527/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated527/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 591/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-7-2010 αίτησή του.
Full text
Απόφαση 527 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 527/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Δ. Χ. Δ. , β. Α. συζ. Δ. Δ. , γ. Ι. θυγ. Δ. Δ. , δ. Σ. θυγ. Δ. Δ. και ε. Χ. θυγ. Δ. Δ. , κατοίκων ... , 2) α. Ν. Β. Κ. , β1. Α. Σ. Μ. , β2. Μ. χας Λ. Μ. Μ. , θυγ. Σ. Μ. , β3. Μ. συζ. Μ. Π. , θυγ. Μ. Β. , β4. Λ. θυγ. Β. Μ. , συζ. Ν. Φ. , β5. Ρ. - Μ. θυγ. Β. Μ. , κατοίκων ... , β6. Σ. Δ. Μ. , β7. Α. Δ. Μ. , κατοίκων ... και 3) α. Σ. Κ. Κ. , β. Ι. - Μ. Κ. Κ. , γ. Σ. Γ. Κ. , δ. Τ. θυγ. Ν. Κ. , ε. Σ. Ν. Κ. και στ. Κ. Ν. Κ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο Ν. Κ. του Β. (υπό στοιχ. 2α) απεβίωσε στις 5-4-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου νόμιμοι κληρονόμοι του α. Μ. Κ. του Π. , χα Ν. Κ. , κάτοικος ... , β. Μ. Κ. του Β. , κάτοικος ... , γ. Ν. Κ. του Β. και δ. Φ. Κ. του Β. , κάτοικοι ... , οι οποίοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο.
Οι υπό στοιχ. β1, β2, β3, β4, β5, β6 και β7 των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2004 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη υπό στοιχ. 1 και 3 των αναιρεσιβλήτων και των ήδη αποβιωσάντων Ν. Β. Κ. και Ι. Σ. Μ. , στη θέση του οποίου έχουν ήδη υπεισέλθει οι με στοιχ. β1, β2, β3, β4, β5, β6 και β7 των αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της 539/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών.
Εκδόθηκε η 329/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 27-7-2005 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1060/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 591/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 13-5-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του υπό στοιχ. 2α αναιρεσίβλητου Ν. Κ. του Β. , με προφορική δήλωσή του στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασής του, δήλωσε ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος πέθανε στις 5-4-2015 (σχετ. η από 29-2-2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου -σε απόσπασμα- του Ληξιάρχου Δ.Ε. ... του Δήμου ... ), ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση, από 13-7-2010 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ... 14-7-2010, αίτησης αναιρέσεως και ότι τη δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι, εξ αδιαθέτου, κληρονόμοι του α) Μ. χήρα Ν. Κ. , το γένος Π. Κ. , β) Μ. Β. Κ. , γ) Ν. Β. Κ. και δ) Φ. Β. Κ. (άρθρ. 286 επ. και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), των οποίων η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται, ενώ προσκομίζονται απ’ αυτούς και τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, σύμφωνα, με τις διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, με το οποίο προστέθηκε άρθρο 6Α στο διάταγμα της 26-6/10-7-1944 ("Περί κώδικος των νόμων, περί δικών του Δημοσίου"), "1. Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:
α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.
Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις..." [βλ. και άρθρο 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων", που προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/ 10-4-2012)].
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (3-2-2017), δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι υπό στοιχ. 2-β1 έως και 2-β7 των αναιρεσιβλήτων. Από την ... /15-2-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών Α.
Κ. , που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση αυτών κατά τη δικάσιμο της 27-5-2016 που ορίστηκε αρχικά, οπότε αναβλήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, πλην του πιο πάνω αποβιώσαντος υπό στοιχ. 2α των αναιρεσιβλήτων, για την προαναφερόμενη δικάσιμο της 3-2-2017, κατά την οποία δεν απαιτείται νέα κλήτευσή τους (άρθρ. 575 εδάφ.
β’ , 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ανδρονόπουλο που τους είχε εκπροσωπήσει στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, κατά την τελευταία, στις 2-4-2009, συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων (πρβλ.
ΑΠ 212/2016, ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1016/2015).
Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α’ του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και των παραπάνω διατάξεων του ν. 653/1977, κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004).
Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (ΦΕΚ Α’ /285/19-12-2001) που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.
α’ του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΑΠ Ολομ. 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης, άποψη που τελικά κρίθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Ήδη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του νόμου 653/1977 είναι, όπως προαναφέρθηκε, μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο αυτό (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 1258/ 2015, ΑΠ 406/2015).
Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).
Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Λόγος αναίρεσης που δεν περιέχει τα στοιχεία αυτά είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τους δύο (2) λόγους της αναίρεσης, προσάπτει αιτιάσεις, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην προσβαλλόμενη 591/2009 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, η από 26-11-2004 αίτηση των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε ότι αυτοί δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και, συνακόλουθα, δεν έχουν υποχρέωση να αποζημιώσουν τρίτες ιδιοκτησίες, ούτε να αυτοαποζημιωθούν, αναφορικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων που κηρύχθηκε, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1049168/4799/0010/28-6-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.
Ειδικότερα, το αναιρεσείον, παραθέτοντας, μεμονωμένη και αποσπασματική, παραδοχή της πληττόμενης απόφασης, κατά την οποία "...με τη νέα απαλλοτρίωση η κατάσταση των ακινήτων των αιτούντων από άποψη οικοδομησιμότητας κατέστη δυσχερέστερη, αφού αυτά καταλήφθηκαν εξολοκλήρου πλέον από τη ζώνη απαγόρευσης δομήσεως αυτών των 40 μ.
από το όριο της απαλλοτριώσεως της Ν.Ε.Ο. ... και επιπλέον βρίσκονται μεταξύ των δύο οδών, δηλαδή της Π.Ε.Ο. και της Ν.Ε.Ο., με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται λόγω της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων από τις παραπάνω οδούς και έτσι αυτά είναι ακατάλληλα πλέον για γεωργική εκμετάλλευση", ισχυρίζεται ότι, με τον τρόπο αυτόν, το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες), τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, τις οποίες εσφαλμένα δεν εφάρμοσε και του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001(ΚΑΑΑ), τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, καθόσον η ωφέλεια ή όχι από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων συνδέεται αποκλειστικά, κατ’ άρθρ. 1 παρ. 3 ν. 653/1977, με την απόκτηση προσώπου αυτών στην οδό που διανοίγεται και όχι με τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αξίωση για ιδιαίτερη-πρόσθετη αποζημίωση, κατ’ άρθρ. 13 παρ. 4 ν. 2882/2001, για τη μείωση της αξίας του εδαφικού τμήματος που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.
Οι λόγοι αυτοί είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα σκέψη, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για το εν λόγω ζήτημα, έστω και ευσύνοπτα, χωρίς να αρκεί η αποσπασματική πιο πάνω παράθεση.
Πάντως, ανεξάρτητα από το ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή όχι του ακινήτου έχουν διευρυνθεί και, εκτός από την πρόσοψη στη διανοιγόμενη οδό, όπως προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται πλέον, ενδεικτικά, μεταξύ των άλλων, η αρτιότητα και η οικοδομησιμότητα του ακινήτου, σύμφωνα με τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν και η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου, όπως για τα ζητήματα αυτά έκρινε, ανέλεγκτα, η πληττόμενη απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ’ αυτήν και αιτιολογίες ως προς το ότι τα απαλλοτριωμένα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων είχαν πρόσοψη στη Ν.Ε.Ο. ...
και στην οδό Πανεπιστημίου (Π.Ε.Ο. Πατρών - Αθηνών) και πριν κηρυχθεί η παρούσα απαλλοτρίωση (βλ. 6ο φύλλο - α’ όψη της απόφασης). Εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους απόντες, υπό στοιχ. 2-β1 έως και 2-β7, αναιρεσιβλήτους (Α. Σ. Μ. , Μ. χήρα Λ. Μ. Μ., Μ. σύζ. Μ. Π., Λ. θυγ. Β. Μ., Ρ. - Μ. θυγ. Β. Μ., Σ. Δ. Μ. και Α. Δ. Μ. , αντίστοιχα), οι οποίοι, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε αυτά, ούτε, φυσικά, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Ιουλίου 2010 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ... 14-7-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 591/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ