Legislator Case Law & Legislation
527/2018 AI generated

527/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 527/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

527/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
weighting of the starting amount effective date cause of action basis of calculation inadequate constitutional complaint statutory default interest
AI generated
653/2019
Υπόκεινται προς κρίση η από 6-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 7264/2017 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και η από 1-6-2017 και με αριθμό κατάθεσης 3902/2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Η. Π. και λοιπών (15 συνολικά), κατά της 1903/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 108/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 29-3-2011 αγωγής, που κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμό 1743/2011. Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
332/2014
Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96 παρ.
918/2023
Supreme Court allows appeal against public entity's default judgment on unjust enrichment claim due to misapplication of limitation period rules.
341/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
551/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 527 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 527/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Φ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πετρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Π. συζύγου Μ. Κ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αγγέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-8-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6570/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2707/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-6-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ’ ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ’ ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην (ΑΠ Ολομ. 30/1995, ΑΠ 1816/2008). Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το αρθρ. 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, ότι κατά παράβαση των άρθρων 18, 45, 46 και 221 παρ. 1β ΚΠολΔ δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ έπρεπε να παραπέμψει αυτήν προς εκδίκαση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα και συνεπώς ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 249, 251, 261 και 263 ΑΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη (αξίωση) παραγράφεται. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται μετά από είκοσι (20) έτη. Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, εάν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες από της παραιτήσεως ή απορρίψεως της αγωγής, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

Με την έκφραση "έγερση και πάλι της αγωγής" νοείται έγερση αγωγής υπό του αυτού ενάγοντος κατά του αυτού εναγομένου, στηριζομένη επί της αυτής ιστορικής και νομικής βάσεως με την προηγούμενη αγωγή (ΑΠ 2155/2014). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 304 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, αφού περατωθεί η ψηφοφορία, ο εισηγητής δικαστής συντάσσει το σχέδιο της απόφασης που περιέχει το αιτιολογικό και το διατακτικό της, το οποίο χρονολογεί ο πρόεδρος και το υπογράφει αυτός και ο εισηγητής ...

Από το σχέδιο της παραγράφου 1 δημοσιεύεται η απόφαση σε δημόσια συνεδρίαση. Κατά δε το άρθρο 300 του ίδιου Κώδικα, η απόφαση εκδίδεται μόνο από το δικαστή που έλαβε μέρος στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση ύστερα από την οποία εκδίδεται, και στα πολυμελή δικαστήρια ύστερα από διάσκεψη και ψηφοφορία όλων των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η δικαστική απόφαση θεωρείται ότι εκδόθηκε από τη σύνταξη, τη χρονολόγηση και την υπογραφή του σχεδίου της, η δε δημοσίευσή της από το σχέδιο σε δημόσια συνεδρίαση επιφέρει την τελείωση αυτής, που συνεπάγεται από τότε τις έννομες συνέπειες, οι οποίες πηγάζουν από αυτή (ΑΠ 1637/2009), ενώ πριν από τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση η απόφαση δεν υφίσταται στο νομικό κόσμο και ουδεμία έννομη συνέπεια προκαλεί.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ και απέρριψε τη σχετική ένσταση παραγραφής που είχε προτείνει αυτός ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο εφέσεως.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η εξάμηνη προθεσμία, που τάσσει η ως άνω διάταξη, άρχισε να τρέχει από την 17-2-2012, οπότε κρίθηκε και αποφασίσθηκε η 458/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε ως αόριστο το αίτημα προγενέστερης αγωγής της αναιρεσίβλητης για αναγωγή του υποτιμημένου ποσού της επιδικασθείσης σ’ αυτήν αποζημιώσεως, ασχέτως του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής την 5-3-2012, και ότι κατά συνέπεια μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία του επιδόθηκε στις 29-8-2012, παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν του εξαμήνου και η σχετική αξίωση έχει παραγραφεί.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η απόφαση δεν υφίσταται, ούτε προκαλεί έννομες συνέπειες κατά το χρόνο διασκέψεως και ψηφοφορίας των δικαστών που έλαβαν μέρος στη συζήτηση, αλλά από τη δημοσίευσή της σε δημόσια συνεδρίαση, γεγονός που στην προκειμένη περίπτωση έλαβε χώρα στις 5-3- 2012, έκτοτε δε άρχισε να τρέχει η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 263 ΑΚ, η οποία και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής στον αναιρεσείοντα στις 29-8-2012.

Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Το άρθρο 1063 ΑΚ παρέχει σ’ εκείνον που απώλεσε την κυριότητα κινητού πράγματος συνεπεία της ενώσεώς του με ξένο ακίνητο υπό τους όρους του άρθρου 1057 του ίδιου Κώδικα, το οποίο περιλαμβάνει την ανέγερση οικοδομής με δικά του υλικά σε οικόπεδο άλλου, την απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για το λόγο ότι η μετακίνηση του περιουσιακού αυτού στοιχείου, που επέρχεται από το νόμο προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, είναι κατ’ ουσίαν άδικη.

Η απαίτηση αυτή στρέφεται κατά του κυρίου του ακινήτου κατά το χρόνο της ενώσεως, ο οποίος και ευθύνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 1063 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 904, 908 και 297 ΑΚ, εφόσον είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοση του πράγματος που αποκτήθηκε, διότι κατέστη, λόγω της φύσεώς του, συστατικό του ακινήτου, σε απόδοση της ωφέλειας κατά το χρόνο της ενώσεως του κινητού πράγματος στο ακίνητο, η οποία συνίσταται στην κατά το χρόνο αυτό σε χρήμα αξία του, στην οποία περιλαμβάνεται, προκειμένου για ανέγερση οικοδομής σε ξένο οικόπεδο, και η δαπάνη που ενεργήθηκε γι’ αυτή κατά τον ίδιο χρόνο, κατά το ποσό της οποίας αξίας κατέστη αυτός πλουσιότερος.

Ειδικότερα, ως ωφέλεια νοείται η αξία του κινητού κατά το χρόνο της ενώσεως, στην οποία δεν περιλαμβάνεται και η αξία της εργασίας του ενάγοντος ή των τρίτων που τυχόν προσέλαβε για την ανέγερση της οικοδομής. Στις περιπτώσεις του άρθρου 1063 ΑΚ κρίσιμη αξία του πράγματος που ενώθηκε, είναι, όπως προεκτέθηκε, η αξία του κατά το χρόνο που έγινε η ένωση με το ακίνητο, ο οποίος συμπίπτει κατά κανόνα με το χρόνο επελεύσεως του πλουτισμού στον πλουτήσαντα (ΑΠ 600/86 ΝοΒ 35,732) και ο οποίος χρόνος επελεύσεως του πλουτισμού αποτελεί τη χρονική αφετηρία της παραγραφής της αξιώσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία (αξίωση ) υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή.

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, τις πλημμέλειες ότι αφενός μεν εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ και απέρριψε τη σχετική ένσταση παραγραφής που είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με λόγο εφέσεως, αφετέρου δε διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το χρόνο ενάρξεως της παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η κυριότητα του ακινήτου, στο οποίο ανήγειρε η αναιρεσίβλητη με δαπάνες της οικοδομή, ανήκε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στη μητέρα του ήδη από 27-1-1961, με την εκ μέρους της μεταγραφή της δηλώσεως αποδοχής της κληρονομιάς της δικής της μητέρας, και ότι συνακόλουθα ήταν συγκυρία του ακινήτου αυτού κατά την αποπεράτωση της οικοδομής από την αναιρεσίβλητη στις 15-6-1978, και συνεπώς από την ημερομηνία αυτή και όχι από την 6-2-1990, οπότε εκτελέσθηκε η απόφαση, που αναγνώρισε τη συγκυριότητα της μητέρας του, είχε γεννηθεί η αξίωση της αναιρεσίβλητης να απαιτήσει την κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού αποζημίωσή της για την αξία των υλικών της οικοδομής, που ενώθηκε με το οικόπεδο, και ότι συνεπώς μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής σ’ αυτόν, ως κληρονόμο της μητέρας του, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας και η όποια αξίωση της αναιρεσίβλητης σε βάρος του έχει παραγραφεί.

Επιπλέον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ενώ γίνεται δεκτό στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ως χρόνος γενέσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης είναι ο χρόνος περατώσεως της οικοδομής, δηλαδή η 15-6-1978, στη συνέχεια, αντιφατικά προς την παραδοχή αυτή, το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ότι ο χρόνος πλουτισμού στη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος επήλθε με την απόδοση σ’ αυτήν του ακινήτου στις 6-2-1990, διά της εκτελέσεως της σχετικής αποφάσεως.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Ο χρόνος επέλευσης του πλουτισμού στη δικαιοπάροχο τους (ενν. τον αναιρεσείοντα και τον μη διάδικο αδελφό του Δ.) επήλθε με την απόδοση του ακινήτου σ’ αυτήν την 6-2-1990, κατ’ αναγκαστική εκτέλεση της με αριθμό 2051/1984 απόφασης του Αρείου Πάγου, καθόσον τότε η ίδια εδύνατο να έχει την εξουσία επ’ αυτού, καθώς και οποιαδήποτε ωφέλεια εδύνατο να προσπορίσει, αφετέρου με την ασκηθείσα προγενέστερα ...

αγωγή της ενάγουσας το έτος 1990, ήτοι πριν την πάροδο εικοσαετίας, είτε από το έτος 1978 είτε από το έτος 1990, η παραγραφή της επίδικης αξίωσης αυτής είχε διακοπεί ...". Με τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι η παραγραφή της επίδικης αξιώσεως της αναιρεσίβλητης να απαιτήσει την κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού αποζημίωσή της για την αξία των υλικών της οικοδομής, που ενώθηκε με το οικόπεδο της δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, είχε διακοπεί με την εκ μέρους της επίδοση της από 2-8-1990 αγωγής προς αυτήν.

‘ Ετσι που έκρινε το ως άνω δικαστήριο ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1063, 904, 249, 261 ΑΚ, δεδομένου ότι στη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος ο πλουτισμός από την ανέγερση οικοδομής στο ακίνητο, στο οποίο αναγνωρίσθηκε συγκυρία με την αναιρεσίβλητη, επήλθε το πρώτον με την εκτέλεση της 2054/1981 αποφάσεως του Αρείου Πάγου στις 6-2-1990, έχοντας έκτοτε αυτή τη δυνατότητα να ασκεί τα εκ της κυριότητας δικαιώματά της και να αντλεί τα οποιαδήποτε ωφελήματα, δυνατότητα την οποία λόγω των εκκρεμών δικών δεν είχε προγενέστερα, και κατά συνέπεια από τότε άρχισε να τρέχει η κατά το άρθρο 249 ΑΚ εικοσαετία, η οποία και διεκόπη με την επίδοση σ’ αυτήν εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της από 2-8-1990 αγωγής της, με αίτημα την κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού αποζημίωσή της για την αξία των υλικών της οικοδομής, που ενώθηκε με το οικόπεδο.

Εξάλλου, δεν συνιστά αντίφαση ως προς το ζήτημα της παραγραφής της ένδικης αξιώσεως η παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι ο πλουτισμός στη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος επήλθε με την απόδοση σ’ αυτήν του ακινήτου στις 6-2-1990 και όχι κατά το χρόνο αποπερατώσεως της οικοδομής πολλά έτη ενωρίτερα στις 15-6-1978, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, το δικαστήριο της ουσίας με επάλληλη σκέψη δέχθηκε ότι με την από 2-8-1990 αγωγή της αναιρεσίβλητης, ήτοι πριν την πάροδο εικοσαετίας είτε από το έτος 1978 είτε από το έτος 1990, είχε διακοπεί η παραγραφή της επίδικης αξιώσεως.

Συνακόλουθα τούτων οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.

Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να ζητήσει την αναγωγή του υποτιμημένου ποσού της επιδικασθείσης αποζημιώσεως για την ανέγερση οικοδομής σε ξένο εν μέρει ακίνητο, καθόσον αυτή ιδιοποιείται από το χρόνο ανεγέρσεως της οικοδομής τα αναλογούντα αρχικά στη μητέρα του και στη συνέχεια στον ίδιο μισθώματα της οικοδομής αυτής, έχοντας εισπράξει μέχρι σήμερα πολλές χιλιάδες ευρώ και αρνούμενη να του αποδώσει την αναλογία του.

Τα περιστατικά αυτά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία ζητεί την αναγωγή του υποτιμημένου ποσού της επιδικασθείσης αποζημιώσεως για την ανέγερση οικοδομής σε ξένο εν μέρει ακίνητο, συνιστά επιτρεπτή άσκηση των αξιώσεών της στα πλαίσια του δικαιώματος της για διαχείριση και περιφρούρηση των περιουσιακών της στοιχείων, που δεν τελεί σε προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν στην ένδικη υπόθεση η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αναιρεσίβλητη με τη συμπεριφορά της ουδέποτε δημιούργησε στον αναιρεσείοντα την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει την αξίωσή της αυτή, ανεξαρτήτως του ότι ο τελευταίος διατηρεί πάντοτε το δικαίωμα να διεκδικήσει μέρος των ωφελημάτων από την ως άνω οικοδομή και την οικονομική αξιοποίηση του επίκοινου ακινήτου.

Επομένως, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έκρινε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ο δε λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Ιουνίου 2016 αίτηση του Γ. Μ. για αναίρεση της 2707/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, και τα ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο οικείο Δημόσιο Ταμείο

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ