … κοινό λογαριασμό, ενώ στην πραγματικότητα ο αναφερόμενος στο πληρεξούσιο λογαριασμός ήταν διαφορετικός και, έτσι, το Εφετείο, στηριζόμενο αποκλειστικά στο εν λόγω αποδεικτικό έγγραφο, κατέληξε σε επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο δεν ερεύνησε την ένσταση της αναιρεσίβλητης περί απαλλαγής της από τη λογοδοσία όσον αφορά τη διαχείριση του πιο πάνω τραπεζικού λογαριασμού, καθόσον, η εν λόγω ένσταση είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απάλλαξε αυτήν από την υποχρέωση λογοδοσίας ως προς τον παραπάνω υπ' αριθ.
… λογαριασμό, χωρίς οι ενάγοντες αναιρεσείοντες να προσβάλλουν με έφεση την πρωτόδικη απόφαση κατά τη σχετική απορριπτική της αγωγής διάταξη και συνεπώς δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση κατά το μέρος τούτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έφεση άσκησε μόνον η αναιρεσίβλητη και μόνον κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσειόντων και υποχρεώθηκε σε λογοδοσία και στο οποίο δεν περιλαμβανόταν ο λογαριασμός αυτός.
Η σχετική δε αναφορά στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έγινε διηγηματικά κατά τον προσδιορισμό του ερευνητέου μέρους της υπόθεσης στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι και κατά το μέρος τούτο δεν εξεκλήθη η πρωτόδικη απόφαση και συνακόλουθα δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή των γενομένων δεκτών ως βασίμων αναιρετικών λόγων, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει τους λοιπούς, από τους αρ. 20 και 11γ, λόγους αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαια, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η εκδίκασή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (αρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
Β) ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 2-11-2018 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ: Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010).
Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1405/2019, ΑΠ 466/2019, ΑΠ 17617, ΑΠ 516/2016).
Περαιτέρω, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 1078/2015). Κατά τα άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ, απόδειξη δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής τού αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, πρέπει δε να είναι σαφής και συγκεκριμένη.
Ειδικότερα, δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου ή του εισηγητή δικαστή αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 398/2020,ΑΠ 1416/2007, ΑΠ 115/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της από 2-11-2018 αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.11 γ' ΚΠολΔ, αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα α) την προσκομισθείσα από αυτή από … βεβαίωση της Τράπεζας… , στην οποία βεβαιώνεται ότι "...στον υπ' αριθ.
…. κοινό λογαριασμό που τηρείτο στο Κατάστημα …. …. επ' ονόματι της Μ. χήρας Γ. Κ. και του Ρ. Γ.Ν., ως συνδικαιούχου αυτού, πραγματοποιήθηκε την 30-6-1997 πίστωση ποσού δραχμών είκοσι επτά εκατομμυρίων (27.000.000.000) δραχμών", το οποίο αφορούσε μέρος του τιμήματος πώλησης των ακινήτων, που κατατέθηκε στον πιο πάνω λογαριασμό, ο οποίος με την προσβαλλομένη απόφαση εξαιρέθηκε της λογοδοσίας και β) την περιεχόμενη στην από 28-11-2017 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητοι ενώπιον του Εφετείου δικαστική ομολογία αυτών, με την οποία ομολογούν ότι "Η αντίδικος άνοιξε τον ως άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό επί σκοπώ προκειμένου να πιστωθεί μέρος του πραγματικού τιμήματος της πώλησης του ακινήτου....
Πράγματι, σύμφωνα με την από 10.11.2017 επιστολή της … προς τη Μ. χήρα Γ. Κ.... μόνο στον ως άνω τραπεζικό λογαριασμό πιστώθηκε στις 30.6.1997 μέρος του πραγματικού τιμήματος από την πώληση του ακινήτου, ήτοι ή 79,236 ευρώ". Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και "όλα γενικά τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου.." και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενο έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το πιο πάνω φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, καθό μέρος με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση, ότι από το εν λόγω έγγραφο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του ως άνω εγγράφου και επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση του προαναφερόμενου αποδεικτικού μέσου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού λόγω αοριστίας, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση της δικαστικής αυτής ομολογίας των αναιρεσιβλήτων από την αναιρεσείουσα ενώπιον του Εφετείου, από την προαναφερόμενη περικοπή της προσθήκης-αντίκρουσης των αναιρεσιβλήτων ουδόλως συνάγεται σαφής και συγκεκριμένη δικαστική ομολογία αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, δηλαδή παραδοχή πραγματικών περιστατικών που να ιδρύουν τις προταθείσες από την αναιρεσείουσα ενστάσεις περί παροχής εξώδικης λογοδοσίας από αυτή στον εντολέα της και απαλλαγής της από την υποχρέωση λογοδοσίας ως προς το τίμημα των πωλήσεων.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερος σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία των αντιδίκων της, είναι απαράδεκτος Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη από 2-11-2018 αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη συνεκδίκαση των αναφερόμενων στο σκεπτικό αιτήσεων αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την από 5-11-2018 αίτηση των Γ. Ρ. και Σ. Ρ..
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 2422/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου. Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσίβλητη τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-11-2018 αίτηση της Μ. χήρας Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2422/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ